Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

ΑΠΟΥΣΙΕΣ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ / ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ

 Συμμετοχή  στον Θ΄ πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό των Πνευματικών Οριζόντων Λεμεσού  Εφαλτήριο Λόγου Τέχνης και Πολιτισμού.  / Έπαινος στην κατηγορία : Ποίηση σε ελεύθερο στίχο




 
Ήρθαμε μόνοι για να φύγουμε μόνοι.
Γύρω από το φτωχικό τραπέζι, ψάθινες οι καρέκλες.
Άδειες, γεμάτες, τι σημασία έχει, σαν από το γεύμα,
λείπει το ψωμί που σημαίνει αγάπη.
Λείπει το δροσερό νερό, λείπει η δίψα, απουσιάζει η ζωή.
Λείπει το γάλα, πόνος στο στήθος της μάνας!
 
Η διαρκής σιωπή, δικάζει τη σιωπή μας.
Το αμήχανο βλέμμα αγκάθι στη ψυχή όλων.
Ράπισμα στο ασθενικό σώμα.
Αυτό το σώμα, που αιώνια, έρημος μια
κι οι στίχοι μας όαση.
Γλυφό το νερό της, με τους πειρασμούς της αμαρτωλής,
των ευαγγελίων και των διαθηκών.
 
Πιάνω την καρδιά, ένα πυρωμένο κάρβουνο.
Λάβα. Πέτρα, μαύρη κροκάλα ποταμού.
Ποιος πρώτος θα τη ρίξει;
Ο πατέρας; Η μάνα; Ο αναμάρτητος;
 
Υψώνω το γυάλινο ποτήρι που σημαίνει σπονδή.
Σβήνει η πληγωμένη ψυχή πριν πετάξει.
Πουλί νηστικό, άνεμος στον άνεμο.
Άμμος, πηλός ακατέργαστος, ζύμη.
 
Χύνω το γάλα, έρχεται το φίδι.
Κι όσο σφυρίζει η έχιδνα, μια ουτοπία αγάπης,
δαιμονίζει στον παράδεισο.
 
Ο πατέρας στο στόμα που βρίζουμε, η μάνα στη ψυχή που μολύνθηκε.
Ο αδελφός μας Σίμων, στους ώμους του, κουβαλά τον σταυρό μας.
Ο Θεός στον κήπο άλαλος, άφωνος εγώ κι λέξεις καρφιά των εσταυρωμένων.
Οι οπές στις παλάμες μας ακόμα υπάρχουν.

 

3 Χαικού του Δημητρίου Γκόγκα / Συμμετοχές στον Θ΄ πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό

των Πνευματικών Οριζόντων Λεμεσού  Εφαλτήριο Λόγου Τέχνης και Πολιτισμού.
Ένα από τα παρακάτω Χαικού έλαβε το Γ΄Βραβείο.




Σάββατο 27 Ιουνίου 2026

Η μάννα που έκλαιγε* του Δημητρίου Γκόγκα

 

    













Είχε παντρευτεί πολύ μικρή, δεν είχε κλείσει τα δέκα οκτώ και είχε βαλαντώσει στο κλάμα. Οι φτωχοί γονείς της για λόγους βιοποριστικούς την έδωσαν σε κάποιον έμπορο, κατά πολύ μεγαλύτερό της. Όχι πως δεν τον συμπαθούσε, γείτονας χήρος και πλούσιος,  αλλά δεν τον αγαπούσε κι δεν μπόρεσε να τον αγαπήσει. Τον σεβόταν όμως, τον σεβάστηκε κι έτσι έλεγε μέσα της πως ήτανε το σωστό.  Δεν είχε κατορθώσει να ολοκληρώσει τα παιδικά της όνειρά. Στα περισσότερα δεν είχε αρχίσει καν να ζει. Ορισμένα τα είχε αφήσει μισά, στην άκρια μιας διαδρομής που είχε διαλέξει να κάμει στην ζωή της. Κάθε τόσο, πίσω από τις ευτυχισμένες στιγμές της, τα μάζευε από την αλάνα της καρδιά της, τα ξεδίπλωνε, τα μύριζε, γιατί ανέδυαν άρωμα τα όνειρά της, βασιλικόν μουρμούριζε, τα προίκιζε με νέο υλικό, με νέες παραστάσεις και προορισμούς, μα σαν έφτανε η στιγμή, εκείνη η στιγμή της επιλογής, φυσούσε ένας άλλος άνεμος, ένας προδότης ψυχρός άνεμος, ίδιος θάνατος και έκλεινε την καρδιά της δυνατά, όπως δυνατά την άνοιγε.

      Γέννησε ένα γιο, μέσα σε αφόρητους πόνους και κραυγές. Ένα μονάκριβο παιδί και ταύτισε τον κόσμο της μαζί του, μετά και τον θάνατο του άνδρα της. Κι όσο προχωρούσε λανθασμένα στην ζωή της, τόσο μεγάλωνε η αγάπη της για το παιδί της. Είχε έρθει από την περιοχή του Κιόνελι, πριν την έναρξη του πολέμου, όταν οι μέρες είχαν αρχίσει να γίνονται από μόνες τους απειλητικές. Άλλαζαν συνεχώς χρώμα, παρά τις επιταγές του ήλιου και του φεγγαριού. Οι γειτόνισσες την παρότρυναν να φύγει πιο νωρίς από αυτές. Γιατί όλοι, θωρούσαν την υγρασία να πλησιάζει, με δυνατούς βοριάδες  και να τρυπά τα κόκαλα και τα κουρασμένα τους κορμιά. Έτσι και έγινε. Έφυγε με τα ποτάμια να τρέχουν στα αυλακωμένα μάγουλά της.

       Ο Ιούλης, την χρονιά πριν την εισβολή, την βρήκε να διαμένει σε ένα μικρό σπίτι στην Αραδίππου. Έπιασε δουλειά, σε μια βιοτεχνία που έκαμε κονσέρβες και έβγαζε τον επιούσιο. Έγραψε το παιδί της στο σχολείο, το πήγαινε και το έπαιρνε η ίδια. Ακόμα και όταν εκείνο μεγάλωσε δεν ξέχασε ποτέ αυτή την συνήθειά της. «Μάννα» της έλεγε, σταμάτα. «Οι φίλοι μου με κοροϊδεύουν» Αυτή δεν απαντούσε. Τον κοίταζε στα μάτια και πότιζε την καρδιά της με υπερηφάνεια και αγάπη. Τι θα έκανε χωρίς τον μικρό της. Πως θα ζούσε όταν θα άνοιγε τα φτερά του να πετάξει; Το παιδί είχε καταλάβει την αγωνία της και την καθησύχαζε. «Θα σε πάρω μαζί μου.

