Ξάπλωσε αργά στης ημέρας τον ίσκιο, ίδιος ανήμερος χρόνος,
μ΄ ένα γεράκι συντροφιά και τα γκρίζα σύννεφα πάνω του ν΄
αργοσαλεύουν. Ένα ταξιδιάρικο όνειρο, παιδικό γνώριμο από τη γύμνια του,
να επιπλέει μέσα στις πρώτες σταγόνες της Άνοιξης. Αγέρας ήταν δροσερός ή κραυγές που ήρθαν απ΄ τον Άδη -ερώτημα στον αόριστο- με τα θροΐσματα των
φύλλων και τις προσευχές των αγρίων ζώντων; Έκλεισε τα μάτια με τις παλάμες του κι έπαιζε ο ήλιος
μαζί του, προσπαθώντας να μπει στο ανάμεσο των δακτύλων. Μα, μια ο δείκτης κι άλλοτε ο παράμεσος, πύκνωναν τα όχι κι οι νεκροί μεγάλωναν σαν αριθμός και τα παιδιά
μίκραιναν τον πόλεμο. Και η ειρήνη ήταν στη στάση , μέχρι να φυσήξει το επόμενο
αγέρι. Κι έλεγε Κείνος, «αυτό θ αργήσει» και αργούσε όπως η τελευταία μπουκιά στο στόμα των προσφύγων. Τότε κατάλαβε πως κι ο ίδιος ήταν στην αναμονή.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου