Σάββατο 8 Αυγούστου 2026

«Άργος» Η παλαιότερη ιστορία πίστης ενός σκύλου. Ο σκύλος του Οδυσσέα!

 Γράφει ο Δημήτριος Γκόγκας με την βοήθεια της ΑΙ


 
    Η παλαιότερη καταγεγραμμένη ιστορία πίστης σκύλου στην παγκόσμια λογοτεχνία είναι αυτή του Άργους, του πιστού σκύλου του Οδυσσέα από την Οδύσσεια του Ομήρου, η οποία χρονολογείται γύρω στον 8ο αιώνα π.Χ.
 

Η ιστορία του Άργους (8ος αιώνας π.Χ.)
 
    Στο έπος του Ομήρου, ο Άργος περιμένει το αφεντικό του για 20 ολόκληρα χρόνια. Όταν ο Οδυσσέας επιστρέφει τελικά στην Ιθάκη μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο για να μην τον αναγνωρίσουν οι μνηστήρες, ο Άργος είναι ο μόνος που τον καταλαβαίνει αμέσως. Παρόλο που είναι γέρος, παραμελημένος και αδύναμος, κουνάει την ουρά του και χαμηλώνει τα αυτιά του, δείχνοντας την ακλόνητη πίστη του. Μόλις βεβαιώνεται ότι ο κύριός του επέστρεψε με ασφάλεια, αφήνει την τελευταία του πνοή.
 
Η ιστορία του Άργους ξεδιπλώνεται στη Ραψωδία ρ (βιβλίο 17) της Οδύσσειας και αποτελεί μία από τις πιο συγκινητικές και αριστουργηματικά γραμμένες σκηνές της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Η εκτροφή και τα νιάτα του: Ο ίδιος ο Οδυσσέας είχε υιοθετήσει και αναθρέψει τον Άργο. Τον εκπαίδευσε ο ίδιος ως κυνηγόσκυλο πριν φύγει για την Τροία. Η λέξη ἀργός στην αρχαία ελληνική γλώσσα σήμαινε «γρήγορος», «σβέλτος» ή «αστραφτερός». Ήταν διάσημος στην Ιθάκη για την απίστευτη ταχύτητά του και την ικανότητά του να μην χάνει ποτέ κανένα ίχνος στο κυνήγι άγριων αιγών, ελαφιών και λαγών.
Η απώλεια: Ο Όμηρος σημειώνει χαρακτηριστικά ότι ο Οδυσσέας τον μεγάλωσε αλλά «δεν πρόλαβε να τον χαρεί», καθώς η επιστράτευση για τον Τρωικό Πόλεμο τον ανάγκασε να φύγει αμέσως.
Η παραμέληση και η εξαθλίωση:
Όσο έλειπε ο βασιλιάς, οι νέοι του νησιού χρησιμοποιούσαν τον Άργο στο κυνήγι. Όταν όμως ο σκύλος γέρασε και ο Οδυσσέας θεωρήθηκε νεκρός, οι υπηρέτες και οι μνηστήρες τον εγκατέλειψαν πλήρως. Ο Οδυσσέας τον αντικρίζει έξω από τις πύλες του παλατιού, πεταμένο πάνω σε έναν σωρό από κοπριές ζώων, ανίκανο να κινηθεί, γεμάτο παράσιτα και τσιμπούρια. Όταν ο Οδυσσέας πλησιάζει μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο μαζί με τον πιστό χοιροβοσκό Εύμαιο, ο Άργος αντιλαμβάνεται την παρουσία του. Παρά τη μεταμφίεση, τη γερασμένη φωνή και τα 20 χρόνια που πέρασαν, ο Άργος αναγνωρίζει αμέσως το αφεντικό του (από τη μυρωδιά ή την αύρα του). Δεν έχει πια τη δύναμη να σηκωθεί. Το μόνο που καταφέρνει είναι να κουνήσει την ουρά του και να κατεβάσει τα αυτιά του σε ένδειξη υποταγής και χαράς.
Το δάκρυ του Οδυσσέα: Ο Οδυσσέας, βλέποντας τον αγαπημένο του σκύλο σε αυτή την κατάσταση, συγκινείται βαθιά. Ωστόσο, επειδή δεν πρέπει να αποκαλύψει την ταυτότητά του στον Εύμαιο και να καταστρέψει το σχέδιο της εκδίκησης, σκουπίζει κρυφά ένα δάκρυ χωρίς να τον δει κανείς.
Ο θάνατος ως λύτρωση Μόλις ο Άργος σιγουρεύεται ότι ο κύριός του επέστρεψε ζωντανός, εκπληρώνει τον σκοπό της ζωής του. Ξεψυχά αμέσως, έχοντας κρατηθεί στη ζωή για 20 χρόνια μόνο και μόνο για αυτή τη στιγμή.
Τι συμβολίζει ο Άργος στην Οδύσσεια; Την απόλυτη, καθαρή πίστη: Σε αντίθεση με τους ανθρώπους του παλατιού (υπηρέτες και μνηστήρες) που πρόδωσαν τον Οδυσσέα ή τη γυναίκα του που είχε αρχίσει να λυγίζει, ο σκύλος παρέμεινε ο μόνος που δεν χρειάστηκε αποδείξεις για να τον αναγνωρίσει και να του μείνει πιστός. Την κατάσταση της Ιθάκης: Η εξαθλίωση του άλλοτε περήφανου και δυνατού Άργους αντανακλά την κατάπτωση και την παρακμή ολόκληρου του βασιλείου της Ιθάκης στα χέρια των άπληστων μνηστήρων.
 