       Ποτέ δεν θα σε αφήσω μόνη» Γελούσε, μα μέσα της ήξερε. Πήγαινε στην άκρη του καναπέ, έσφιγγε στο λεπτό της  χέρι της ένα άσπρο μαντήλι και έπνιγε το  κλάμα και τον πόνο της.

       Ήταν γύρω από το τραπέζι όταν ξεκίνησε το κακό. Η πόρτα τρανταζότανε από τα χτυπήματα των γειτόνων. Σηκωθήκανε, πήρανε τα απαραίτητα και έτρεξαν στο σχολείο. «Είναι μακριά» είπε κάποιος, «εδώ δεν κινδυνεύουμε». Δεν πίστεψε κανείς τίποτα. Έσφιξε το παιδί της στην αγκαλιά. «Μαμά με πονάς» άκουσε. Μα εκείνη το έσφιγγε ακόμα περισσότερο. Αν ήτανε να το βάλλει μέσα της θα το έκανε. Δεν ήθελε να τον χάσει. Τα βουβά δάκρυά της στάζανε στα ρούχα του παιδιού.

        Οι εχθροί, είχανε πλησιάσει πολύ αλλά σταματήσανε, όταν πήρανε τα συμφωνηθέντα. Δεν αναγκάστηκε να φύγει πάλι από τον νέο της τόπο. Τα πράγματα είχανε μπει σε μια σειρά.  Ο μικρός μεγάλωσε, πήγε γυμνάσιο, λύκειο και μετά για σπουδές στην Λευκωσία. Η μάννα δούλευε σκληρά, για να μην λείπει τίποτα από το παιδί της. Είχε πιάσει κι εκείνο, δουλειά σε μια ταβέρνα, έτσι για να βοηθά στα έξοδα του σπιτιού.

        Τα δάκρυα της τα μάζευε με το μαντήλι, τα σφούγγιζε και τα έριχνε μέσα σε πιθάρια. Γέμισε η υπόγεια αποθήκη μικρά και μεγάλα πιθάρια. Κάθε πιθάρι και ένα ολάκερο μοιρολόι. Για τον γάμο της, για τα όνειρά  της, για το παιδί της, για την δυστυχία , την προσφυγιά , το φευγιό του παιδιού, για τα όνειρά της.

        Ένα βράδυ, πλησίαζαν Χριστούγεννα, ο γιος είχε έρθει γεμάτος δώρα και φιλιά να δει την μάννα του. Είχανε κλείσει και τα πανεπιστήμια. Θα έμενε τουλάχιστον δέκα πέντε ημέρες κοντά της. Η μάννα τον υποδέχτηκε με τον συνηθισμένο της τρόπο. Την σφιχτή μητρική αγκαλιά. Μεγάλωσε το παιδί της σκέφτηκε. Του χάιδευε το πρόσωπο.

«Έχει γένια» σκέφτηκε. Σε λίγο θα φύγει πιο μακριά. Μάταια ο γιος προσπαθούσε να την παρηγορήσει. «Δεν θα φύγω μάννα» της έλεγε. «Θα κάτσω σιμά, θα είμαι κοντά σου» Δεν τον πίστευε. Ερχότανε στο νου, σαν εφιάλτες οι δικοί της ξεριζωμοί. Τα όνειρα της , τόσο μακριά από την ζωή. Τόσο κοντά της.

       Τον έβαλε να κοιμηθεί, τον σκέπασε ζεστά και έκατσε δίπλα του. Παλικαράκι , μαθές, αλλά αφέθηκε στην αγκαλιά της μάνας. «Παναγιά μου» είπε «μην τον πάρεις μακριά μου και μην το πας πριν από μένα στον κήπο σου» και δάκρυσε . Η καρδιά σκίρτησε και φούσκωσε το στήθος. Κατέβηκε στο κελάρι. Άδειασε σε μια στάμνα δάκρυα από όλα τα πιθάρια. Έφτιαξε με αυτά ζεστό πρωινό, ζύμωσε το αλεύρι, έριξε στο φαγητό, στον καφέ του. Να ΄χει το παιδί μέσα του,  τα δάκρυα, της αγάπη της, την ζωή της.

       Όταν πέρασαν οι ευλογημένες ημέρες, έκαμε τον σταυρό πίσω του, καθώς τον ξεπροβόδιζε. «Στο καλό να πας» λάλησε και βούρκωσε. Τα δάκρυα του μεσημεριού, στάζανε στο πλατύσκαλο. Είχε ξεχάσει το μαντήλι.

            Σαν είδε τον παιδί της να σβήνει, κουκίδα στον ορίζοντα, έτρεξε προς το κελάρι. Ζαλιζότανε από την ταραχή, από την μοναξιά, από τον αποχωρισμό. Βιάστηκε.  Απρόσεκτα έσπρωξε ένα πιθάρι, κι ύστερα ένα άλλο. Γέμισε ο τόπος δάκρυα και γίνηκε μια λίμνη. Καθώς έσβηνε μέσα στα τρικυμισμένα δάκρυα, είδε την ζωή της βαρκούλα να περνά και πάνω να τραβά κουπί το παιδί της. «Στο καλό να πας και να προσέχεις. Καλό ταξίδι γιόκα μου»

 

 

*Ο συγγραφέας συμμετείχε με το διήγημα : Η μάνα που έκλαιγε, στον Διαγωνισμό πεζογραφίας του περιοδικού «ΚΕΦΑΛΟΣ» κατά το έτος 2020

 


Από την συλλογή Διηγημάτων: Πτώσεις Ανθρώπων ( ISBN 978-9925-7723-2-2 ) 

 

 

 

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

ΩΔΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΛΑΖΟΝΕΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ / από την ποιητικη συλλογή: Βηματισμοί σε στίχους / ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ

 


