Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση για την Κύπρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση για την Κύπρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Ένα (1) τραγούδι και δύο (2) ποιήματα για την Κύπρο του Δημητρίου Γκόγκα

 

ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΤΩΝ ΑΛΥΚΩΝ

 
Στο μονοπάτι των Αλυκών
είναι γραμμένο,
το παραμύθι των θεών.
Το πεπρωμένο!
Κάπου εκεί ανάμεσα,
στα αρμυρίκια.
Στην αμμουδιά του αλατιού
και στα χαλίκια.
 
 
Ως το Χαλά Σουλτάν,
το βλέμμα φτάνει.
Κι Αφροδίτη μυστικά
το δρόμο χάνει.
Γιατί εκεί στα σιωπηλά
στο μονοπάτι.
Βγαίνουν κρυφά τα ξωτικά
κι ακόμα κάτι!
 
 
Σ' αυτό λοιπόν το μονοπάτι των ανέμων,
των έρημων ανθρώπων, των θλιμμένων.
Ζούνε ψυχές, χτυπούν καρδιές, δάκρυα τρέχουν.
Γιατί τον κόσμο αυτόν, δεν τον  αντέχουν.
 
 
Στο μονοπάτι των Αλυκών,
κατά το βράδυ.
Η θάλασσα κι ο ουρανός
είναι αλφάδι.
Οι μυρωδιές απ' τα νερά
σκορπάνε γύρω.
Και γω στον ώμο του Θεού
θέλω να γύρω.
 
 
Στο μονοπάτι των Αλυκών
νέοι χαθήκαν.
Όσοι τον πόθο της θεάς
αφουγκραστήκαν.
Όσοι θελήσανε
Θεοί να γίνουν.
Με την θεά στις αμμουδιές
νέκταρ να πίνουν.

**

ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΙΑ ΜΑΝΝΑ
 
Μάννα μου λύπη, μην κλαις και κλαίω,
τα καλοκαίρια συγνώμες και καίω,
τις μέριμνες μνήμες που χάθηκαν κει,
παιδομάνι, εικόνες από μεσημέρια,
λιόχαροι άνδρες, γυναίκες, στον κάμπο πανέρια,
ακάματη, ακοίμητη γη.
 
Μάννα μην κλαις θα λυγίσω,
δος μου εργάτη τον σπόρο, να ζήσω
ελεύθερος στην επώαση της Μεσαριάς,
εραστής στα περιβόλια, που ανθίσανε μάννα
ο Ανδρέας, ο Ευαγόρας, η Άννα
κάθισαν σαράκι σε μια γωνιά της καρδιάς.
 
Μάννα μην κλαις όσο τρέχουν λάγνα νερά,
σαρκοφαγίες, χρόνοι αντέχουν
Κερύνεια, Αμμόχωστος, Μόρφου, Βαρώσι
αλλάζουν, λειψοί χειμώνες, Φθινόπωρα φτάνουν την Άνοιξη
πρόσφυγα γεννούν και νιόπαιδα πιάνουν.
Τι όμορφος πούνε ο φευγάτος παππούς στο καρότσι!
 
Μάννα πηγή, μην κλαις δεν θέλω να φύγεις
διαθήκη από πρόσφορες μνήμες στον κόσμο ν΄ ανοίγεις
τι να μου αφήσεις; τον πέτρινο φούρνο, τις υποπόδιες στάχτες,
τις λεμονιές τις λαξευτές αναλύσεις, τις αόρατες λύσεις,
τις λησμονιές Μάννα μου κλάψε πριν δύσεις

https://dimitriosgogasstrimoniko.blogspot.com/2026/06/blog-post_110.html
 
***
ΑΙΩΝΙΑ ΠΟΛΗ ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ, ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΟΥΣΑ
 
 
Ελάχιστο χρόνο μετά τον θρήνο των ανθρώπων
και τον άδικο ξεριζωμό απ΄ τα κοκκινοχώματα
συνάχθηκαν οι ασώματοι, σαν σε κρυφό σχολείο
να πενθήσουν των άλλων τις ψυχές,
που τις είπανε αγνοούμενους στα ενωμένα σημεία των εθνών,
τους ονομάσανε πρόσφυγες
και στις έννομες πράξειςκαι τα συγχωροχάρτια εκτοπισμένους.
Στον ίδιο τους τον έρημο τόπο.
Τέτοια πράματα, τέτοιες λογής του μέτρου αποκοτιές.
 