Ο διάλογος με τον Εύμαιο και τα λόγια του για τον Άργο
Όταν ο Οδυσσέας (μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο) αντικρίζει τον Άργο παραμελημένο, ρωτάει τον χοιροβοσκό Εύμαιο με προσποιητή απορία, για να μην προδώσει την ταυτότητά του: «Εύμαιε, είναι παράξενο που αυτός ο σκύλος κοίτεται εδώ στις κοπριές. Το κορμί του είναι όμορφο, αλλά δεν ξέρω αν ήταν γρήγορος στο τρέξιμο ή αν ήταν απλά ένας σκύλος του τραπεζιού, απ' αυτούς που κρατούν οι αφέντες μόνο για επίδειξη». Ο Εύμαιος, χωρίς να ξέρει ότι μιλάει στον ίδιο τον Οδυσσέα, του απαντά με λόγια γεμάτα θλίψη και παράπονο για την κατάντια του παλατιού: Η αποκάλυψη του ιδιοκτήτη: Του εξηγεί αμέσως ότι αυτός είναι ο σκύλος ενός άντρα που πέθανε μακριά. «Αν τον έβλεπες», λέει, «όπως τον άφησε ο Οδυσσέας όταν έφυγε για την Τροία, θα θαύμαζες τη γρηγοράδα και τη δύναμή του». Ο Εύμαιος θυμάται τα νιάτα του Άργους στα πυκνά δάση. «Κανένα αγρίμι δεν του ξέφευγε στο βαθύ δάσος όταν το έβαζε στο μάτι, και ήταν άριστος στο να βρίσκει τα ίχνη τους (ιχνηλασία)». Ο χοιροβοσκός κλείνει με μια σπουδαία διαπίστωση για την απουσία του αφεντικού και τη δουλεία: «Τώρα όμως τον βρήκε η δυστυχία. Ο αφέντης του χάθηκε και οι αναίσθητες υπηρέτριες δεν τον φροντίζουν. Γιατί οι δούλοι, όταν το αφεντικό λείπει και δεν τους προστάζει, δεν θέλουν να κάνουν σωστά τη δουλειά τους. Ο Δίας παίρνει τη μισή αξία (την αρετή) ενός ανθρώπου τη μέρα που γίνεται σκλάβος».
Τι ράτσα ήταν ο Άργος σύμφωνα με τα αρχαία κείμενα;
Ο Όμηρος δεν αναφέρει κάποιο όνομα ράτσας με τη σύγχρονη έννοια, καθώς η συστηματική κατηγοριοποίηση έγινε αργότερα. Ωστόσο, από τις περιγραφές της ταχύτητάς του, της ικανότητας ιχνηλασίας στο δάσος και των θηραμάτων του (ελάφια, αγριοκάτσικα), οι μελετητές και οι αρχαιοζωολόγοι καταλήγουν σε συγκεκριμένα συμπεράσματα: Λακωνικός Διώκτης ή Κρητικός Ιχνηλάτης: Ο Άργος ανήκε ξεκάθαρα στην ευρύτερη οικογένεια των αρχαιοελληνικών ιχνηλατών. Οι πιο διάσημοι σκύλοι της εποχής ήταν οι «Λακωνικοί» (από τη Σπάρτη) και οι «Κρητικοί», οι οποίοι εκτρέφονταν αποκλειστικά για το κυνήγι με βάση την όσφρηση και την ταχύτητα. Ήταν σκύλοι μέσου μεγέθους, εξαιρετικά στεγνοί, μυώδεις, με μακρύ ρύγχος, όρθια ή ημι-όρθια αυτιά και βαθύ στήθος για μεγάλη αντοχή στο τρέξιμο. Δεν είχαν καμία σχέση με τα βαριά σκυλιά φύλαξης (όπως οι Μολοσσοί).
Σήμερα, ο άμεσος και επίσημα αναγνωρισμένος απόγονος αυτών των σκύλων είναι ο Ελληνικός Ιχνηλάτης (το κλασικό «γκέκας»). Έχει διατηρήσει τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά: απίστευτη εμμονή στο ίχνος του θηράματος, μεγάλη αντοχή σε δύσβατα, ορεινά εδάφη και απόλυτη, σχεδόν προσηλωμένη αφοσίωση στον κυνηγό-αφεντικό του.
 