 
Μέσα απ΄ τα βάθη της ψυχής γεννιούνται τα ποιήματα.
Ωραία πληρότητα και το ρηχό και τ΄ άπατο ακόμα επιπλέει.
Στις παρελάσεις των πολλών και κάπου στα διαλείμματα,
κάποια φωνή που λοιδορεί γρυλλίζοντας μας λέει:
 

«Άθλιοι κυνηγοί που βάλλεται του κόσμου την γαλήνη
και μόλις την διαλύσετε , νεκρούς περιγελάτε,
κάποιο σας τερατούργημα πυκνή ομίχλη αφήνει
και σαν σπιούνοι στις γωνιές συχνά κρυφογελάτε,
 
μην τρέφετε ποιητικές στον κόρφο αυταπάτες.
Κοφτό μαχαίρι δικαστή θα λύσει τον δεσμό.
Η ποίηση δεν τρέφεται με στίχους φρεναπάτες
κι ούτε με νεφελώματα που βρέχουνε χρησμό»
 
Και να, προσέρχονται κρατώντας Ευαγγέλια,
οι άρχοντες της ποίησης. Σκύβω και τους φιλώ
τα πόδια. Κι ύστερα στους λόγους μου φραγγέλια,
ποιήσεις αποκήρυξα, στίχους που αγαπώ.
 
Δικαίως τόση έπαρση κι η περισσή κραιπάλη;
Στ΄ απόνερα της ποίησης, στους βάλτους ποιημάτων;
Πως χάνεται το δίκαιο μέσα στη βιοπάλη
ακόμα και των πάμπτωχων λιτών στιχουργημάτων.
 
Κάτι αν δεν έχεις να μας πεις γιατί ενοχλείς τις λέξεις;
το είχε πει παλαιότερα σπουδαίος Ποιητής *
Μα οι στίχοι των υπεροπτών σαφώς πυραναφλέξεις
που σβήνονται τα ίχνη τους με στάλες μιας βροχής.
 
 
• Ο Ποιητής Κ. Μόντης είχε γράψει: Δεν είχες τίποτα να πεις, κύριε. Γιατί ηνώχλησες τις λέξεις, γιατί τις ηνώχλησες;
 

ΚΑΗΜΟΣ από την ποιητικη συλλογή: Βηματισμοί σε στίχους / ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ


 

Κάθε αστέρι μου θυμίζει ξενιτειά.
Μέσα μου ξέρω πως πονάει η καρδιά μου.
Τι κι αν ο ήλιος ξεπροβάλλει δυνατά.
Καίν΄ οι ακτίνες του, βαθιά τα σωθικά μου.
 
Κάθε που βλέπω μια θάλασσα πλατιά
Και τις βαρκούλες ν΄ αρμενίζουνε κοντά μου.
Κύμα να γίνω στου πελάγου τ΄ ανοικτά,
να σε φιλήσω στοργικά ξερολιθιά μου.
 
Κάθε μου έννοια και κάθε προσφυγή
σε μια πατρίδα που με γέννησε μονάχη.
Μέσα απ΄  τη γούρνα της γεννήθηκες και συ.
Στη ξενιτειά είσαι στρατιώτης σε μια μάχη
 
Κάθε λουλούδι που ανθίζει στην αυλή.
Όσο ανοίγει μαραμένο μου μυρίζει.
Χωρίς αρώματα το φως και η αυγή
και πάντοτε μια γραμμή να με χωρίζει.
 
Κι όταν γυρίζω το βλέμμα μου στο χθες.
Στα μάγουλα το δάκρυ αργά κυλάει.
Ίσως να είναι της πατρίδας ενοχές
Ίσως να είναι ο καημός που με φυλάει.

Τρίτη 9 Ιουνίου 2026

Το ολοκαύτωμα της Κάσου ( Από 20 Μαΐου έως 7 Ιουνίου 1824 ). Η εργασία είναι το β΄μέρος του βιβλίου "Άχνη"!

 γράφει ο Δημήτριος Γκόγκας 

Η νήσος Κάσος (1), είναι το νοτιότερο άκρο των Δωδεκανήσων, ανατολικά της Κρήτης. Με συνολική έκταση που αγγίζει τα 66 τ.χλμ και μήκος ακτών 59 χλμ φαντάζει ως μια θεόρατη πέτρα ριγμένη από τον θεό στην θάλασσα. Οι υψηλότερες κορφές του νησιού είναι ο Πρίωνας (504μ) και ο Περίολας(494μ).

Δεν γνωρίζει κανείς εάν και η Κάσος θα ακολουθούσε πληθυσμιακά την φθίνουσα κατάσταση των άλλων νησιών του Αιγαίου. Με πληθυσμό, πριν το 1824,  σπαρμένο στα πέντε χωριά: Φρυ, Αρβανιτοχώρι , Αγία Μαρίνα, Πόλι και Παναγία, (2)  που αριθμούσε τις 12.000 και κατ΄ άλλους τις

 

Παραπομπές:

(1)          Παλαιότερα ονομαζότανε: Άχνη (επειδή φαίνεται στα δύο κομμένη) Αστράβη και  Άμφη (Έτσι καλούνταν το αναπαυτικό σαμάρι του μουλαριού (ημιόνου) και μερικές φορές και το ίδιο το μουλάρι, το οποίο έφερε τέτοιο σαμάρι) καθ όσον το σχήμα της μοιάζει με σαμάρι αλόγου η ημιόνου.  Από την εποχή του  Ομήρου συναντάται με την σημερινή της ονομασία: Λεύκωμα της Κάσου του Ιατρού Κ.Ν. Φραγκούλη (εκδόσεις Νέοι ήχοι) 1921 Σελ: 2

(2)              Οι πέντε κοινότητες βρίσκονται στην δυτική πλευρά του νησιού, όπου και οι παραλίες είναι προσβάσιμες και υπάρχουν ακτές προς αποβίβαση. Η ανατολική πλευρά του νησιού χαρακτηρίζεται από απόκρημνους βράχους και επικίνδυνες διαβάσεις. ( Εγκυκλοπαίδειες Χάρη Πάτση, Βικιπαίδεια )






16.000 και μια ανθηρή οικονομία, κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι σήμερα εκατόν ενενήντα ένα χρόνια (191) χρόνια μετά, 800 περίπου κάτοικοι θα υπομένουν καρτερικά τους θυμούς των ανέμων!

