Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

Τι όμορφη που είναι η ζωή /ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ

 


Τι όμορφη που είναι η ζωή,

όταν γελάμε και κλαίμε,
υψώνουμε ποτήρια με μπρούσκο κρασί,
« εις την υγεία σας» λέμε...
 
Μα κάποιοι υποφέρουν και στέκονται εκεί,
στις πίσω σελίδες,
σαν υπερθέαμα που γεννά
τις άδειες κερκίδες...

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ / ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ : ΑΝΑΣΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΜΠΟΥΛ / ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ

 Τελευταίες ημέρες Σεπτέμβρη,

Αρχές του Οκτώβρη


ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

Κίτρινο βαθύ Φθινόπωρο
κι ένας άρρωστος Σεπτέμβρης με συμπτώματα γρίπης.
Ενοικιαστήριο προσωρινό πληρώνει η ζωή μου,
σ΄ ένα αρσενικό αφιλόξενο στρατώνα. 
Έστρωσε ατάκτως τα ξεραμένα φύλλα του ο μεθυσμένος μήνας, σκεπάζοντας με το κίτρινο σεντόνι του,
της γης τα εναπομείναντα ζωντανά μέρη.
Κατοίκησε έσχατος και ντροπαλός μέσα μου,
αναπάντεχα και απροσδόκητα.
Μύριζε πρώιμη βροχή, μύριζε και ξαφνικό κρύο.
Χουχούλιασα και ρίγωσα μέσα στα σιδερωμένα χακί.
Τρεις μήνες ενέχυρο, συγχρόνως και η εξόφληση.

Δειλά ο μεστωμένος ήλιος
μεγάλωνε πάνω από τα κουρεμένα κεφάλια μας,
στο αυστηρό πρωινό
κι έπαιρνε αγκομαχώντας την υπέρ ταχεία του χρόνου,
να μπολιάσει στη νοτισμένη δύση της ημέρας τα σπασμένα κομμάτια.
«Σε παρακαλώ» μέσα απ΄ τη παγερή σιωπή
και τ΄ όμοιο σκοτάδι των απογευματινών καψερών ηλιαχτίδων.
Στη βρεγμένη σιωπή,
στα μουδιασμένα χαμόγελα των νιόφερτων ανδρών,
στις πρωινές ώρες του γριπωμένου Σεπτέμβρη.

Έπιανα την βαριά καρδιά μου, μια κρύα φλούδα πεύκου ξεκολλούσε.
Αντίκριζα το ψηλό βουνό,
τόσο μικρό αυτό το βουνό με σκονισμένα κυπαρίσσια.
Η εγκυμονούσα ψυχή μου μια μικρή σημαία που γνώριζε να σωπαίνει.
Πόσες μορφές να πάρει τούτη η σιωπή.
Όσες οι σιωπές τόσοι και οι άνθρωποι.
Μετρούσα την σιωπή της ψυχής
με το δεξί δείκτη υψωμένο κάθετα στα δύο χείλη.
Δεν μπορείς να μιλήσεις.
Δεν έχεις το δικαίωμα, ούτε θα έχεις την ευκαιρία.   
Μετρούσα τα βήματα των άλλων,
διαιρούσα κι έβγαζα τα δικά μου στο πηλίκο.
Επιτραπέζιο παιχνίδι στην αχανή αρένα
καθώς έβλεπα την αλλαγή φρουράς.
Μπροστά σκυφτός ο γέρος Δεκανέας, νέος γερασμένος χρόνος.
Άχρονος διαμελιστής σκοπών, ταχυδρόμος όπλων και φυσιγγίων.
Πέφτανε στάλες, ο σκουριασμένος τσίγκος  τις σιγοντάριζε.
Και πάλι εν δυο, ψηλά το ακούραστο χέρι, ίσιο το ακοίμητο όπλο, δυνατά το σταθερό πόδι.
Γυναίκα απάτη η διαρκής βροχή.
Πάλευε, ερωτοτροπώντας με το ξερό, ουδέτερο χώμα.
Αναζήτηση.

Εγώ, 
το άπλετο στενάχωρο εγώ, στο άνετο εμείς,
περίμενα απ΄ ώρα σε ώρα να σταματήσει
παίρνοντας τον δρόμο της ξενιτειάς
του αποχωρισμού, του Χειμώνα και της Άνοιξης. Τόσο θα διαρκούσε το ταξίδι αυτό στον πακτωλό ποταμό. Οκτώ μήνες και τρεις εποχές.