Η σχέση των αρχαίων Ελλήνων με τους σκύλους (κύνες) ήταν βαθιά, πολυδιάστατη και ξεπερνούσε κατά πολύ την απλή χρησιμότητα. Τους θεωρούσαν συντρόφους, προστάτες, πλάσματα με υψηλή νοημοσύνη και, όπως αποδεικνύουν οι αρχαιολογικές ανασκαφές, τους θρηνούσαν και τους έθαβαν με τιμές. Οι αρχαίοι Έλληνες έφτιαχναν περίτεχνους τάφους με συγκινητικά επιγράμματα (επιτάφιους) για τα κατοικίδιά τους. Ένα διάσημο επίγραμμα στην Αθήνα αναφέρει: «Αυτός είναι ο τάφος του σκύλου Στέφανου, που χάθηκε, για τον οποίο η Ροδόπη έχυσε δάκρυα και τον έθαψε σαν άνθρωπο». Χρησιμοποιούνταν για τη φύλαξη σπιτιών (οικουρός κύων) και κοπαδιών. Στη μάχη του Μαραθώνα, ένας Αθηναίος πολέμησε μαζί με τον σκύλο του, ο οποίος μάλιστα απεικονίστηκε αργότερα στην περίφημη Ποικίλη Στοά δίπλα στους ήρωες. Ο Πλάτων αποκαλούσε τον σκύλο «φιλόσοφο», επειδή ξεχωρίζει τον φίλο από τον εχθρό με βάση τη γνώση και την άγνοια. Από την άλλη, οι Κυνικοί Φιλόσοφοι (με κυρίως εκπρόσωπο τον Διογένη) πήραν το όνομά τους από τον σκύλο, επειδή θαύμαζαν την ειλικρίνεια, την απλότητα και την αυθεντική συμπεριφορά του ζώου.
 
Οι σημαντικότερες αναφορές σε Αρχαία Βιβλία  Πέρα από την Οδύσσεια του Ομήρου, ο σκύλος πρωταγωνιστεί σε μερικά από τα σπουδαιότερα κείμενα της αρχαιότητας:
1. «Κυνηγετικός» του Ξενοφώντα (περίπου 400 π.Χ.)Πρόκειται για το πρώτο ολοκληρωμένο εγχειρίδιο στον κόσμο για την εκπαίδευση, τη φροντίδα και τη σημασία των σκύλων. Ο Ξενοφών αναλύει πώς πρέπει να επιλέγονται τα κουτάβια, ποιες είναι οι καλύτερες ράτσες και πώς να τους συμπεριφέρεται ο ιδιοκτήτης με αγάπη και δικαιοσύνη. Καταγράφει μάλιστα μια λίστα με κατάλληλα ονόματα σκύλων, τα οποία έπρεπε να είναι σύντομα (μονοσύλλαβα ή δισύλλαβα) για να φωνάζονται εύκολα (π.χ. Ορμή, Λαίλαψ, Θύελλα, Άλκη). Η δική του αγαπημένη σκυλίτσα ονομαζόταν Ορμή.
2. «Περί Ζώων Ιστορίαι» του Αριστοτέλη (4ος αιώνας π.Χ.)Ο μεγάλος φιλόσοφος και επιστήμονας προσεγγίζει τον σκύλο με βιολογικό και ανατομικό ενδιαφέρον. Κατηγοριοποιεί τις ράτσες της εποχής, εξαίροντας τους Λακωνικούς και τους Μολοσσικούς κύνες (οι Μολοσσοί της Ηπείρου ήταν τεράστιοι σκύλοι φύλαξης κοπαδιών και πολεμιστές).Καταγράφει με ακρίβεια τις ασθένειες των σκύλων (όπως τη λύσσα) και τη διάρκεια ζωής τους.
3. «Κυνηγετικός» του Αρριανού (2ος αιώνας μ.Χ.) Έξι αιώνες μετά τον Ξενοφώντα, ο ιστορικός Αρριανός γράφει ένα συμπληρωματικό βιβλίο. Μέσα στο έργο του υπάρχει ένα από τα πιο τρυφερά αποσπάσματα της αρχαιότητας, αφιερωμένο στη σκυλίτσα του, την Όρμη (της είχε δώσει το όνομα της σκυλίτσας του Ξενοφώντα). Περιγράφει πώς κοιμόταν μαζί του, πώς τον υποδεχόταν όταν επέστρεφε σπίτι και πώς του ακουμπούσε το πόδι της για να του θυμίσει να την ταΐσει.
4. «Βίοι Παράλληλοι» του Πλουτάρχου Ο Πλούταρχος διασώζει την ιστορία του σκύλου του Ξάνθιππου (που αναφέραμε πριν) και σχολιάζει τη βαθιά συγκίνηση των Αθηναίων που έβλεπαν τα ζώα να υποφέρουν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Σημειώνει ότι η καλοσύνη προς τα ζώα είναι δείγμα ανώτερου ανθρώπινου πολιτισμού.
 