       Σημαντικό ρόλο στην μείωση του πληθυσμού, εκτός από την καταστροφή του 1824, έπαιξε η κατάληψη του νησιού από τις ιταλικές δυνάμεις το 1911 και το μεταναστευτικό ρεύμα μετά το 1917, στην Ευρώπη, Αμερική και κυρίως στην Αίγυπτο.

     Την εποχή του 18ου αιώνα, το νησί γνωρίζει σημαντική οικονομική άνθηση. Οι κάτοικοι ασχολούνται με την κτηνοτροφία και το θαλάσσιο εμπόριο και κατορθώνουν να έχουν ένα σημαντικό εμπορικό στόλο που αριθμούσε πάνω από 80 καράβια. Με την έναρξη της επανάστασης το 1821, παρ΄ όλο που η Κάσος όπως και όλα τα νησιά απολάμβαναν ειδικά προνόμια πληρώνοντας μονάχα ένα ειδικό φόρο στον Σουλτάνο, το διοικητικό συμβούλιο του νησιού (3)  είχε αποφασίσει την συμμετοχή με οποιονδήποτε τρόπο στον αγώνα και την ενίσχυση του, με καράβια, που οι τεχνίτες Κασιώτες και οι ικανότατοι ναυτικοί τα μετέτρεπαν με επιτυχία, καθώς διέθεταν ουσιαστικές γνώσεις,  από εμπορικά σε πολεμικά. Tο 1821, ο εμπορικός στόλος των Κασίων αριθμούσε 83 πλοία και διοικούνταν από φημισμένους πλοιάρχους όπως ο Θεόδωρος Καρατζής ή Κανταριτζής, ο Μάρκος Μαλιαράκης, ο Ζατζηνικόλας Μακρής, ο Ν. Ιούλιος, ο Νικόλαος Γρηγοριάδης, ο Μανόλης Μανολης (4)  κ.αλ.

 

Παραπομπές:

(3)To διοικητικό συμβούλιο του νησιού την περίοδο εκείνη αποτελούνταν από επιφανείς άνδρες του νησιού. Ουσιαστικά αυτοί διοικούσαν το νησί και έδιδαν λόγο σε εκπρόσωπο του Σουλτάνου, ο οποίος δεν αναμειγνυότανε στα εσωτερικά προβλήματα (προσωπικές – κτηματικές- οικονομικές διαφορές των κατοίκων) , παρά μόνο στις οικονομικές υποχρεώσεις του νησιού έναντι της κεντρικής εξουσίας.

(4)Ο Κανταριτζής Θοδωρής ή Κανταρτζόγλου, καταγότανε από την Κάσο και ήταν περισσότερο  γνωστός ως ο «Κανάρης της Δωδεκανήσου». Γιος του Δημήτρη Σκιαδά-Κανταριτζή από την Πελοπόννησο και από μάνα Κασιώτισα, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και με το πλοίο «Αμαζών» έγινε ο φόβος και τρόμος των Τούρκων, καταδιώκοντάς τους στα παράλια της Κρήτης, της Κύπρου και της Αιγύπτου. Τον Απρίλη του 1822, επικεφαλής έξι κασιώτικων πλοίων, βοήθησε τα επαναστατικά σώματα στην Κρήτη, στη μάχη των Χανίων. Μετά, θάνατον, του απονεμήθηκε ο τιμητικός τίτλος του πλοιάρχου (1872)(Λεύκωμα της Κάσου του Ιατρού Κ.Ν. Φραγκούλη Σελ 77 -84 , 86-87)

 


Χαρακτηριστικό δείγμα της ανδρείας και της τόλμης που χαρακτήριζαν τους ναυτικούς της Κάσου, ήταν η κλοπή δεκατριών πλοίων των Αιγυπτίων από την ναυτική τους βάση στην Δαμιέττα (5)  το 1822.

    Η Κάσος στην πραγματικότητα, λειτουργούσε ως ένα «ναυτικό προπύργιο» προσβάλλοντας κυρίως τα παράλια της Μικράς Ασίας, της Αιγύπτου και της Συρίας. Έλεγχε αποτελεσματικά τα περάσματα από την μια της Καρπάθου και από την άλλη την ανατολική πλευρά του στενού μεταξύ αυτής και της Κρήτης. Διατάραζε σημαντικά την ομαλή ναυσιπλοΐα της Τουρκίας, της Αιγύπτου και της Συρίας, ανακόπτοντας με πλήρη επιτυχία της περισσότερες φορές τον ανεφοδιασμό των τουρκικών δυνάμεων.

    Έπρεπε λοιπόν να βρεθεί μια τελική λύση για την Κάσο, που λειτουργούσε δυσανάλογα με τον πληθυσμό και την δύναμή της ενάντια στην Τουρκία και την Αίγυπτο. Το 1824, η Τουρκία βοηθούμενη από την Αίγυπτο, προσπαθεί να καταπνίξει την επανάσταση στην Πελοπόννησο.  Ο αρχηγός της επιχείρησης, από τους σημαντικότερους αιγυπτίους αξιωματικούς, Ισμαήλ Γιβραλτάρ, πριν συνεχίσει τις πολεμικές επιχειρήσεις, αποφάσισε να καταστείλει την αντίσταση της Κάσου, προσπαθώντας με τον τρόπο αυτό να έχει ελεύθερη της δίοδο με την Κρήτη και ανεμπόδιστο τον ανεφοδιασμό του στρατεύματός του. Έτσι τον Ιανουάριο του 1824, και πιο συγκεκριμένα στις 18 Ιαν 1824, σε μια διευκρινιστική κίνηση, μέρος του αιγυπτιακού στόλου, παρενόχλησε με κανονιοβολισμούς, κυρίως  για εκφοβισμό τις κοινότητες του νησιού αλλά και μία απρόσμενη τρικυμία απομάκρυνε προσωρινά τον κίνδυνο.

Όπως ήταν αναμενόμενο απάντησαν οι Κασιώτες και η στάση τους ερμηνεύτηκε ως ένα νέο «ΜολώνΛαβέ». Στις 14 Μάη του 1824 έκανε την εμφάνισή της και πάλι μοίρα του Αιγυπτιακού στόλου.