Πικροδάφνες πότιζαν οι μικρές και μεγάλες στάλες!

Μάνα ορφανή, καλή μου μάνα, πως στέκεσαι έτσι;
Μην καίγεσαι έτσι, κομμένη καλαμιά του κάμπου.

Στην μέση του κύκλου χορεύουν αντάμα,
Ο γκρίζος ουρανός κα ιη ετοιμόγεννη γη.
Μάχονται εντός μου

Κούφιο πικραμύγδαλο η ειρήνη και ένας λάγνος πόλεμος κοχλάζουν μέσα μου. Σύνθεση παράταιρη στα τραπέζια των λαών του κόσμου.
Ξερό, ετοιμόρροπο λαρύγγι να σπάσει.
Μια πλίθινη πηγή από έρημο στην έρημο.
Στέγνωσε από την αιώνια ανομβρία των λέξεων.
Πώς να ξεδιψάσω από το άνυδρο των χρόνων;
Τα αγιάτρευτα ερωτήματα μικτά μουσκεύουνε,
Πέφτουν από τις χαλασμένες ράγες των αρχαίων συρμών.
Οι επιταγές ανεξαργύρωτες με σκουριασμένες άγκυρες
Οπλισμένες περίτρανα και θανάσιμα.

Στενάζουν οι μολυσμένοι κοριοί.
Μικρές παγίδες, αλώνουνε το μισοφαγωμένο στρώμα.

Ο θεός μας έστειλε την φθινοπωρινή καταιγίδα.
Η αποδιωγμένη σιωπή μας, σταμάτησε με το αυστηρό αλτ του Δεκανέα.
Είχε τελειώσει η αλλαγή των δειλινών σκοπών.
Ο ήχος λόξιγκας μιας σταγόνας στο τσίγκο.
Χνώτο ζωγραφιστό πάνω στο λερωμένο τζάμι.
Τα θηκάρια είχαν γεμίσει από λάμες και σκέψεις.
Απλώσαμε τα κουρασμένα σώματα, στα μουχλιασμένα στρώματα, μουχλιάσαμε αμέσως και εμείς.
Το άνετο εμείς και το αγχωμένο εγώ!

Οι αεικίνητες φιγούρες κλαμένων γυναικών ξυπνήσανε,
Μέσα στα χιαστί πλέγματα των στεναγμών και των σιδερένιων κρεβατιών.
Βλέπαμε τους δρόμους της ζωής από δω.
Φταίει η δυνατή βροχή, ο μαύρος βαρύς ουρανός;
Οι φάλτσες ανδρικές φωνές από τους διπλανούς θαλάμους,
Μακρινά μοιρολόγια, μιμήσεις νεκρικών ακολουθιών
Που αψηφούν – λένε υστερικά-τον θάνατο,
Όταν παίρνει τα όνειρά μας στο παρόν και υποδαυλίζει το εμπρός.

Κόπασε επιτέλους η βροχή,
Το χέρι άπλωσε δυο στάλες δροσιά στα κουρεμένα μαλλιά.
Κόπασε και η σιωπή.

ΠΕΝΤΕ ΔΑΚΤΥΛΑ * / Δημήτριος Γκόγκας

 



Κυπαρισσόβουνος
 
Χίλια είκοσι-τέσσερα βήματα,
μέχρι να βρω στα άγια χώματά σου, αίμα ηρώων.
Περιμένω τη σχάση του χρόνου,
όπου θα γίνει λάβα το αίμα και ανάσταση.
 
Άγιος Ιλαρίωνας
 
Βουβός ένας ήχος καμπάνας, ταξιδεύει με τον άνεμο,
υμνολογώντας εργάτες που σκότωσε η Ρήγαινα.
Ο ασκητής σαν ρόδο μες στ΄ αγκάθια, στην εισβολή φωνάζει τα παιδιά του
κι ύστερα αφήνει πνοή καπνού ως τα ουράνια. Στους αγνοούμενους θυσία.
 
Πενταδάκτυλος
 
Έπραξες το χρέος. Πατριδοκαπηλία είπε ο Διγενής
πατώντας με την παλάμη του, την κορυφή σου.
Τώρα ήρθε η σειρά μου. Δεν γνωρίζω αν πολεμήσω.
Γνωρίζω πως οφείλω. Για πληρωμή, πρέπει να ζήσω. 
 
Βουφαβέντο
 
Έγινα αετός.
Πέταξα στα μυστικά περάσματα σου.
Κάθε πέτρα, ένας στρατιώτης.
Σε κάθε βόλι, μια πικράδα χρόνου.
 