Οι αρχαίοι Έλληνες έδιναν τεράστια σημασία στα ονόματα των σκύλων τους. Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα (στο έργο του Κυνηγετικός), ένα καλό όνομα έπρεπε να είναι σύντομο (μονοσύλλαβο ή δισύλλαβο) ώστε ο ιδιοκτήτης να μπορεί να το φωνάξει γρήγορα και ο σκύλος να ανταποκρίνεται ακαριαία κατά τη διάρκεια του κυνηγιού ή της φύλαξης. Τα ονόματα ήταν πάντα γεμάτα νόημα, εμπνευσμένα από τις αρετές του ζώου (ταχύτητα, δύναμη, θάρρος), τη συμπεριφορά του ή τα φυσικά του χαρακτηριστικά.
Κατηγορίες Αρχαιοελληνικών Ονομάτων για Σκύλους
1.       Ονόματα για Ταχύτητα και Ορμή
Όρμη: Η ορμητική, αυτή που επιτίθεται με πάθος. (Το όνομα της αγαπημένης σκυλίτσας του Ξενοφώντα αλλά και του Αρριανού).
Λαίλαψ: Η θύελλα, ο ανεμοστρόβιλος. (Στη μυθολογία, ο Λαίλαψ ήταν ένας μαγικός σκύλος που δεν έχανε ποτέ το θήραμά του).
Σπουδή: Η βιασύνη, η ταχύτητα, η ζωντάνια.
Ακτίς: Η αχτίδα του ήλιου (που κινείται με την ταχύτητα του φωτός).
Ποδάργης: Αυτός που έχει γρήγορα πόδια.
2.       Ονόματα για Δύναμη, Θάρρος και Άμυνα
Άλκη: Η δύναμη, το σθένος, η γενναιότητα.
Άλκιμος: Ο δυνατός, ο γενναίος.Καίνων: Αυτός που σκοτώνει/εξολοθρεύει το θήραμα.
Φλέγων: Αυτός που καίει σαν τη φωτιά, ο γεμάτος πάθος.
Ύβρις: Η αλαζονεία, το θράσος απέναντι στον κίνδυνο.
Στίχων: Αυτός που βαδίζει σε ευθεία γραμμή, ο πειθαρχημένος.
3.       Ονόματα για Φωνή και Ειδοποίηση (ιδανικά για Ιχνηλάτες)
Κραυγή: Αυτή που γαβγίζει δυνατά όταν βρίσκει το ίχνος.
Φθόγγος: Ο ήχος, η καθαρή φωνή.
Κλάγγη: Ο οξύς, μεταλλικός ήχος (το δυνατό γάβγισμα).
4.       Ονόματα από τη Μυθολογία και την Ιστορία
Άργος: Ο γρήγορος, ο αστραφτερός (ο πιστός σκύλος του Οδυσσέα).
Περίτας: Το όνομα του διάσημου σκύλου του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Κέρβερος: Ο διάσημος τρικέφαλος φύλακας του Άδη (το όνομα χρησιμοποιούνταν συχνά για άγριους σκύλους φύλαξης).
 
Τι απαγορευόταν; Οι αρχαίοι Έλληνες απέφευγαν αυστηρά να δίνουν στα σκυλιά τους ανθρώπινα ονόματα (π.χ. Περικλής ή Σωκράτης), καθώς θεωρούσαν ότι αυτό έδειχνε ασέβεια προς τους ανθρώπους. Επίσης, απέφευγαν μεγάλα και σύνθετα ονόματα που θα μπέρδευαν το ζώο την ώρα της δράσης.
 
 
Άλλες κορυφαίες ιστορίες πίστης από την αρχαιότητα έως σήμερα
 
Εκτός από τον Άργο, η ιστορία έχει καταγράψει μερικά ακόμη εμβληματικά παραδείγματα απόλυτης αφοσίωσης:
            Ο σκύλος του Ξάνθιππου (480 π.Χ.): Κατά την εκκένωση της Αθήνας πριν από τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, ο σκύλος του Ξάνθιππου (πατέρα του Περικλή) δεν άντεξε τον αποχωρισμό. Έπεσε στη θάλασσα, κολύμπησε δίπλα στην τριήρη μέχρι τη Σαλαμίνα και πέθανε εκεί από την εξάντληση. Το σημείο τάφου του ονομάστηκε «Κυνός Σήμα» (το σήμα του σκύλου).
            Περίτας (4ος αιώνας π.Χ.): Ο αγαπημένος σκύλος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο οποίος τον προστάτευσε με τη ζωή του στη μάχη εναντίον των Περσών. Προς τιμήν του, ο Αλέξανδρος ίδρυσε μια πόλη και της έδωσε το όνομά του.
            Χάτσικο (1923–1935 μ.Χ.): Η πιο διάσημη σύγχρονη ιστορία. Ο ιαπωνικός σκύλος ράτσας «Ακίτα» περίμενε καθημερινά για 9 ολόκληρα χρόνια στον σιδηροδρομικό σταθμό της Σιμπούγια το αφεντικό του, τον καθηγητή Ουένο, ο οποίος είχε πεθάνει ξαφνικά στη δουλειά του.
 