 

 

Παραπομπές:

(5) Σημαντική στρατιωτική – ναυτική βάση των Αιγυπτίων (Εγκυκλοπαίδειες Χάρη Πάτση, Βικιπαίδεια)

 

 

Εν τω μεταξύ, η  αίτηση (6) για βοήθεια προς την μητέρα Πατρίδα, που υποβλήθηκε μετά τις 17 του Μάρτη κυρίως προς τις ναυτικές δυνάμεις της εποχής, όπως η Ύδρα και οι Σπέτσες(7), δεν βρήκε ανταπόκριση καθ όσον δεν υπήρχαν τα απαραίτητα χρήματα για την ναύλωση ικανού αριθμού πολεμικών πλοίων

 

Παραπομπές:

 

(6) ΄΄ ….μάταια εναγώνια παρακαλούσαν από τις 17  του Μάη του 1824 την κεντρική Διοίκηση να τους προφθάσει βοήθεια εις την ΄΄άνωθενθαλάσσιανδύναμην’’……Σελ 45 Ιστορικά Μελετήματα του Αντώνη Μηνά Σοφού 1998 ….Το συμβούλιο της Κάδου θα γράψει προς τους προκρίτους της νήσου Υδρας ζητώντας να τους στείλουν «μερικόνμοναζόν» (πολεμοφόδια – πυρομαχικά) και γνωστοποιώντας τους, ότι « είμαστε έτοιμοι να βοηθήσωμεν της αδελφότητος με όλη μας την δύναμιν και καρδίαν» Ιστορικά Μελετήματα του Αντώνη Μηνά Σοφού 1998 σελ: 2

3  

Η επιστολή, αίτηση για βοήθεια προς την Κεντρική Διοίκηση είναι η παρακάτω:

 

«Σεβαστή Διοίκησις, Μέμέγιστηνβίαν, γράφομεν όλοι οι ομογενείς κάτοικοι τής νήσου Κάσσου, κλαιόμενοι εις τήνΣεβαστήνΔιοίκησιν, ειδοποιούντες τήνυμετέρανκορυφήν, ότι τρείς ημέρας έχει σήμερον ο αιγυπτιακός στόλος όπου έχει πλόκοντήννήσον ημών, καθ’ όλα τά μέρη, μάλιστα τήνημέραντής Αναλήψεως μάς έκαμε καί ένα φοβερόνπόλεμον...

 

πλήν, χάριτι θεία, δένεβλάφθη ουδείς τών Χριστιανών. Λοιπόν παρακαλούμεντήνΣεβαστήν ημών Διοίκησινκαί μητέρα νά μάς προφθάσηβοήθειανθαλάσσιονκαί λοιπά, δι’ όνομα καίαγάπην Θεού, κάμετε έλεος διά ημάς τούς κατοίκους τής νήσου Κάσσου, επειδή καί η γενναιότηςκαί μεγαλοψυχία ημών είναι μέν πρόθυμοι, όμως κατά τήνθαλάσσιον δύναμιν πολύ σάς παρακαλούμεννά μάς προφθάσετε.

 

Η κατάστασιςτής αιγυπτιακής αρμάδας έχει ούτως. Έχει φρεγάτας τέσσαρας, καί μία όπου απέρασεν εις Ρόδον, από ιμβρίκια δέκα, καί από μικρά πλοία, γαλλιώτες, δέκα. Ταύτα ιδεάζοντεςτήνΣεβαστήνκαίΥπερτάτην ημών Διοίκησιντήνπαρακαλούμεν μετά δακρύων, αμέσως καί χωρίς αναβολήν καιρού νά μάς προφθάσετε εις τήν άνωθεν θαλάσσιον δύναμιν. Έτι παρακαλούμεν εις μπαρούτια καί εις βόλια, από μίαν, ή δύο, έως τριών οκάδων τό βάρος. Ταύτα αύθις παρακαλούντεςμένομενκαί υπογραφόμενοι.

 

Εκ Κάσσου, τώαωκδ’ (1824) τή 17 Μαΐου

Όλοι οι κάτοικοι τής νήσου Κάσσου»

 

 

 

 

 

Η απάντηση της Κεντρικής Διοίκησης

«Η Διοίκησις, ως κοινή μήτηρ, δέν θέλει αδιαφορήσει καί εις τάςπολεμικάς χρείας, καίφθάσαντος τού δανείου θέλει σάς οικονομίσει αναλόγως. Τά πολεμικά πλοία εξ Ύδρας καί Σπετσών δένεκπλέουσιν ακόμη εξ αιτίας όπου τόταμείονδέν έχει χρήματα νά πληρώσει τούς ναύτας, άμα όμως φθάσουν τά χρήματα καί πληρωθούν οι ναύται θέλουν έβγει ευθύς επειδή είναι έτοιμα.

Απορεί η Διοίκησις παρατηρούσα ότι έχετε έλλειψιν εφοδίων, ενώ ειξεύρει ότι καίπρότερονήσθεεφωδιασμένοι από αυτά καί τελευταίον λαβόντεςτά όσα εκ Κρήτης έφθασαν αυτόθι, εφοδιασθήτε έτι μάλλον τούτο. Αν ο εχθρικός στόλος αποτολμήσηνάπλησιάση εις τήννήσονταύτηνκαίνάφροντίσηνάκάμηέφοδον, η Διοίκησις γνωρίζουσα τήν γενναιότητά σας καίτήναπόφασίν σας νάθυσιασθήτε πάντες υπέρ πίστεως καί πατρίδος, πληροφορηθείσα ότι καί αρκετά ξένα άρματα ευρίσκονται εις τήννήσον σας είναι βεβαία ότι θέλετε δώσει τρόμον εις τόνεχθρόν.

Εν Μύλοις Ναυπλίου τή 27 Μαΐου 1824

Ο Πρόεδρος

Γεώργιος Κουντουριώτης»

 

(7)

 

Ύδρα: Νησί του Αργοσαρωνικού. Κατά τον αγώνα της επανάστασης του 1821 έπαιξαν σημαντικό ρόλο λόγο της μεγάλης ναυτικής δύναμης που διέθεταν. Στην Επανάσταση του 1821 η Ύδρα διέθετε 186 πλοία.