Καντάρα
 
Άτροπος στον κόρφο τους κι έτσι πεθάνανε στην κοίτη του ποταμού.
Είπαν την πίστη τους νερό να γίνει.
Ο ουρανός να πέσει στον κάμπο, να μεστώσουν τα στάχυα.  
Να ζήσει αιώνια, η κόρη της νήσου.
 
 
* Συμμετοχή στην Ποιητική Ανθολογία για τον Πενταδάκτυλο, κατόπιν συμμετοχής σε σχετικό  ποιητικό διαγωνισμό από την Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου

Σάββατο 8 Αυγούστου 2026

«Άργος» Η παλαιότερη ιστορία πίστης ενός σκύλου. Ο σκύλος του Οδυσσέα!

 Γράφει ο Δημήτριος Γκόγκας με την βοήθεια της ΑΙ


 
    Η παλαιότερη καταγεγραμμένη ιστορία πίστης σκύλου στην παγκόσμια λογοτεχνία είναι αυτή του Άργους, του πιστού σκύλου του Οδυσσέα από την Οδύσσεια του Ομήρου, η οποία χρονολογείται γύρω στον 8ο αιώνα π.Χ.
 

Η ιστορία του Άργους (8ος αιώνας π.Χ.)
 
    Στο έπος του Ομήρου, ο Άργος περιμένει το αφεντικό του για 20 ολόκληρα χρόνια. Όταν ο Οδυσσέας επιστρέφει τελικά στην Ιθάκη μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο για να μην τον αναγνωρίσουν οι μνηστήρες, ο Άργος είναι ο μόνος που τον καταλαβαίνει αμέσως. Παρόλο που είναι γέρος, παραμελημένος και αδύναμος, κουνάει την ουρά του και χαμηλώνει τα αυτιά του, δείχνοντας την ακλόνητη πίστη του. Μόλις βεβαιώνεται ότι ο κύριός του επέστρεψε με ασφάλεια, αφήνει την τελευταία του πνοή.
 
Η ιστορία του Άργους ξεδιπλώνεται στη Ραψωδία ρ (βιβλίο 17) της Οδύσσειας και αποτελεί μία από τις πιο συγκινητικές και αριστουργηματικά γραμμένες σκηνές της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Η εκτροφή και τα νιάτα του: Ο ίδιος ο Οδυσσέας είχε υιοθετήσει και αναθρέψει τον Άργο. Τον εκπαίδευσε ο ίδιος ως κυνηγόσκυλο πριν φύγει για την Τροία. Η λέξη ἀργός στην αρχαία ελληνική γλώσσα σήμαινε «γρήγορος», «σβέλτος» ή «αστραφτερός». Ήταν διάσημος στην Ιθάκη για την απίστευτη ταχύτητά του και την ικανότητά του να μην χάνει ποτέ κανένα ίχνος στο κυνήγι άγριων αιγών, ελαφιών και λαγών.
Η απώλεια: Ο Όμηρος σημειώνει χαρακτηριστικά ότι ο Οδυσσέας τον μεγάλωσε αλλά «δεν πρόλαβε να τον χαρεί», καθώς η επιστράτευση για τον Τρωικό Πόλεμο τον ανάγκασε να φύγει αμέσως.
Η παραμέληση και η εξαθλίωση:
Όσο έλειπε ο βασιλιάς, οι νέοι του νησιού χρησιμοποιούσαν τον Άργο στο κυνήγι. Όταν όμως ο σκύλος γέρασε και ο Οδυσσέας θεωρήθηκε νεκρός, οι υπηρέτες και οι μνηστήρες τον εγκατέλειψαν πλήρως. Ο Οδυσσέας τον αντικρίζει έξω από τις πύλες του παλατιού, πεταμένο πάνω σε έναν σωρό από κοπριές ζώων, ανίκανο να κινηθεί, γεμάτο παράσιτα και τσιμπούρια. Όταν ο Οδυσσέας πλησιάζει μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο μαζί με τον πιστό χοιροβοσκό Εύμαιο, ο Άργος αντιλαμβάνεται την παρουσία του. Παρά τη μεταμφίεση, τη γερασμένη φωνή και τα 20 χρόνια που πέρασαν, ο Άργος αναγνωρίζει αμέσως το αφεντικό του (από τη μυρωδιά ή την αύρα του). Δεν έχει πια τη δύναμη να σηκωθεί. Το μόνο που καταφέρνει είναι να κουνήσει την ουρά του και να κατεβάσει τα αυτιά του σε ένδειξη υποταγής και χαράς.
Το δάκρυ του Οδυσσέα: Ο Οδυσσέας, βλέποντας τον αγαπημένο του σκύλο σε αυτή την κατάσταση, συγκινείται βαθιά. Ωστόσο, επειδή δεν πρέπει να αποκαλύψει την ταυτότητά του στον Εύμαιο και να καταστρέψει το σχέδιο της εκδίκησης, σκουπίζει κρυφά ένα δάκρυ χωρίς να τον δει κανείς.
Ο θάνατος ως λύτρωση Μόλις ο Άργος σιγουρεύεται ότι ο κύριός του επέστρεψε ζωντανός, εκπληρώνει τον σκοπό της ζωής του. Ξεψυχά αμέσως, έχοντας κρατηθεί στη ζωή για 20 χρόνια μόνο και μόνο για αυτή τη στιγμή.
Τι συμβολίζει ο Άργος στην Οδύσσεια; Την απόλυτη, καθαρή πίστη: Σε αντίθεση με τους ανθρώπους του παλατιού (υπηρέτες και μνηστήρες) που πρόδωσαν τον Οδυσσέα ή τη γυναίκα του που είχε αρχίσει να λυγίζει, ο σκύλος παρέμεινε ο μόνος που δεν χρειάστηκε αποδείξεις για να τον αναγνωρίσει και να του μείνει πιστός. Την κατάσταση της Ιθάκης: Η εξαθλίωση του άλλοτε περήφανου και δυνατού Άργους αντανακλά την κατάπτωση και την παρακμή ολόκληρου του βασιλείου της Ιθάκης στα χέρια των άπληστων μνηστήρων.
 