Ψυχή και σώμα /ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ

 
Αύγουστος 2026, περιδιαβαίνοντας τους δρόμους της Λάρνακας, γράφτηκαν αυτοί οι στίχοι

ακούστε τους: https://suno.com/s/eUf8hkcsLjn0HGyN
και



Θάβω στο χώμα
τις αναμνήσεις μου,
τα όνειρα,
τις κατακτήσεις μου.
Κι αν με ρωτάτε,
γιατί το έκανα.
Θα πω μονάχα
μέσα μου πέθανα!
Ψυχή και σώμα,
ότι αγάπησα.
Πέφτει σε κώμα
ότι προσπάθησα.
Κι ότι κι αν κάνω
κανείς δεν νοιάζεται.
Θεός που φτάνω
με αφουγκράζεται!
Μην με ρωτάτε,
λοιπόν τι έφταιξε.
Κάποια μου μοίρα,
στον χρόνο έπαιξε.
Μάνα νομίζω,
δεν με αγάπησες,
γιατί στον κόσμο
μόνο με άφησες!
Πάνω στο κύμα,
ποτέ δεν βαδησα
και στο λιμάνι
να φτάσω άργησα.
Ένα σου βλέμμα
κενό σαν άβυσσος
σαν να 'ταν ψέμα
κι όχι παράδεισος!

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Το ξωτικό του Στρυμονικού (Μια ιστορία του Στρυμονικού Σερρών) / Δημήτριος Γκόγκας


Μια ξεχασμένη ιστορία του Στρυμονικού Σερρών. Το ξωτικό του χωριού. 

 https://suno.com/s/VMfJHqRw8PQplybw
 
Σ΄ ένα χωριό του κάμπου, κει στο Στρυμονικό
Ύφαναν ιστορίες, σιμά στον αργαλειό.
 
Τούτη η ιστορία, που θα διηγηθώ
την έμαθα απ΄ πάππου, την λέω και εγώ.
 
Σ΄ ένα σπιτάκι ζούσε, άσχημη κοπελιά
τα δειλινά γυρνούσε, σε λόγγους και βουνά.
 
Παρέα με τους λύκους και τα λυκάκια της.
Τα ερπετά, τα φίδια, με τα φιδάκια της.
 
Για προσκεφάλι είχε, κοτρόνα* (μασαλά!) *
Βολτάριζε τα νύχτες στον πάνω μαχαλά.
 
Τ΄ αγόρια της σφυρίζαν στα μονοπάτια της
κι ανάβαν τα φιτίλια και τα γινάτια της.
 
Εκείνη μες στη τρέλα, αρπάζει δυο παιδιά.
Τα βρήκανε σφαγμένα κάπου στη ρεματιά,
 
Του Αι Χαραλάμπη*, σ΄ ένα κρυφό γκρεμό.
Ανάψανε κεράκια από βαθύ καημό. 
 
Οι χωρικοί καρτέρι, μέρα της στήνουνε.
Τη Κοπελιά να πιάσουν, να ανακρίνουνε.
 
Μα η κοπελιά συνήθως, γινόταν ζωτικό
και στοίχειωνε τα βράδια, στο έρημο χωριό.
 
Τρία σημάδια βάλαν, μες στα περάσματα,
Στο Πέγκο*, στη Μαγκίλα* και στα χαλάσματα.*
 
Και μια και δυό και πέντε και δεκατρείς φορές
τη φέραν στη πλατεία, μπροστά στους δικαστές.
 
Η άσχημη γυναίκα με δάκρυα και λυγμούς,
το έλεος ζητάει από τους χωριανούς.
 
Αν δεν με κοροϊδεύαν, αν δεν με σφύριζαν.
Αν δεν πετροβολούσαν, αν δεν με πείραζαν.
 
Εγώ θα ΄ μουν στο δάσος με τα φιδάκια μου
Κι οι νιοι, τα παλικάρια, τα παιχνιδάκια μου.
 
Μα οι δικαστές πεισθήκαν για μέγα φονικό
Κι ορθώς όπως μου είπαν βαρύ κατηγορώ.
 
Τη σύρανε δεμένη και με θηλιά πλεκτή
στη γέφυρα κρεμάσαν, που έχει γκρεμιστεί.
 
Κι αφού τη ρίξαν χάμω, λυγάει ο δοκός
Κι όλοι αναφωνήσαν «μεγάλος ο θεός»
 
Η άσχημη γυναίκα, με  ξωτική πνοή
Βγάζει απ΄ το λαιμό της, κειν΄ το τραχύ σχοινί.
 
Τα μάτια της σηκώνει, ψηλά στον ουρανό
και πέφτει μια αντάρα στο ξεροπόταμο*.
 
Οι χωριανοί τραπήκαν σε άτακτη φυγή
«Αθώωση» ζητούσαν από το Δικαστή.
 
Για να τελειώνω τώρα, να μη πολυλογώ,
η άσχημη γυναίκα, γίνηκε ξωτικό.
 
Αν πάτε στη πατρίδα μου, κει στο Στρυμονικό
αν ψάξετε τις νύχτες στο μαύρο ουρανό.
 
Θα δείτε ένα λαμπιόνι, η Πούλια να κρατά
έν΄ άσπρο χελιδόνι μονάχο να πετά.
 