Και σένα χωμένη βαθιά στην άμμο,  σε βαφτίσανε κοιμώμενη, αιώνια πόλη.
Πλην εμού, ναι πλην εμένα, εξοστράκισέ με,  που δεν σε γνώρισα.
Δεν σε αναγνώρισα, τόσο ξακουστή που ήσουν!
«Οι συγκυρίες της άθλιας ζωής» ψιθύρισα.
Ξένος εστί, εν τη Κύπρο ξένος!
 
Και τότε, πριν ακουστεί το λάλημα τρις,
φανήκαν από τα πάνω διαζώματα του κάστρου,
οι βασιλείς και οι αρχιτέκτονες,
οι κυβερνήτες και οι περισπούδαστοι της αυλής.
Ο Ονήσιλος, οι Πτολεμαίοι, η Αρσινόη, ο Τεύκρος και η Θεοδώρα.
Κι άνοιξαν το μαινόμενο κιτάπι της ιστορίας,           
να δούνε στους χρόνους της σιωπής,        
γραμμένη την πόλη και στον μέλλοντα και στον εξακολουθητικό,
όπου η σκουριά και η εγκατάλειψη θα είχαν τον πρώτο λόγο.
Ξωπίσω,
ο Χριστόφορος Μόρος και το αιματοβαμμένο σκήνωμα του Μάρκου Αντωνίου,
κρατώντας τις κούφιες συμφωνίες σφικτά στις νεκρές του παλάμες.
Και δεν βρήκανε αποδείξεις  και υπογραφές
και αγαλλίασε το πνεύμα και το σώμα αναθάρρησε,
στις νεκρές ώρες και τις άλαλες μέρες των ασήμαντων.
Και ύψωσαν τα χέρια στον γλαυκό ουρανό
και ένωσαν αδελφικά τους δείκτες ως τον πικρό παράδεισο.
 
Κι ήταν πολλοί, ως οι κόκκοι της ακροθαλασσιάς
κι έβρεχε κίβδηλα κι αληθινά δάκρυα, που σχημάτισαν δυο ποταμούς,
πλημμύρισαν το πλήθος της πόλης κι έλιωσαν την.
Κι ήρθαν από τον βορρά και από τα παράλια της άλλης πατρίδας
τόσοι πολλοί που ύψωσαν συρματοπλέγματα και τείχη,
κολόνες και φράκτες, σίδερα κι άλλες λογής ανθρώπινες δουλείες.
Και γίνηκαν άδεια τα σπίτια, κενοί οι δρόμοι,
αφημένες αναμνήσεις στους τοίχους,
πορτραίτα συναισθημάτων αιωρούμενα,
παραθύρια κλειστά, γαντζωμένες μορφές στις κουρτίνες,
τρίμματα φωτογραφιών, θρυμματισμένες καρδιές
και χρόνιους επισκέπτες τα φίδια και τα ερπετά
και θλιβερούς ημισελήνους.
 
Αφέθηκαν ακυοφόρητες οι πορτοκαλιές,
αγέννητες οι λεμονιές
και η άμμος να χρυσίζει όσο ποτέ άλλοτε.
 
Κούρνιασαν τα ηλιοβασιλέματα πίσω από τις εκκλησιές,
οι συνειδήσεις έτειναν προς τη λήθη,
στάχτη οι αλήθειες, μαρμάρωσε το σήμερα και το μέλλον στα σχολεία,
κι ανέγγιχτο ήδη προκαταβλήθηκε ως παρελθόν.
Σφουγγάρια γινήκαν οι ακρογιαλιές της.
 