Ο διάλογος με τον Εύμαιο και τα λόγια του για τον Άργο
Όταν ο Οδυσσέας (μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο) αντικρίζει τον Άργο παραμελημένο, ρωτάει τον χοιροβοσκό Εύμαιο με προσποιητή απορία, για να μην προδώσει την ταυτότητά του: «Εύμαιε, είναι παράξενο που αυτός ο σκύλος κοίτεται εδώ στις κοπριές. Το κορμί του είναι όμορφο, αλλά δεν ξέρω αν ήταν γρήγορος στο τρέξιμο ή αν ήταν απλά ένας σκύλος του τραπεζιού, απ' αυτούς που κρατούν οι αφέντες μόνο για επίδειξη». Ο Εύμαιος, χωρίς να ξέρει ότι μιλάει στον ίδιο τον Οδυσσέα, του απαντά με λόγια γεμάτα θλίψη και παράπονο για την κατάντια του παλατιού: Η αποκάλυψη του ιδιοκτήτη: Του εξηγεί αμέσως ότι αυτός είναι ο σκύλος ενός άντρα που πέθανε μακριά. «Αν τον έβλεπες», λέει, «όπως τον άφησε ο Οδυσσέας όταν έφυγε για την Τροία, θα θαύμαζες τη γρηγοράδα και τη δύναμή του». Ο Εύμαιος θυμάται τα νιάτα του Άργους στα πυκνά δάση. «Κανένα αγρίμι δεν του ξέφευγε στο βαθύ δάσος όταν το έβαζε στο μάτι, και ήταν άριστος στο να βρίσκει τα ίχνη τους (ιχνηλασία)». Ο χοιροβοσκός κλείνει με μια σπουδαία διαπίστωση για την απουσία του αφεντικού και τη δουλεία: «Τώρα όμως τον βρήκε η δυστυχία. Ο αφέντης του χάθηκε και οι αναίσθητες υπηρέτριες δεν τον φροντίζουν. Γιατί οι δούλοι, όταν το αφεντικό λείπει και δεν τους προστάζει, δεν θέλουν να κάνουν σωστά τη δουλειά τους. Ο Δίας παίρνει τη μισή αξία (την αρετή) ενός ανθρώπου τη μέρα που γίνεται σκλάβος».
Τι ράτσα ήταν ο Άργος σύμφωνα με τα αρχαία κείμενα;
Ο Όμηρος δεν αναφέρει κάποιο όνομα ράτσας με τη σύγχρονη έννοια, καθώς η συστηματική κατηγοριοποίηση έγινε αργότερα. Ωστόσο, από τις περιγραφές της ταχύτητάς του, της ικανότητας ιχνηλασίας στο δάσος και των θηραμάτων του (ελάφια, αγριοκάτσικα), οι μελετητές και οι αρχαιοζωολόγοι καταλήγουν σε συγκεκριμένα συμπεράσματα: Λακωνικός Διώκτης ή Κρητικός Ιχνηλάτης: Ο Άργος ανήκε ξεκάθαρα στην ευρύτερη οικογένεια των αρχαιοελληνικών ιχνηλατών. Οι πιο διάσημοι σκύλοι της εποχής ήταν οι «Λακωνικοί» (από τη Σπάρτη) και οι «Κρητικοί», οι οποίοι εκτρέφονταν αποκλειστικά για το κυνήγι με βάση την όσφρηση και την ταχύτητα. Ήταν σκύλοι μέσου μεγέθους, εξαιρετικά στεγνοί, μυώδεις, με μακρύ ρύγχος, όρθια ή ημι-όρθια αυτιά και βαθύ στήθος για μεγάλη αντοχή στο τρέξιμο. Δεν είχαν καμία σχέση με τα βαριά σκυλιά φύλαξης (όπως οι Μολοσσοί).
Σήμερα, ο άμεσος και επίσημα αναγνωρισμένος απόγονος αυτών των σκύλων είναι ο Ελληνικός Ιχνηλάτης (το κλασικό «γκέκας»). Έχει διατηρήσει τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά: απίστευτη εμμονή στο ίχνος του θηράματος, μεγάλη αντοχή σε δύσβατα, ορεινά εδάφη και απόλυτη, σχεδόν προσηλωμένη αφοσίωση στον κυνηγό-αφεντικό του.
 