Είναι η κοπελιά μας, το μόνο ξωτικό
που ζει μες στη καρδιά μας, σαν τρέμουλο καλό.
 
 
 
Και τώρα αν απορείτε, η γέφυρα γιατί
χρόνια που γκρεμισμένη, όλους μας, μας θωρεί.
 
Να πάτε να ρωτήσετε ποιοί είδαν ξωτικό
και χώρισε στα δύο, το έρημο χωριό.
 
 
Επεξηγήσεις αναφορών στο ποίημα:
 
*Στρυμονικό: Χωριό του Ν. Σερρών
*Κοτρόνα: Μεγάλη πέτρα
*Μασαλά: (αφερίμ) μπράβο!
*Αι Χαράλαμπος: Ξωκλήσι στη περιοχή
*Χαλάσματα: Αναφέρομαι σε ευρήματα αρχαίου οικισμού στη περιοχή
*Πέγκο: Δασώδη περιοχή του Στρυμονικού
* Ξεροπόταμος: Το ρέμα της Κοινότητας
* Μαγκίλα: Λόφος

Το παλάτι των παιδιών του Δημητρίου Γκόγκα



Το 2018 εκδίδω την Ποιητική Συλλογή: Ένα τετράδιο για το Στρυμονικό. Στο γ΄μέρος της συλλογής υπάρχει το ποίημα : Το παλάτι των παιδιών (Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΙ Ο ΑΝΤΩΝΗΣ). Γραμμένο στη μνήμη του πατέρα μου Αντώνη και του παπού μου Δημήτρη, του οποίου το όνομα έχω. Φέτος αποφάσισα και έντυσα με μουσική (ΑΙ) αυτό το ποιηκοτράγουδο! Μπορείτε να το ακούσεται στον παρακάτω σύνδεσμο:

https://suno.com/s/9xKADDghoshQFssc

Όσο θυμάμαι το χωριό, θα λέω για τον Δημητρό και τον Αντώνη. Για του Δεκέμβρη τη δροσιά, της μάνας μου την αγκαλιά, που δεν παγώνει. Σε μια αυλή από πηλό, είχαν στη στέγη, είχαν στη στέγη πελαργό και χελιδόνια. Που ξενιτεύονταν θαρρώ, με της βροχής τον ερχομό τα πρώτα χιόνια. Κάθε πρωί, πριν το σκολειό απ’ το χέρι με κρατούσε
ο παππούς μου.
Κι ένα μπισκότο λιχουδιά, με ταξίδευε μακριά, θυμάται ο νους μου. Στο χωριό, στο χωριό, δεν παγώνει η καρδιά. Στο χωριό, στο χωριό με κρατάνε τα παλιά. Ο Δημητρός, ο Αντώνης κι ο παππούς μου Σ’ ένα παλάτι με φτερά και με χώμα! Ζεύει τα ζώα ο Δημητρός. «άσε, γυναίκα, ο αγρός
γεννά χορτάρι». Από τα βάσανα εγώ, δεν θα γλυτώσω,
κι αν ο χάροντας με πάρει.
Μες στο τσεμπέρι τ’ αργυρά, στην υφασμάτινη ποδιά, το χαρτζιλίκι. Βόλοι, κρυφτό και γλυτωμό και ένας ήχος ξύλινος απ’ το τσιλίκι. Και σαν ανοίγει ο ουρανός μοιάζει το χώμα να θυμάται Πάνω σε άτι, μ’ άσπρα φτερά ο Αντωνιός περνά κοντά κι όλα γυρνάνε. Κι απ’ των συννέφων τη δροσιά σαν από κάδρου ζωγραφιά έρχονται πάλι. Τα πρώτα χιόνια σιωπηλά και μια φωνή μες στα βαθιά λέει «μην ξεχάσεις».

Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

[Μάνα μην κλαις, δεν θ΄ αργήσω] του Δημητρίου Γκόγκα

 


 

Φέτος, το 2026, αποφάσισα να γράψω ένα τραγούδι για τους 57 αδικοχαμένους ανθρώπους στο δυστύχημα των Τεμπών. Το αποτέλεσμα μπορείται να το διαβάσετε παρακάτω. Με την βοήθεια της Τεχνητής Νοημοσύνης το έντυσα με μουσική. Μπορείτε να το ακούσετε :
https://suno.com/s/nlpJiNWcCmcfBWH8



Μάνα μην κλαις, 
δεν θ΄ αργήσω.
Έχω χρόνια μπροστά, 
να τρυγήσω.
 
Κι έχω πάρει μαζί,
τη ζακέτα τη γκρι,
μη κρυώσω.
Έρχομαι στις οκτώ,
ετοιμάσου κι εγώ,
φιλί θα σου δώσω.
 
Μάνα μην κλαις, 
δεν σ΄ αφήνω.
Είμαι μες στη φωτιά 
και νιώθω πως σβήνω.
 
Έχω πάρει μαζί,
τη δική σου ψυχή
και το χάδι.
Φίλησε ότι αγαπώ.
Σπείρε βασιλικό,
να μυρίζω στον Άδη.
 