Κι έμεινε μισό αιώνα,
κι ήταν ως μεγάλος αιώνας στη μικρότητα του κόσμου,
στέρεα η καρδιά και άτεγκτοι οι πνεύμονες.
Τι να έγινε η ρώμη εκείνων των ανδρών
και των αμούστακων αγοριών του Ευαγόρα;
Μήπως σκιές αζήτητες  στα παζάρια των λαών,
αναφωνώντας μοναχά ένα μαρτυρικό τετέλεσται;
 
Αμμόχωστος: Μην αδικείς τον κόσμο, καθώς σε αδίκησε.
Δεν έμαθε ποτέ του κόρη μου, τι κακό σου έκαμε!
Και σου οφείλει τον νόστο για συγχώρεση!

Σάββατο 29 Απριλίου 2023

ΑΙΩΝΙΑ ΠΟΛΗ ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ, ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΟΥΣΑ / Ebedi uyuyan şehir, Hükümdar Maraş / ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ

 

Μετάφραση στα Τουρκικά:  HATİCE KERLO

 


1
                                   
Ελάχιστο χρόνο μετά τον θρήνο των ανθρώπων
και τον άδικο ξεριζωμό απ΄ τα κοκκινοχώματα
συνάχθηκαν οι ασώματοι, σαν σε κρυφό σχολειό
να πενθήσουν των άλλων τις ψυχές,
που τις είπανε αγνοούμενους στα ενωμένα σημεία των εθνών,
τους ονομάσανε πρόσφυγες
και στις έννομες πράξειςκαι τα συγχωροχάρτια εκτοπισμένους.
Στον ίδιο τους τον έρημο τόπο.
Τέτοια πράματα, τέτοιες λογής του μέτρου αποκοτιές.
 
İnsanların ağıtlarından kısa bir süre sonra,
Ve kırmızı topraklardan, haksız şekide köklerinden edilmelerinden sonra,
Başkalarının ruhlarını anmak için,
Gizli bir okuldaymış gibi toplandı bedensizler.
Birleşmiş milletlerin noktalarında kayıplar diye belirtildiler,
Göçmen diye adlandırıldılar,
Kendi mahvolmuş yerlerinde 
Bu tür şeyler, ölçü gibi kesimler şeklinde
Hem yasalarda hem de yerlerinden edilmiş kişilerin kayıtlarında.
 
2
 
Και σένα χωμένη βαθιά στην άμμο,  σε βαφτίσανε κοιμώμενη, αιώνια πόλη.
Πλην εμού, ναι πλην εμένα, εξοστράκισέ με,  που δεν σε γνώρισα.
Δεν σε αναγνώρισα, τόσο ξακουστή που ήσουν!
«Οι συγκυρίες της άθλιας ζωής» ψιθύρισα.
Ξένος εστί, εν τη Κύπρο ξένος!
 
Ebedi bir şehirde, kumun derinliklerinde, seni uyurken vaftiz ettiler.
Ben hariç, evet ben hariç, seni tanımayan beni dışladılar.
“Sefil yaşamın karşılaştırmaları” diye fısıldadım.
Yabancı öylemi, Kıbrıs içinde yabancı!
 