Μεγάλοι καπεταναίοι, εφοπλιστές και πολιτικοί κατάγονται από το νησί ανάμεσά τους ο Ναύαρχος Ανδρέας Μιαούλης, Κουντουριώτης, Κριεζής κ.α. Επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας τα υδραίικα πληρώματα αποκαλούνταν "Σουλουτζαλήδες" έναντι των Σπετσιώτικων που αποκαλούνταν "Τζαμουτζαλήδες" που όμως ήταν λίαν περιζήτητα ακόμη και από τους Οθωμανούς στόλαρχους όπως και από τον Καρά-Αλή.

 

Οι Σπέτσες (καθαρεύουσα Σπέτσαι), είναι ιστορική νήσος κοντά στην Αργολική χερσόνησο, δεξιά της εισόδου του Αργολικού κόλπου.Τις Σπέτσες απαρτίζουν τρεις ακόμη νησίδες: η Σπετσοπούλα, ο Άγιος Ιωάννης και το Μικρό Μπούρμπουλο. Όταν το 1821 ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση, οι Σπέτσες ήσαν το πρώτο από τα ελληνικά νησιά που σήκωσε τη σημαία της Επαναστάσεως, τα ξημερώματα της 3ης Απριλίου 1821. Ο στόλος των Σπετσών, αποτελούμενος από τα εμπορικά πλοία του νησιού που είχαν μετατραπεί σε πολεμικά, έπαιξε σημαντικότατο ρόλο στον κατά θάλασσα Αγώνα, μετέχοντας τόσο σε επιδρομές κατά των τουρκικών παραλίων, όσο και σε αποκλεισμούς φρουρίων της Πελοποννήσου. Ιδιαίτερα σημαντική θεωρείται η συμμετοχή του Σπετσιωτικού στόλου στις πολιορκίες των φρουρίων του Ναυπλίου και της Μονεμβασίας, και στις ναυμαχίες της Σάμου (1824) και του Καφηρέως (1825).

 

 


 

 

 

Έτσι οι Κασιώτες κατάλαβαν ότι μόνοι τους θα έπρεπε να υπερασπιστούν το νησί και τις ζωές τους από την επικείμενη Τουρκο- Αιγυπτιακή επίθεση!

Η ναυτική δύναμη της Κάσου περιοριζόταν σε 15 πάρωνες και 40 μικρότερα πλοία. Οι κασιώτες είχαν στην κατοχή τους 30 κανόνια και την αμυντική τοποθεσία από την περιοχή του  Εμπορειού μέχρι και την Αντιπέρατο είχαν επανδρώσει γύρω στους 1200 μαχητές, 600 εκ των οποίων ήσαν Κρήτες με αρχηγούς το Δημ. Κουρμούλη και τον Αστρινό. Τα γυναικόπαιδα είχαν αποσυρθεί στους ορεινούς όγκους του νησιού για προστασία.

      Η πολιορκία της Κάσου ξεκίνησε ουσιαστικά την 20η Μάιου 1824, με ανηλεή βομβαρδισμό. Την Αιγυπτιακή αρμάδα αποτελούσαν 20 πλοία, εκ των οποίων τα 4 ήταν φρεγάτες, τα 6 κορβέτες (γαλιώτες)  και τα 10 βρίκια (μπρίκια)(8),

Παραπομπές:

(8) Φρεγάτα: είναι ένας όρος που έχει χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει διάφορους τύπους πολεμικών πλοίων. Αναφέρεται σε μια ποικιλία από πλοία με διαφορετικό ρόλο και μέγεθος. Το 17ο και 18ο αιώνα αναφερόταν σε ένα μικρό και γρήγορο πλοίο που χρησιμοποιούταν κυρίως για περιπολίες. Από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και μετά ο όρος φρεγάτα αποδίδεται σε ένα πλοίο που αποσκοπεί στην προστασία άλλων πλοίων, κατά κύριο λόγο από υποβρύχια στην συνοδεία νηοπομπών. Η πρώτη φρεγάτα ναυπηγήθηκε περί το 1637 στην Αγγλία. Οι αποστολές των φρεγατών ήταν περιπολίες, αναγνωριστικές αποστολές, επίθεση εναντίων εμπορικών πλοίων, αποστολή μηνυμάτων, μεταφορά στρατού (πεζοναύτες) και υψηλόβαθμων προσώπων, ενώ σε περίπτωση έλλειψης πολεμικών πλοίων έπαιρναν μέρος και σε ναυμαχίες. Το 17ο αιώνα οι φρεγάτες ήταν τα θαύματα της μηχανικής. Οι Άγγλοι μηχανικοί πρόσθεσαν επιπλέον πανιά και όπλα. Οι Ολλανδοί τις έχτιζαν με ρηχό σκαρί. Ο οπλισμός τους περιλάμβανε από 22 κανόνια σε ένα κατάστρωμα ως και 70+ κανόνια σε δυο καταστρώματα.

Κορβέτα: Ονομασία διάφορων τύπων πλοίων που χρησιμοποιήθηκαν σε διάφορες εποχές. Ο όρος προέρχεται από ένα είδος φορτηγού πλοίου της ρωμαϊκής εποχής. Κατά το 17ο αι. οι Γάλλοι ονόμασαν κορβέτα ένα είδος πολεμικού ιστιοφόρου με τρία κατάρτια και πανιά τετράγωνα, που χρησιμοποιήθηκε για εξερευνήσεις, ταξίδια και καταδίωξη. Ήταν ευκίνητο, μήκους 35 - 50 μ. και πλάτους 8 - 10 μ. Χαρακτηριστικό του γνώρισμα ήταν ότι έφερε πυροβόλα ακάλυπτα και όχι προστατευόμενα σε πυροβολεία. Είχε πλήρωμα 200 - 300 άντρες. Αιγυπτίων

 (Εγκυκλοπαίδειες Χάρη Πάτση, Βικιπαίδεια)

 

Το μπρίκι ήταν ένα δικάταρτο πλοίο εκ των οποίων το ένα τουλάχιστον ήταν αρματωμένο με τετράγωνα πανιά. Τα νεότερα μπρίκια έφεραν τετράγωνα πανιά και στα δύο κατάρτια και αυτός είναι ο συνήθης τύπος του πλοίου αυτού

(Εγκυκλοπαίδεια  Χάρη Πάτση ,Εγκυκλοπαίδεια 2002)




ενώ ο στρατός αριθμούσε 4 χιλιάδες άνδρες υπό την καθοδήγηση του Χουσείν Μπέη, ενός ικανότατου Τούρκου αξιωματικού που είχε καταπνίξει την κρητική επανάσταση. Η δύναμη των Κασιωτών δεν ξεπερνούσε τους 1200 άνδρες(περίπου 500 ήταν κρήτες), με 30-35 πολυβόλα. Παρ΄ όλα αυτά οι αρχικές επιθέσεις από την θάλασσα  των Τουρκο – Αιγυπτιακών στρατευμάτων αποκρούστηκαν με επιτυχία.  Την 26η Μαΐου, η ναυτική μοίρα των Αιγυπτίων, ενισχύθηκε, έφτασε τα 45 πλοία και έγινε μια προσπάθεια αποβίβασης στρατευμάτων με 18 καΐκια και βάρκες, αλλά λόγω των βραχωδών ακτών απέτυχε. 