Μάνα μην κλαις
οι δικές μου εποχές
ποτέ δεν ανθίσαν.
Στο κουρνιαχτό
λάβα και ουρλιαχτό
μόνο αφήσαν.
 

Τρίτη 28 Ιουλίου 2026

To γουρούνι του Μπάρμπα – Μήτσου*

 του Δημητρίου Γκόγκα 


Ήμουν αν θυμάμαι πολύ καλά, οκτώ χρονών. Χρονιά του 1972. Ο Παππούς μου ο μπάρμπα- Δημητρός, είχε ξεκινήσει από πολύ νωρίς για την Ηράκλεια, την Τζουμαγιά, για να μας φέρει ένα γουρουνάκι. Ξεκινούσε βλέπετε το πανήγυρι της και μπορούσε ο καθένας να βρει εκεί και «του πουλιού το γάλα». Σηκώθηκε χαράματα, έζεψε το κάρο με τα δύο γαϊδούρια και αφού μας αποχαιρέτησε κίνησε  για το μεγαλοχώρι. Επειδή η απόσταση ήταν πολύ μεγάλη για τα δεδομένα εκείνης της εποχής, προτίμησε να μην μας πάρει μαζί του. Θα ερχότανε εξάλλου πολύ αργά το βράδυ. Το συνήθιζε αυτό το μικρό ταξιδάκι τα τελευταία χρόνια. 
«Του χρόνου όμως θα με πάρεις παππού;» ρώτησα «Έτσι δεν είναι;»
«Ναι» μου απάντησε, «του χρόνου θα είσαι μεγαλύτερος και θα αντέξεις την διαδρομή».
Αγόραζε το γουρούνι της χρονιάς, το τάιζε, το έθρεφε και τα Χριστούγεννα, είχε όλη η οικογένεια, χοιρινό κρέας. Κρέας που αρκούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα. 

   Η μέρα προχωρούσε και ο παππούς δεν φαινότανε. Εγώ και ο αδελφός μου κουρασμένοι από το παιχνίδι της ημέρας, πέσαμε κατάκοποι στο μεγάλο σιδερένιο κρεβάτι. Κοιμόμασταν μαζί. Που χωριστό κρεβάτι και πόσο μάλλον διαφορετικό δωμάτιο. 
«Το γουρουνάκι θα είναι δικό μου» είπε ο αδελφός μου.
«Καλύτερα να το ταΐζουμε και οι δυο. Έτσι θα μεγαλώσει πιο γρήγορα» του απάντησα.
Γύρισε το κεφάλι και μου φάνηκε ότι συμφώνησε. Κάναμε πως κοιμόμασταν αλλά περιμέναμε να ακουστεί το κάρο να μπαίνει στην αυλή και τον παππού να φωνάζει την κυρά Πασχαλίνα, την γιαγιά μας με τα μαύρα ρούχα και το τσεμπέρι πάντα στο κεφάλι. 

   Αργά, πολύ αργά  ξυπνήσαμε από τις φωνές των τσομπανόσκυλων του θείου Γιάννη, που είχε ένα μαντρί μπροστά ακριβώς από το σπίτι του παππού. Βρωμιά και δυσωδία ειδικά τους μήνες του Χειμώνα. Όταν μάλιστα έβρεχε πολύ και το συνήθιζε ο ουρανός τους τελευταίους μήνες η λάσπη ανακατεμένη με τα κάτουρα και τις κοπριές των προβάτων, ανέδυαν μια αποπνικτική μυρωδιά που σε έφερνε λιποθυμία. Πάντα μας φώναζε να κλείνουμε το παράθυρο η μητέρα, λες και η μυρωδιά θα στεκότανε μόνη της έξω. 
Ο Παππούς είχε έρθει. Το μικρό γουρουνάκι, τσίριζε δεμένο μέσα στο σακί. Ο παππούς του έδωσε μια με το χέρι και του φώναξε: «Ουστ, σκάσε θα ξυπνήσεις τον κόσμο. Πασχαλίνα, που είσαι;». 

   Ήδη η γιαγιά είχε βγει έξω και τον περίμενε στην πόρτα.
Ξέζεψε τα γαϊδούρια, τα έβγαλε το χαλινάρι και τα έδεσε στην Μουριά της αυλής.
«Τα παιδιά που είναι; Κοιμούνται;» ρώτησε.
«Ναι από νωρίς έπεσαν. Κάνουν όμως ότι κοιμούνται. Σε περίμεναν Μήτσο!»
«Άντε φώναξέ τα να το δούνε. Το καλύτερο πήρα και είναι και θηλυκό!»

