ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΤΩΝ ΑΛΥΚΩΝ
είναι γραμμένο,
το παραμύθι των θεών.
Το πεπρωμένο!
Κάπου εκεί ανάμεσα,
στα αρμυρίκια.
Στην αμμουδιά του αλατιού
και στα χαλίκια.
το βλέμμα φτάνει.
Κι Αφροδίτη μυστικά
το δρόμο χάνει.
Γιατί εκεί στα σιωπηλά
στο μονοπάτι.
Βγαίνουν κρυφά τα ξωτικά
κι ακόμα κάτι!
των έρημων ανθρώπων, των θλιμμένων.
Ζούνε ψυχές, χτυπούν καρδιές, δάκρυα τρέχουν.
Γιατί τον κόσμο αυτόν, δεν τον αντέχουν.
κατά το βράδυ.
Η θάλασσα κι ο ουρανός
είναι αλφάδι.
Οι μυρωδιές απ' τα νερά
σκορπάνε γύρω.
Και γω στον ώμο του Θεού
θέλω να γύρω.
νέοι χαθήκαν.
Όσοι τον πόθο της θεάς
αφουγκραστήκαν.
Όσοι θελήσανε
Θεοί να γίνουν.
Με την θεά στις αμμουδιές
νέκταρ να πίνουν.
τα καλοκαίρια συγνώμες και καίω,
τις μέριμνες μνήμες που χάθηκαν κει,
παιδομάνι, εικόνες από μεσημέρια,
λιόχαροι άνδρες, γυναίκες, στον κάμπο πανέρια,
ακάματη, ακοίμητη γη.
δος μου εργάτη τον σπόρο, να ζήσω
ελεύθερος στην επώαση της Μεσαριάς,
εραστής στα περιβόλια, που ανθίσανε μάννα
ο Ανδρέας, ο Ευαγόρας, η Άννα
κάθισαν σαράκι σε μια γωνιά της καρδιάς.
σαρκοφαγίες, χρόνοι αντέχουν
Κερύνεια, Αμμόχωστος, Μόρφου, Βαρώσι
αλλάζουν, λειψοί χειμώνες, Φθινόπωρα φτάνουν την Άνοιξη
πρόσφυγα γεννούν και νιόπαιδα πιάνουν.
Τι όμορφος πούνε ο φευγάτος παππούς στο καρότσι!
διαθήκη από πρόσφορες μνήμες στον κόσμο ν΄ ανοίγεις
τι να μου αφήσεις; τον πέτρινο φούρνο, τις υποπόδιες στάχτες,
τις λεμονιές τις λαξευτές αναλύσεις, τις αόρατες λύσεις,
τις λησμονιές Μάννα μου κλάψε πριν δύσεις
ΑΙΩΝΙΑ ΠΟΛΗ ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ, ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΟΥΣΑ
και τον άδικο ξεριζωμό απ΄ τα κοκκινοχώματα
συνάχθηκαν οι ασώματοι, σαν σε κρυφό σχολείο
να πενθήσουν των άλλων τις ψυχές,
που τις είπανε αγνοούμενους στα ενωμένα σημεία των εθνών,
τους ονομάσανε πρόσφυγες
και στις έννομες πράξειςκαι τα συγχωροχάρτια εκτοπισμένους.
Στον ίδιο τους τον έρημο τόπο.
Τέτοια πράματα, τέτοιες λογής του μέτρου αποκοτιές.
Και σένα χωμένη βαθιά στην άμμο, σε βαφτίσανε κοιμώμενη, αιώνια πόλη.
Πλην εμού, ναι πλην εμένα, εξοστράκισέ με, που δεν σε γνώρισα.
Δεν σε αναγνώρισα, τόσο ξακουστή που ήσουν!
«Οι συγκυρίες της άθλιας ζωής» ψιθύρισα.
Ξένος εστί, εν τη Κύπρο ξένος!
Και τότε, πριν ακουστεί το λάλημα τρις,
φανήκαν από τα πάνω διαζώματα του κάστρου,
οι βασιλείς και οι αρχιτέκτονες,
οι κυβερνήτες και οι περισπούδαστοι της αυλής.
Ο Ονήσιλος, οι Πτολεμαίοι, η Αρσινόη, ο Τεύκρος και η Θεοδώρα.
Κι άνοιξαν το μαινόμενο κιτάπι της ιστορίας,
να δούνε στους χρόνους της σιωπής,
γραμμένη την πόλη και στον μέλλοντα και στον εξακολουθητικό,
όπου η σκουριά και η εγκατάλειψη θα είχαν τον πρώτο λόγο.
Ξωπίσω,
ο Χριστόφορος Μόρος και το αιματοβαμμένο σκήνωμα του Μάρκου Αντωνίου,
κρατώντας τις κούφιες συμφωνίες σφικτά στις νεκρές του παλάμες.
Και δεν βρήκανε αποδείξεις και υπογραφές
και αγαλλίασε το πνεύμα και το σώμα αναθάρρησε,
στις νεκρές ώρες και τις άλαλες μέρες των ασήμαντων.
Και ύψωσαν τα χέρια στον γλαυκό ουρανό
και ένωσαν αδελφικά τους δείκτες ως τον πικρό παράδεισο.
Κι ήταν πολλοί, ως οι κόκκοι της ακροθαλασσιάς
κι έβρεχε κίβδηλα κι αληθινά δάκρυα, που σχημάτισαν δυο ποταμούς,
πλημμύρισαν το πλήθος της πόλης κι έλιωσαν την.
Κι ήρθαν από τον βορρά και από τα παράλια της άλλης πατρίδας
τόσοι πολλοί που ύψωσαν συρματοπλέγματα και τείχη,
κολόνες και φράκτες, σίδερα κι άλλες λογής ανθρώπινες δουλείες.
Και γίνηκαν άδεια τα σπίτια, κενοί οι δρόμοι,
αφημένες αναμνήσεις στους τοίχους,
πορτραίτα συναισθημάτων αιωρούμενα,
παραθύρια κλειστά, γαντζωμένες μορφές στις κουρτίνες,
τρίμματα φωτογραφιών, θρυμματισμένες καρδιές
και χρόνιους επισκέπτες τα φίδια και τα ερπετά
και θλιβερούς ημισελήνους.
Αφέθηκαν ακυοφόρητες οι πορτοκαλιές,
αγέννητες οι λεμονιές
και η άμμος να χρυσίζει όσο ποτέ άλλοτε.
Κούρνιασαν τα ηλιοβασιλέματα πίσω από τις εκκλησιές,
οι συνειδήσεις έτειναν προς τη λήθη,
στάχτη οι αλήθειες, μαρμάρωσε το σήμερα και το μέλλον στα σχολεία,
κι ανέγγιχτο ήδη προκαταβλήθηκε ως παρελθόν.
Σφουγγάρια γινήκαν οι ακρογιαλιές της.
Κι έμεινε μισό αιώνα,
κι ήταν ως μεγάλος αιώνας στη μικρότητα του κόσμου,
στέρεα η καρδιά και άτεγκτοι οι πνεύμονες.
Τι να έγινε η ρώμη εκείνων των ανδρών
και των αμούστακων αγοριών του Ευαγόρα;
Μήπως σκιές αζήτητες στα παζάρια των λαών,
αναφωνώντας μοναχά ένα μαρτυρικό τετέλεσται;
Αμμόχωστος: Μην αδικείς τον κόσμο, καθώς σε αδίκησε.
Δεν έμαθε ποτέ του κόρη μου, τι κακό σου έκαμε!
Και σου οφείλει τον νόστο για συγχώρεση!