Και τότε, παρουσιάστηκε ένας νέος Εφιάλτης, στην ελληνική ιστορία. Κάτοικος του νησιού με το όνομα Ζαχαριάς (9), σύμφωνα με τις διασωθέντες ιστορικές μαρτυρίες, υπέδειξε στον Αιγυπτιακό στρατό ασφαλή αφρούρητη τοποθεσία στην Δυτική πλευρά του νησιού, στην σημερινή περιοχή της Αντιπεράτου, όπου μπόρεσαν με 30 και πλέον καΐκια να αποβιβάσουν ικανότατο αριθμό πολεμιστών (πιθανολογείται ότι ήσαν περί τις 3.000 άνδρες) υπό την αρχηγία του χιλίαρχου Μούσα και ανάλογο υλικό.  Το ημερολόγιο έδειχνε 7 Ιουν 1824.

Από τους πέντε (κατ΄ άλλη εκδοχή έξι) φρουρούς της απόκρημνης περιοχής, οι τέσσερις (ή πέντε)  φονεύθηκαν αμέσως και μόνον ένας γλύτωσε ο οποίος έτρεξε να ειδοποιήσει τους συμπολίτες του. Στο μεταξύ,  αφού δημιουργήθηκε, χωρίς ουσιαστική αντίσταση,  το προγεφύρωμα που επεδίωκαν αποβιβάστηκε  το σύνολο του στρατεύματος που περίμενε στα 45 πλοία της ναυτικής τους μοίρας.

      Δεν χρειάστηκε παρά μονάχα μια ημέρα για να καταστραφεί ολοσχερώς το νησί. Παρά την ηρωική αντίσταση των υπερασπιστών του νησιού, δεν κατέστη δυνατόν να συγκρατηθούν οι ορδές του εχθρού. Πάνω από 2.000 χιλιάδες άνδρες, γυναίκες και παιδιά, βιάστηκαν και  σφαγιάστηκαν. Περίπου 500 άνδρες αιχμαλωτίστηκαν και χρησιμοποιήθηκαν ως πληρώματα στα πλοία του Αιγυπτιακού στόλου, ενώ γυναικόπαιδα πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Αλεξάνδρειας.

 

Παραπομπές:

(9) Η παράδοση θέλει τον Ζαχαριά μη Κασιώτη , όμως οι ιστορικές ανεξακρίβωτες πληροφορίες αναφέρουν ότι ήταν  από Ρόδιο πατέρα και Κασιώτισα μητέρα. (www.kosblogs.gr, www.diakoporama.gr, Ιστορικά Μελετήματα του Αντώνη Μηνά Σοφού 1998)

 

 


 

 

 

Οι  πρόκριτοι αποκεφαλίστηκαν και κρεμάστηκαν, σπίτια και καταστήματα λεηλατήθηκαν, εκκλησίες βεβηλώθηκαν και παραδόθηκαν στις φλόγες. Όμως ήταν και αρκετοί αυτοί που χρησιμοποιώντας μικρά καΐκια και βάρκες κατόρθωσαν να σπάσουν τον κλοιό των επιτιθέμενων και να διαφύγουν στα γύρω νησιά για να διασωθούν. Σημαντικός αριθμός πλοίων που δεν καταστράφηκαν, η ιστορική αλήθεια αναφέρεται σε26, μαζί με άλλα περιουσιακά στοιχεία των Κασιωτών μεταφέρθηκαν στην Αίγυπτο.

Ένας από τους της Κάσου που ξεχώρισε για την ανδρεία του, ήταν ο Μάρκος Μαλλιαράκης, (10) γνωστός και ως Διακομάρκος.

Χαρακτηριστική είναι η συνομιλία του Ισμαήλ Γιβραλτάρ με τον Γάλλο Ναύαρχο Δεριγνύ, (11)  που αποδεικνύει από την μια,  το μίσος των Τουρκο- Αιγυπτίων για το νησί και από την άλλη, την άποψη των Ευρωπαίων για την ψυχή των Ελλήνων. «Η Κάσος δεν υπάρχει πια, την κατέστρεψα εντελώς και δεν άφησα ρουθούνι να ανασάνει!.....βέβαια πρέπει να έχουνδιαφύγει ορισμένοι» οπότε ο ναύαρχος Δεριγνύ του επισήμανε: Αγαπητέ μου δεν έκανες τίποτα σπουδαίο, γιατί αυτοί θα επανέλθουν και θα αναγεννηθούν μέσα από τις στάχτες τους…»

       Στις 17 Ιουνίου 1824, ναυτική μοίρα έφτασε στην Κάσο ανταποκρινόμενη στο αίτημα για βοήθεια. Όμως ήταν ήδη πολύ αργά.

 

 

Παραπομπές:

 

(10) Ο Μάρκος Μαλιαράκηςσπουδαίος ναύαρχος της εποχής εκείνης διέπρεψε στον ναυτικό και επιχειρηματικό τομέα.Από τις πρώτες μέρες της Επανάστασης βρέθηκε στις επάλξεις του Αγώνα. Τον Ιούνιο του 1821, με το «μπεργαντίνον» του «Λεωνίδας» και 59 ναύτες, έσπευσε να βοηθήσει με δικά του εφόδια και έξοδα τους Κρητικούς, που απειλούνταν από τον εχθρό. Στις 28 Ιουλίου ενώθηκε με τον ελληνικό στόλο και επιτέθηκε στην εχθρική φλότα, κοντά στην Κω. Διορίστηκε τον Ιούλιο του 1822 από τον έπαρχο Κάσου, «φροντιστής της θάλασσας», με καθήκον να φροντίζει τα πολεμικά πλοία της επαρχίας και να εποπτεύει το έργο των λιμεναρχών. Τον Μάιο του 1823 διορίστηκε έπαρχος Καρπάθου και οργάνωσε αποτελεσματικά τη διοίκηση και την άμυνα του νησιού.