3
 
Και τότε, πριν ακουστεί το λάλημα τρις,
φανήκαν από τα πάνω διαζώματα του κάστρου,
οι βασιλείς και οι αρχιτέκτονες,
οι κυβερνήτες και οι περισπούδαστοι της αυλής.
Ο Ονήσιλος, οι Πτολεμαίοι, η Αρσινόη, ο Τεύκρος και η Θεοδώρα.
Κι άνοιξαν το μαινόμενο κιτάπι της ιστορίας,                   
να δούνε στους χρόνους της σιωπής,              
γραμμένη την πόλη και στον μέλλοντα και στον εξακολουθητικό,
όπου η σκουριά και η εγκατάλειψη θα είχαν τον πρώτο λόγο.
Ξωπίσω,
ο Χριστόφορος Μόρος και το αιματοβαμμένο σκήνωμα του Μάρκου Αντωνίου,
κρατώντας τις κούφιες συμφωνίες σφικτά στις νεκρές του παλάμες.
Και δεν βρήκανε αποδείξεις  και υπογραφές
και αγαλλίασε το πνεύμα και το σώμα αναθάρρησε,
στις νεκρές ώρες και τις άλαλες μέρες των ασήμαντων.
Και ύψωσαν τα χέρια στον γλαυκό ουρανό
και ένωσαν αδελφικά τους δείκτες ως τον πικρό παράδεισο.
 
Ve o zaman, daha söyleşisi duyulmadan,
Kale’nin frizlerinden göründüler
Krallar ve mimarlar,
Yöneticiler ve bahçenin ileri bilgilileri.
Onesilus, Ptolemiler, Arsinoe, Teukros ve Theodora.
Sessiz yılların içinde, şehrin gelecekteki ve süre gelen halini görmek için
Tarihin kalıcı olan kitabını açtılar,
orada ilk söz sahibi olacak olan, pas ve terkedilmişlik kelimelerini birinci sözlerde görecektiler.
Arkasında,
Ölü avuçlarının içerisinde içi boş anlaşmaları tutan,
Christoforos Moros ve kanla boyanmış sahnede Markou Antoniou,
Ve ne kanıt ne de imza bulabildiler.
Ölü saatlerde ve kaydadeğer olmayan sessiz günlerde
Ruhu kucakladılar ve vücut teşfik etti.
Mavi gökyüzüne ellerini kaldırarak
Ve kardeşçe işaretçilerini birleştirdiler acı cennete kadar.
 
4
 
Κι ήταν πολλοί, ως οι κόκκοι της ακροθαλασσιάς
κι έβρεχε κίβδηλα κι αληθινά δάκρυα, που σχημάτισαν δυο ποταμούς,
πλημμύρισαν το πλήθος της πόλης κι έλιωσαν την.
Κι ήρθαν από τον βορρά και από τα παράλια της άλλης πατρίδας
τόσοι πολλοί που ύψωσαν συρματοπλέγματα και τείχη,
κολόνες και φράκτες, σίδερα κι άλλες λογής ανθρώπινες δουλείες.
Και γίνηκαν άδεια τα σπίτια, κενοί οι δρόμοι,
αφημένες αναμνήσεις στους τοίχους,
πορτραίτα συναισθημάτων αιωρούμενα,
παραθύρια κλειστά, γαντζωμένες μορφές στις κουρτίνες,
τρίμματα φωτογραφιών, θρυμματισμένες καρδιές
και χρόνιους επισκέπτες τα φίδια και τα ερπετά
και θλιβερούς ημισελήνους.
 
 
Ve deniz kıyıları gibi bir sürü insan vardı,
Hem sahte hem de gerçek gözyaşları akarken iki dereyi birleştirir gibiydiler,
Şehrin kalabalığı taşarak eritti onu.
Kuzeyden ve diğer vatanın plajlarından o kadar çok kişi geldiler ki,
Dikenli telleri ve duvarları yükselttiler
Sütunlar ve çitler, demirler ve her türlü insan kölesi,
evler ve yollar boşaldı,
Arkalarında bırakılan,
Duvarlarda hatıralar,
asılı duyguların portreleri,
kapalı pencereler, dağınık perdeler
fotoğraf kırıntıları, ezilmiş kalpler
ve yıllardır ziyaretçi olan yılanlar ve sürüngenler,
ve üzgün Hilal.
 
Αφέθηκαν ακυοφόρητες οι πορτοκαλιές,
αγέννητες οι λεμονιές
και η άμμος να χρυσίζει όσο ποτέ άλλοτε.
 