Η σχέση των αρχαίων Ελλήνων με τους σκύλους (κύνες) ήταν βαθιά, πολυδιάστατη και ξεπερνούσε κατά πολύ την απλή χρησιμότητα. Τους θεωρούσαν συντρόφους, προστάτες, πλάσματα με υψηλή νοημοσύνη και, όπως αποδεικνύουν οι αρχαιολογικές ανασκαφές, τους θρηνούσαν και τους έθαβαν με τιμές. Οι αρχαίοι Έλληνες έφτιαχναν περίτεχνους τάφους με συγκινητικά επιγράμματα (επιτάφιους) για τα κατοικίδιά τους. Ένα διάσημο επίγραμμα στην Αθήνα αναφέρει: «Αυτός είναι ο τάφος του σκύλου Στέφανου, που χάθηκε, για τον οποίο η Ροδόπη έχυσε δάκρυα και τον έθαψε σαν άνθρωπο». Χρησιμοποιούνταν για τη φύλαξη σπιτιών (οικουρός κύων) και κοπαδιών. Στη μάχη του Μαραθώνα, ένας Αθηναίος πολέμησε μαζί με τον σκύλο του, ο οποίος μάλιστα απεικονίστηκε αργότερα στην περίφημη Ποικίλη Στοά δίπλα στους ήρωες. Ο Πλάτων αποκαλούσε τον σκύλο «φιλόσοφο», επειδή ξεχωρίζει τον φίλο από τον εχθρό με βάση τη γνώση και την άγνοια. Από την άλλη, οι Κυνικοί Φιλόσοφοι (με κυρίως εκπρόσωπο τον Διογένη) πήραν το όνομά τους από τον σκύλο, επειδή θαύμαζαν την ειλικρίνεια, την απλότητα και την αυθεντική συμπεριφορά του ζώου.
 
