Βροχές του Φθινοπώρου στάξαν πάλι
σαν δάκρυα που πνίγουν τις σιωπές
κι ένα ποτάμι στο μυαλό σου εκβάλλει,
ξεπλένοντας του κόσμου τις ντροπές.
τα βλέμματα αόρατων εχθρών.
Τα ίχνη των βημάτων τουφεκίζουν
στ΄ απόνερα μικρών κολυμβηθρών.
σταλαγματιά να γίνεις μιας βροχής,
σε κίτρινο λαβύρινθο κλεισμένη
να ψάχνεις μία πόρτα διαφυγής.
και ψήνεται στα χείλη το κρασί.
Ο ουρανός τα σύννεφα απλώνει
ζωή που εξοστρακίζει η ζωή.
στις στάσεις και σε βρίσκουν μοναχή.
Καλόγριες στις σκέψεις σου μονάζουν
και στη ψυχή σου σκάει μια κραυγή.
Απόμειναν οι στάλες στη ψυχή.
Τα χέρια σου κοιτάς έχεις γεράσει.
Πως πέρασε κι αυτή η εποχή.