Üretmeyen portakallar,
Doğmamış limonlar bıraktılar,
Ve hiç olmadığı kadar altın olan bir kumsal.
 
 
Κούρνιασαν τα ηλιοβασιλέματα πίσω από τις εκκλησιές,
οι συνειδήσεις έτειναν προς τη λήθη,
στάχτη οι αλήθειες, μαρμάρωσε το σήμερα και το μέλλον στα σχολειά,
κι ανέγγιχτο ήδη προκαταβλήθηκε ως παρελθόν.
Σφουγγάρια γινήκαν οι ακρογιαλιές της.
 
Hilaller kiliselerin arkasına sinmiş,
Vicdanlar unutulmaya yönlenmiş,
Kül ve gerçekler, bugün ve gelecek okullarda mermerleşmiş,
Ve dokunulmamış olanlar geçmiş peşin olarak ödenmiş.
Plajları sünger olmuş.
 
5
 
Κι έμεινε μισό αιώνα,
κι ήταν ως μεγάλος αιώνας στη μικρότητα του κόσμου,
στέρεα η καρδιά και άτεγκτοι οι πνεύμονες.
Τι να έγινε η ρώμη εκείνων των ανδρών
και των αμούστακων αγοριών του Ευαγόρα;
Μήπως σκιές αζήτητες  στα παζάρια των λαών,
αναφωνώντας μοναχά ένα μαρτυρικό τετέλεσται;
 
Ve yarım asır kaldı,
Ve dünyanın küçüklüğünde kocaman bir asırdı,
Katı bir kalp ve amansız ruhlar.
Evagora’nın yüzünde sakalı olmayan o erkeklerine,
Ve o erkeklerin güçlerine ne oldu acaba?
Sadece bir tanık olduğunu söyleyerek,
halk pazarlarında gölgeler olarak mı kaldılar?
 
6
 
Αμμόχωστος: Μην αδικείς τον κόσμο, καθώς σε αδίκησε.
Δεν έμαθε ποτέ του κόρη μου, τι κακό σου έκαμε!
Και σου οφείλει τον νόστο για συγχώρεση!
 
Maraş: seni haksızlığa uğratan inanları, haksız görme.
Kızım sana ne kötülük yaptığını, hiçbir zaman öğrenmedi.
Ve senin onu affetmen için sana geri dönüşü borçludur!
 
 
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ
 

Τρίτη 5 Απριλίου 2022

ΑΙΩΝΙΑ ΠΟΛΗ ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ, ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΟΥΣΑ* του Δημητρίου Γκόγκα





1

Ελάχιστο χρόνο μετά τον θρήνο των ανθρώπων
και τον άδικο ξεριζωμό απ΄ τα κοκκινοχώματα
συνάχθηκαν οι ασώματοι, σαν σε κρυφό σχολειό
να πενθήσουν των άλλων τις ψυχές,  
που τις είπανε αγνοούμενους στα ενωμένα σημεία των εθνών,
τους ονομάσανε πρόσφυγες
και στις έννομες πράξεις και τα συγχωροχάρτια εκτοπισμένους.
Στον ίδιο τους τον έρημο τόπο.
Τέτοια πράματα, τέτοιες λογής του μέτρου αποκοτιές.

2

Και σένα χωμένη βαθιά στην άμμο,  σε βαφτίσανε κοιμώμενη, αιώνια πόλη.
Πλην εμού, ναι πλην εμένα, εξοστράκισέ με,  που δεν σε γνώρισα.
Δεν σε αναγνώρισα, τόσο ξακουστή που ήσουν!
«Οι συγκυρίες της άθλιας ζωής» ψιθύρισα.
Ξένος εστί, εν τη Κύπρο ξένος!