Οι σημαντικότερες αναφορές σε Αρχαία Βιβλία  Πέρα από την Οδύσσεια του Ομήρου, ο σκύλος πρωταγωνιστεί σε μερικά από τα σπουδαιότερα κείμενα της αρχαιότητας:
1. «Κυνηγετικός» του Ξενοφώντα (περίπου 400 π.Χ.)Πρόκειται για το πρώτο ολοκληρωμένο εγχειρίδιο στον κόσμο για την εκπαίδευση, τη φροντίδα και τη σημασία των σκύλων. Ο Ξενοφών αναλύει πώς πρέπει να επιλέγονται τα κουτάβια, ποιες είναι οι καλύτερες ράτσες και πώς να τους συμπεριφέρεται ο ιδιοκτήτης με αγάπη και δικαιοσύνη. Καταγράφει μάλιστα μια λίστα με κατάλληλα ονόματα σκύλων, τα οποία έπρεπε να είναι σύντομα (μονοσύλλαβα ή δισύλλαβα) για να φωνάζονται εύκολα (π.χ. Ορμή, Λαίλαψ, Θύελλα, Άλκη). Η δική του αγαπημένη σκυλίτσα ονομαζόταν Ορμή.
2. «Περί Ζώων Ιστορίαι» του Αριστοτέλη (4ος αιώνας π.Χ.)Ο μεγάλος φιλόσοφος και επιστήμονας προσεγγίζει τον σκύλο με βιολογικό και ανατομικό ενδιαφέρον. Κατηγοριοποιεί τις ράτσες της εποχής, εξαίροντας τους Λακωνικούς και τους Μολοσσικούς κύνες (οι Μολοσσοί της Ηπείρου ήταν τεράστιοι σκύλοι φύλαξης κοπαδιών και πολεμιστές).Καταγράφει με ακρίβεια τις ασθένειες των σκύλων (όπως τη λύσσα) και τη διάρκεια ζωής τους.
3. «Κυνηγετικός» του Αρριανού (2ος αιώνας μ.Χ.) Έξι αιώνες μετά τον Ξενοφώντα, ο ιστορικός Αρριανός γράφει ένα συμπληρωματικό βιβλίο. Μέσα στο έργο του υπάρχει ένα από τα πιο τρυφερά αποσπάσματα της αρχαιότητας, αφιερωμένο στη σκυλίτσα του, την Όρμη (της είχε δώσει το όνομα της σκυλίτσας του Ξενοφώντα). Περιγράφει πώς κοιμόταν μαζί του, πώς τον υποδεχόταν όταν επέστρεφε σπίτι και πώς του ακουμπούσε το πόδι της για να του θυμίσει να την ταΐσει.
4. «Βίοι Παράλληλοι» του Πλουτάρχου Ο Πλούταρχος διασώζει την ιστορία του σκύλου του Ξάνθιππου (που αναφέραμε πριν) και σχολιάζει τη βαθιά συγκίνηση των Αθηναίων που έβλεπαν τα ζώα να υποφέρουν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Σημειώνει ότι η καλοσύνη προς τα ζώα είναι δείγμα ανώτερου ανθρώπινου πολιτισμού.
 
Οι αρχαίοι Έλληνες έδιναν τεράστια σημασία στα ονόματα των σκύλων τους. Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα (στο έργο του Κυνηγετικός), ένα καλό όνομα έπρεπε να είναι σύντομο (μονοσύλλαβο ή δισύλλαβο) ώστε ο ιδιοκτήτης να μπορεί να το φωνάξει γρήγορα και ο σκύλος να ανταποκρίνεται ακαριαία κατά τη διάρκεια του κυνηγιού ή της φύλαξης. Τα ονόματα ήταν πάντα γεμάτα νόημα, εμπνευσμένα από τις αρετές του ζώου (ταχύτητα, δύναμη, θάρρος), τη συμπεριφορά του ή τα φυσικά του χαρακτηριστικά.
Κατηγορίες Αρχαιοελληνικών Ονομάτων για Σκύλους
1.       Ονόματα για Ταχύτητα και Ορμή
Όρμη: Η ορμητική, αυτή που επιτίθεται με πάθος. (Το όνομα της αγαπημένης σκυλίτσας του Ξενοφώντα αλλά και του Αρριανού).
Λαίλαψ: Η θύελλα, ο ανεμοστρόβιλος. (Στη μυθολογία, ο Λαίλαψ ήταν ένας μαγικός σκύλος που δεν έχανε ποτέ το θήραμά του).
Σπουδή: Η βιασύνη, η ταχύτητα, η ζωντάνια.
Ακτίς: Η αχτίδα του ήλιου (που κινείται με την ταχύτητα του φωτός).
Ποδάργης: Αυτός που έχει γρήγορα πόδια.
2.       Ονόματα για Δύναμη, Θάρρος και Άμυνα
Άλκη: Η δύναμη, το σθένος, η γενναιότητα.
Άλκιμος: Ο δυνατός, ο γενναίος.Καίνων: Αυτός που σκοτώνει/εξολοθρεύει το θήραμα.
Φλέγων: Αυτός που καίει σαν τη φωτιά, ο γεμάτος πάθος.
Ύβρις: Η αλαζονεία, το θράσος απέναντι στον κίνδυνο.
Στίχων: Αυτός που βαδίζει σε ευθεία γραμμή, ο πειθαρχημένος.
3.       Ονόματα για Φωνή και Ειδοποίηση (ιδανικά για Ιχνηλάτες)
Κραυγή: Αυτή που γαβγίζει δυνατά όταν βρίσκει το ίχνος.
Φθόγγος: Ο ήχος, η καθαρή φωνή.
Κλάγγη: Ο οξύς, μεταλλικός ήχος (το δυνατό γάβγισμα).
4.       Ονόματα από τη Μυθολογία και την Ιστορία
Άργος: Ο γρήγορος, ο αστραφτερός (ο πιστός σκύλος του Οδυσσέα).
Περίτας: Το όνομα του διάσημου σκύλου του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Κέρβερος: Ο διάσημος τρικέφαλος φύλακας του Άδη (το όνομα χρησιμοποιούνταν συχνά για άγριους σκύλους φύλαξης).
 