    Ο παππούς πήρε με προσοχή το μικρό γουρουνάκι και αφού μας είπε για μια ακόμα φορά ότι ήταν θηλυκό το τοποθέτησε στο κουμάσι, μια μεγάλη ξύλινη κατασκευή σε σχήμα ρόμβου, που είχε ετοιμάσει εδώ και πάρα πολύ καιρό. Εκείνο αφού εξέτασε τον χώρο, κούρνιασε κυριολεκτικά σε μια γωνία και κοιμήθηκε. Από την άλλη μέρα ήταν το παιχνίδι, αλλά και η παιδική φροντίδα μας. Γάλα σκέτο, με «χάπκες», πίτουρα, αλεύρι και αργότερα από το δικό μας φαγητό. Το γουρουνάκι μεγάλωνε, πάχυνε και έγινε μέλος της οικογενείας μας. Το λατρεύαμε τα παιδιά, ακόμα και όταν στις αρχές του Δεκεμβρίου, είχε φτάσει τα 120 κιλά. Τόσο το υπολόγιζε ο παππούς. Πάντα με το μάτι. 

   Παραμονές Χριστουγέννων. Είχε αρχίσει από νωρίς το σφάξιμο των γουρουνιών και ομάδες από νέους άνδρες αλλά και πεπειραμένους παλαιότερους, γύριζαν το χωριό και έσφαζαν τα γουρούνια του κόσμου. Η μητέρα, όταν έφτασαν στην αυλή μας, φώναξε να μπούμε μέσα να μην δούμε την σφαγή του γουρουνιού μας. 
«Ελάτε γρήγορα μέσα» μας φώναξε. «Δεν χρειάζεται να το δείτε αυτό».
Εγώ φοβήθηκα. Δεν θυμάμαι εάν έκλαψα, αλλά ο αδελφός μου, τσίριζε να μην το σφάξουν. Δεν ήθελε να αποχωριστεί την γουρουνίτσα του, έλεγε. Βίαια τον τράβηξε η μητέρα μέσα στο σπίτι. 
«Έτσι πρέπει να γίνει. Πως αλλιώς θα φας κρέας αύριο;» μας είπε και τον πήρα στην αγκαλιά της να τον ηρεμήσει.

    Κρύφτηκα δήθεν πίσω από το χαμηλό παράθυρο. Την γουρούνα την πήρανε με σχοινί που είχανε δέσει στα πόδια της οι δυνατότεροι άνδρες. Την βγάλανε έξω από το κουμάσι, με βία και την χτυπήσανε στο κεφάλι με το πίσω μέρος του τσεκουριού. Εκείνη θυμάμαι πολύ καλά, έκανε ένα βήμα πίσω αλλά δεν υπέκυψε. Δεύτερο χτύπημα και έπεσε στο έδαφος με κρότο. Πέσανε όλοι πάνω της να την ακινητοποιήσουν. Άλλος έπιανε τα πόδια, άλλος το κεφάλι. Την κατάλληλη στιγμή,  ένας εκ των ανδρών έμπηξε με δύναμη το μαχαίρι στον λαιμό της γουρούνας. Φώναζε, τσίριξε, δεν είχε χάσει τις αισθήσεις της  και μετά η φωνή της χάθηκε στον αέρα. Ο αδελφός μου έκλαιγε, εγώ βουβάθηκα. 

Μετά άρχισε η διαδικασία του ξυρίσματος του δέρματος με καυτό νερό, το κόψιμο του κεφαλιού, των ποδιών και το κρέμασμα στο χαγιάτι.

«Το κόψιμο θα το κάνουμε την άλλη μέρα» είπε ο παππούς. «Θα έχουμε πολύ κρέας φέτος». Ευχαρίστησε τους άνδρες, η μάννα μου και η γιαγιά κέρασαν τους σφαγείς και η μέρα έκλεισε με λίγο τσιγαριστό κρέας. Τσιγαρίδες. Ο αδελφός μου στην αρχή αρνήθηκε αλλά η μυρωδιά και η νοστιμιά τελικά κέρδισε. 

  Το βράδυ μας πρόλαβε στο κρεβάτι. Αργά πολύ αργά, τα σκυλιά του θείου γαύγιζαν περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Ο παππούς είπε να μην βγει έξω κανείς. Πήγε ως την πόρτα, άνοιξε το μικρό παραθύρι.
«δεν είναι κανείς» είπε «κανένας λύκος ή καμιά νυφίτσα» και κοιμήθηκε και αυτός. 

  Αυτό που θυμάμαι την άλλη μέρα, ήταν οι φωνές του,
«Μας πήραν το γουρούνι». 


Ήρθε ο αστυφύλακας, ο αγροφύλακας στο σπίτι, είπαν θα κάνουν μια έρευνα, θα ψάξουν να βρούνε το σφάγιο. Δεν έγινε τίποτα. Ποτέ δεν βρέθηκε. Και μέχρι και σήμερα παραμένει άγνωστο ποιος την πήρε.


* Ιστορία βασισμένη σε πραγματικό γεγονός στο Στρυμονικό Σερρών

επεξηγήσεις: 

κουμάσι = μικρός χώρος εκτροφής γουρουνιών=Προέρχεται από το μεσαιωνικό «κουμάσιον», που σήμαινε το οίκημα των ορνίθων (κοτέτσι)

Χάπκες: μεγάλες, λαίμαργες μπουκιές ή καταβροχθίσιμο φαγητού. Στο φαγητό του γουρουνιού χάπκες λέγαμε τις μεγάλες βουκιές ψωμιου.