Αντιπροσώπευσε την Κάσο στη Β' Εθνοσυνέλευση του Άστρους Κυνουρίας, το 1823. Ηγέτης του ηρωικού αγώνα των Κασιωτών εναντίον του ισχυρότατου στόλου του Ισμαήλ Γιβραλτάρ και των Αλβανών υπό τον Χουσείνμπεη, που κατέληξε στη θυσία και στο Ολοκαύτωμα της Κάσου, στις 7 Ιουνίου του 1824. Με τον ηρωισμό του προκάλεσε το θαυμασμό του ίδιου του Χουσεϊν. Σκοτώθηκε κατατρυπημένος από τα μαχαίρια των εχθρών, αφού αρνήθηκε την προσφορά του Χουσεϊν να του χαρίσει τη ζωή, με αντάλλαγμα να τον ακολουθεί στις εκστρατείες του. Το 1827, το Υπουργείο Ναυτικών του απένειμε το βαθμό του πλοιάρχου.

 

(11) Δεριγνύ: Γάλλος κόμης γεννήθηκε το 1782 στο Τουλ και πέθανε το 1835 στο Παρίσι. Από το 1822 διατέλεσε ναύαρχος του γαλλικού στόλου της Ανατολής, του οποίου η δράση συσχετίστηκε άμεσα με την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Ο Δεριγνύ έδειξε από την αρχή συμπάθεια προς τον ελληνικό αγώνα. Το 1823, όταν πολλοί Έλληνες κινδύνευσαν να πεθάνουν από την πείνα, με τις καταστροφές που είχε προξενήσει στην Εύβοια ο Χοσρέφ πασάς, ο Δεριγνύ με τα γαλλικά πολεμικά σκάφη "Σειληνός" και "Μήδεια" τους έσωσε. Αργότερα, το 1827, όταν η ελληνική φρουρά είχε αποκλειστεί στην Ακρόπολη, μεσολάβησε μεταξύ των Ελλήνων και του Κιουταχή και πέτυχε να υπογραφτεί συμφωνία έντιμης εξόδου (24 Μαΐου 1827). Τον ίδιο χρόνο, 20 Οκτωβρίου, ως αρχηγός μοίρας του γαλλικού ναυτικού, πήρε μέρος μαζί με το αγγλικό και ρωσικό ναυτικό στη ναυμαχία του Ναυαρίνου, η οποία υπήρξε αποφασιστικής σημασίας για την εξέλιξη της Ελληνικής Επανάστασης. (Εγκυκλοπαίδεια  Χάρη Πάτση, Εγκυκλοπαίδεια 2002)

 

 

 

 

 

 


 

 

Η πολιτεία, μετά την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα, στην προσπάθεια της να αναγνωρίσει την προσφορά των Κασιωτών στον απελευθερωτικό αγώνα του 1821 αλλά και να τιμήσει την μνήμη των νεκρών του ολοκαυτώματος, καθόρισε ως ημέρα τιμής την 7η Ιουνίου.

     Η ελληνική παράδοση έντυσε με υπέροχα δημοτικά τραγούδια και μοιρολόγια την τραγωδία του μαρτυρικού νησιού(12)

 

 

Παραπομπές:    

 

(11)"Μαύρο πουλάκι κάθεται στης Κάσου τ' αγριοβούνι,

βγάλλειφωνίτσαθλιερή και μαύρο μοιρολόι.

  Μάνα, κλαμός και βουγκητός εις το νησί της Κάσου!

  Η μάνα κλαίει το παιδί και το παιδί τη μάνα

  κι ο αερφός την αερφή κι άουροςτηκ καλή του.

  Μπας και πανούκλα πλάκωσε, μπας και σεισμός εϊνη;

  Μηδέ πανούκλα πλάκωσε, μητέ σεισμός εϊνη,

 

Χουσεϊν πασάς επλάκωσεν από την Αλεξάντρα.

  Γίνονται στίβες τα κορμιά, τα αίματα ποτάμια.

  Σφάζουν τους γέρους και τις γριές κι όλα τα παλικάρια

  τις κοπελιές και τα μωρά στη φλότα τους μπαρκάρουν

 

  σκλάβους να τους πουλήσουσι στης Μπαρμπαριάς τα μέρη.

  Και μια απ' τις σκλάβες ήλεγε με θλιερήφωνίτσα.

  Χίλια κι αν κάμεις, Χουσεϊν, χίλια κι αν μας πουλήσεις,

  εμείς του Τούρκου το σπαθί 'εθ θα το φοηθούμεγια

  θα μας κόψεις ούλους μας, για λευτεριά θα 'ούμε."

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

            Λέυκωμα της Κάσου του Ιατρού Κ.Ν. Φραγκούλη               

           (εκδόσεις Νέοι ήχοι) 1921

            Νεώτερον ΕγκυκλοπαιδικόνΛεξικόν "ΗΛΙΟΥ" (1950)

            Ναυτική Εποποιία του 1821, Αρχηγείο Ναυτικού (1971)

            Το Ναυτικό στην Ιστορία των Ελλήνων,

Αρχιπλοιάρχου(Ο) Μ. Σίμψα ΠΝ (1982)

            Η Καταστροφή της Κάσου, Ε. Περσελή (1997)

            Ιστορικά Μελετήματα του Αντώνη Μηνά Σοφού Αθήνα

1998

            Το ολοκαύτωμα της Κάσου: Ομιλία του του

Υποναυάρχου (ε.α.) Μάρκου Μάστρακα Π.Ν  2005

            Εγκυκλοπαίδεια Χάρη Πάτση

            Εγκυκλοπαίδεια 2002

Διαδίκτυο:

            Ιστοσελίδα Δήμου νήσου Κάσου

            Εγκυκλοπαίδεια Βικιπαίδεια

            www.diakoporama.gr

            www.kosblogs.gr