Τι απαγορευόταν; Οι αρχαίοι Έλληνες απέφευγαν αυστηρά να δίνουν στα σκυλιά τους ανθρώπινα ονόματα (π.χ. Περικλής ή Σωκράτης), καθώς θεωρούσαν ότι αυτό έδειχνε ασέβεια προς τους ανθρώπους. Επίσης, απέφευγαν μεγάλα και σύνθετα ονόματα που θα μπέρδευαν το ζώο την ώρα της δράσης.
 
 
Άλλες κορυφαίες ιστορίες πίστης από την αρχαιότητα έως σήμερα
 
Εκτός από τον Άργο, η ιστορία έχει καταγράψει μερικά ακόμη εμβληματικά παραδείγματα απόλυτης αφοσίωσης:
            Ο σκύλος του Ξάνθιππου (480 π.Χ.): Κατά την εκκένωση της Αθήνας πριν από τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, ο σκύλος του Ξάνθιππου (πατέρα του Περικλή) δεν άντεξε τον αποχωρισμό. Έπεσε στη θάλασσα, κολύμπησε δίπλα στην τριήρη μέχρι τη Σαλαμίνα και πέθανε εκεί από την εξάντληση. Το σημείο τάφου του ονομάστηκε «Κυνός Σήμα» (το σήμα του σκύλου).
            Περίτας (4ος αιώνας π.Χ.): Ο αγαπημένος σκύλος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο οποίος τον προστάτευσε με τη ζωή του στη μάχη εναντίον των Περσών. Προς τιμήν του, ο Αλέξανδρος ίδρυσε μια πόλη και της έδωσε το όνομά του.
            Χάτσικο (1923–1935 μ.Χ.): Η πιο διάσημη σύγχρονη ιστορία. Ο ιαπωνικός σκύλος ράτσας «Ακίτα» περίμενε καθημερινά για 9 ολόκληρα χρόνια στον σιδηροδρομικό σταθμό της Σιμπούγια το αφεντικό του, τον καθηγητή Ουένο, ο οποίος είχε πεθάνει ξαφνικά στη δουλειά του.
 

Ψυχή και σώμα /ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ

 
Αύγουστος 2026, περιδιαβαίνοντας τους δρόμους της Λάρνακας, γράφτηκαν αυτοί οι στίχοι

ακούστε τους: https://suno.com/s/eUf8hkcsLjn0HGyN
και



Θάβω στο χώμα
τις αναμνήσεις μου,
τα όνειρα,
τις κατακτήσεις μου.
Κι αν με ρωτάτε,
γιατί το έκανα.
Θα πω μονάχα
μέσα μου πέθανα!
Ψυχή και σώμα,
ότι αγάπησα.
Πέφτει σε κώμα
ότι προσπάθησα.
Κι ότι κι αν κάνω
κανείς δεν νοιάζεται.
Θεός που φτάνω
με αφουγκράζεται!
Μην με ρωτάτε,
λοιπόν τι έφταιξε.
Κάποια μου μοίρα,
στον χρόνο έπαιξε.
Μάνα νομίζω,
δεν με αγάπησες,
γιατί στον κόσμο
μόνο με άφησες!
Πάνω στο κύμα,
ποτέ δεν βαδησα
και στο λιμάνι
να φτάσω άργησα.
Ένα σου βλέμμα
κενό σαν άβυσσος
σαν να 'ταν ψέμα
κι όχι παράδεισος!

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Το ξωτικό του Στρυμονικού (Μια ιστορία του Στρυμονικού Σερρών) / Δημήτριος Γκόγκας


Μια ξεχασμένη ιστορία του Στρυμονικού Σερρών. Το ξωτικό του χωριού. 

 https://suno.com/s/VMfJHqRw8PQplybw
 
Σ΄ ένα χωριό του κάμπου, κει στο Στρυμονικό
Ύφαναν ιστορίες, σιμά στον αργαλειό.
 