3

Και τότε, πριν ακουστεί το λάλημα τρις,
φανήκαν από τα πάνω διαζώματα του κάστρου,
οι βασιλείς και οι αρχιτέκτονες,
οι κυβερνήτες και οι περισπούδαστοι της αυλής.
Ο Ονήσιλος, οι Πτολεμαίοι, η Αρσινόη, ο Τεύκρος και η Θεοδώρα.
Κι άνοιξαν το μαινόμενο κιτάπι της ιστορίας,
να δούνε στους χρόνους της σιωπής,
γραμμένη την πόλη και στον μέλλοντα και στον εξακολουθητικό,
όπου η σκουριά και η εγκατάλειψη θα είχαν τον πρώτο λόγο.
Ξωπίσω,
ο Χριστόφορος Μόρος και το αιματοβαμμένο σκήνωμα του Μάρκου Αντωνίου,
κρατώντας τις κούφιες συμφωνίες σφικτά στις νεκρές του παλάμες.
Και δεν βρήκανε αποδείξεις  και υπογραφές
και αγαλλίασε το πνεύμα και το σώμα αναθάρρησε,
στις νεκρές ώρες και τις άλαλες μέρες των ασήμαντων.
Και ύψωσαν τα χέρια στον γλαυκό ουρανό
και ένωσαν αδελφικά τους δείκτες ως τον πικρό παράδεισο.

4

Κι ήταν πολλοί, ως οι κόκκοι της ακροθαλασσιάς
κι έβρεχε κίβδηλα κι αληθινά δάκρυα, που σχημάτισαν δυο ποταμούς,
πλημμύρισαν το πλήθος της πόλης κι έλιωσαν την.
Κι ήρθαν από τον βορρά και από τα παράλια της άλλης πατρίδας
τόσοι πολλοί που ύψωσαν συρματοπλέγματα και τείχη,
κολόνες και φράκτες, σίδερα κι άλλες λογής ανθρώπινες δουλείες.
Και γίνηκαν άδεια τα σπίτια, κενοί οι δρόμοι,
αφημένες αναμνήσεις στους τοίχους,
πορτραίτα συναισθημάτων αιωρούμενα,
παραθύρια κλειστά, γαντζωμένες μορφές στις κουρτίνες,
τρίμματα φωτογραφιών, θρυμματισμένες καρδιές
και χρόνιους επισκέπτες τα φίδια και τα ερπετά
και θλιβερούς ημισελήνους.

Αφέθηκαν ακυοφόρητες οι πορτοκαλιές,
αγέννητες οι λεμονιές
και η άμμος να χρυσίζει όσο ποτέ άλλοτε.
Κούρνιασαν τα ηλιοβασιλέματα πίσω από τις εκκλησιές,  
οι συνειδήσεις έτειναν προς τη λήθη,
στάχτη οι αλήθειες, μαρμάρωσε το σήμερα και το μέλλον στα σχολειά,
κι ανέγγιχτο ήδη προκαταβλήθηκε ως παρελθόν.
Σφουγγάρια γινήκαν οι ακρογιαλιές της.

5

Κι έμεινε μισό αιώνα,
κι ήταν ως μεγάλος αιώνας στη μικρότητα του κόσμου,
στέρεα η καρδιά και άτεγκτοι οι πνεύμονες.
Τι να έγινε η ρώμη εκείνων των ανδρών
και των αμούστακων αγοριών του Ευαγόρα;
Μήπως σκιές αζήτητες  στα παζάρια των λαών,
αναφωνώντας μοναχά ένα μαρτυρικό τετέλεσται;

6

Αμμόχωστος: Μην αδικείς τον κόσμο, καθώς σε αδίκησε.
Δεν έμαθε ποτέ του κόρη μου, τι κακό σου έκαμε!
Και σου οφείλει τον νόστο για συγχώρεση!


 * Συμμετοχή του Δημητρίου Γκόγκα στον Παγκόσμιο Διαγωνισμό Ποίησης του ΕΠΟΚ με θέμα "ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΟΥΣΑ" / 2020