Τούτη η ιστορία, που θα διηγηθώ
την έμαθα απ΄ πάππου, την λέω και εγώ.
 
Σ΄ ένα σπιτάκι ζούσε, άσχημη κοπελιά
τα δειλινά γυρνούσε, σε λόγγους και βουνά.
 
Παρέα με τους λύκους και τα λυκάκια της.
Τα ερπετά, τα φίδια, με τα φιδάκια της.
 
Για προσκεφάλι είχε, κοτρόνα* (μασαλά!) *
Βολτάριζε τα νύχτες στον πάνω μαχαλά.
 
Τ΄ αγόρια της σφυρίζαν στα μονοπάτια της
κι ανάβαν τα φιτίλια και τα γινάτια της.
 
Εκείνη μες στη τρέλα, αρπάζει δυο παιδιά.
Τα βρήκανε σφαγμένα κάπου στη ρεματιά,
 
Του Αι Χαραλάμπη*, σ΄ ένα κρυφό γκρεμό.
Ανάψανε κεράκια από βαθύ καημό. 
 
Οι χωρικοί καρτέρι, μέρα της στήνουνε.
Τη Κοπελιά να πιάσουν, να ανακρίνουνε.
 
Μα η κοπελιά συνήθως, γινόταν ζωτικό
και στοίχειωνε τα βράδια, στο έρημο χωριό.
 
Τρία σημάδια βάλαν, μες στα περάσματα,
Στο Πέγκο*, στη Μαγκίλα* και στα χαλάσματα.*
 
Και μια και δυό και πέντε και δεκατρείς φορές
τη φέραν στη πλατεία, μπροστά στους δικαστές.
 
Η άσχημη γυναίκα με δάκρυα και λυγμούς,
το έλεος ζητάει από τους χωριανούς.
 
Αν δεν με κοροϊδεύαν, αν δεν με σφύριζαν.
Αν δεν πετροβολούσαν, αν δεν με πείραζαν.
 
Εγώ θα ΄ μουν στο δάσος με τα φιδάκια μου
Κι οι νιοι, τα παλικάρια, τα παιχνιδάκια μου.
 
Μα οι δικαστές πεισθήκαν για μέγα φονικό
Κι ορθώς όπως μου είπαν βαρύ κατηγορώ.
 
Τη σύρανε δεμένη και με θηλιά πλεκτή
στη γέφυρα κρεμάσαν, που έχει γκρεμιστεί.
 
Κι αφού τη ρίξαν χάμω, λυγάει ο δοκός
Κι όλοι αναφωνήσαν «μεγάλος ο θεός»
 
Η άσχημη γυναίκα, με  ξωτική πνοή
Βγάζει απ΄ το λαιμό της, κειν΄ το τραχύ σχοινί.
 
Τα μάτια της σηκώνει, ψηλά στον ουρανό
και πέφτει μια αντάρα στο ξεροπόταμο*.
 
Οι χωριανοί τραπήκαν σε άτακτη φυγή
«Αθώωση» ζητούσαν από το Δικαστή.
 
Για να τελειώνω τώρα, να μη πολυλογώ,
η άσχημη γυναίκα, γίνηκε ξωτικό.
 
Αν πάτε στη πατρίδα μου, κει στο Στρυμονικό
αν ψάξετε τις νύχτες στο μαύρο ουρανό.
 
Θα δείτε ένα λαμπιόνι, η Πούλια να κρατά
έν΄ άσπρο χελιδόνι μονάχο να πετά.
 
Είναι η κοπελιά μας, το μόνο ξωτικό
που ζει μες στη καρδιά μας, σαν τρέμουλο καλό.
 
 
 
Και τώρα αν απορείτε, η γέφυρα γιατί
χρόνια που γκρεμισμένη, όλους μας, μας θωρεί.
 
Να πάτε να ρωτήσετε ποιοί είδαν ξωτικό
και χώρισε στα δύο, το έρημο χωριό.
 
 
Επεξηγήσεις αναφορών στο ποίημα:
 
*Στρυμονικό: Χωριό του Ν. Σερρών
*Κοτρόνα: Μεγάλη πέτρα
*Μασαλά: (αφερίμ) μπράβο!
*Αι Χαράλαμπος: Ξωκλήσι στη περιοχή
*Χαλάσματα: Αναφέρομαι σε ευρήματα αρχαίου οικισμού στη περιοχή
*Πέγκο: Δασώδη περιοχή του Στρυμονικού
* Ξεροπόταμος: Το ρέμα της Κοινότητας
* Μαγκίλα: Λόφος