Τρίτη 14 Δεκεμβρίου 2021

Δ. Ξέρω ένα Τόπο: Ποιητική του Δημητρίου Γκόγκα που εκδόθηκε το έτος 2018 (ISBN 978-9925-7392-1-9) /(e-book) (Απόσπασμα: 8 ποιήματα)

 

ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΞΕΝΙΤΕΙΑ
 
Ήταν μικρό παιδί μ΄ένα αθώο δάκρυ στην χούφτα του,
Βαθύένα δάκρυ, μια απέραντη θάλασσα
και πόσο περίεργο δεν ξεχείλιζε από τα δάκτυλά του.
 
Όταν ο εύθικτος δάσκαλος άνοιξε το βιβλίο
να μιλήσει για την ξενιτειά
αυτός έσφιξε πιο πολύ την παλάμη του
μην χαθεί το βαθύ δάκρυ.
 
Μ΄αυτό το δάκρυ πήγαινε ερχότανε
και κοιτούσε τους άλλους που το βλέπανε
κι όλο και κάτι ψιθύριζαν
πίσω από τα τραπουλόχαρτα στο τραπέζι του καφενείου.
 
Περνούσε την γέφυρα,
περπατούσε στο ποτάμι
και το βαθύ δάκρυ εκεί
σταγόνα ωκεανού, πάνω στους
λιγνούς σκελετωμένους ώμους
με την βαλίτσα κρεμασμένη
εισιτήριο για την ξενιτειά.
 
 
*
 
ΣΚΗΝΗ
 
         στο Στρυμονικό 27 Νοε 2013
 
Δώσε μου μια ματιά σου να την κάνω στεφάνι
να σταθώ απέναντι από το βρυχηθμό του θανάτου
με φόβο θαρρείς
να δω τον κάμπο κατάσπαρτο
από το ανθοφόρο στάρι
με τον αστείρευτο μόχθο να κουνάει την γκλίτσα και το δρεπάνι
κι έναν- έναν τους χωριανούς αρρώστους
να γεννοβολούν αράδα τις ελπίδες ανέλπιδα
στο πέτρινο δημοτικό σχολείο.
 
Αχ μια μάνα μετρώ, δυο μάνες να κλαίνε
κουβαλώντας στα σαμάρια τις πέτρες.
 
Μην με κοιτάς με απορία
τα πόδια μου βαραίνουν
και δεν μπορώ αναδυθώ από τις λάσπες των βούρκων.
 
*
 
ΜΕ ΤΑ ΝΕΡΑ ΤΟΥ ΞΕΡΟΠΟΤΑΜΟΥ
 
Όταν σου έδωσα το πρώτο μου φιλί και έσπασα
την παρθενία των χειλιών μου
κέρασα τον ήλιο με το φως του
σε κείνη την ακροποταμιά
με τα χαλίκια να παρασύρονται
από τα  νερά του ξεροπόταμου
με  τις πρώτες δυνατές μπόρες
και να κρέμονται στα τετράγωνα σύρματα
που επιμελώς τοποθετήθηκαν
από την απλήρωτη αγγαρεία των Κυριακών,
γεννήθηκα.
 
Καράβια δεν μίσθωσα
κι ούτε σου έταξα
ταξίδια σε πελάγη.
Με τα νερά του ξεροπόταμου
να βαλτώνουν πριν χωθεί στον κάμπο
ως που να πάει εκείνη, η αγάπη μου,
με άνεμο μόνο ένα φιλί.
 
Βέβαια θα ήθελα να το φωνάξω
να το ακούσει το χωριό
να το ακούσει και ο ντελάλης
μα δεν πρόκανα.
Το φιλί έσβησε στα χείλη σου
με την πρώτη ξέρα της Άνοιξης.
 
*
ΆΤΙΤΛΟ
 
Φουσκώνει το ποτάμι της οργής
και βγαίνει τα βράδια ο γκιώνης
να λαλήσει το τέλος των αξιών
τώρα- ναι,  τώρα όσο και  απορίας ερώτημα
πως βασιλεύει ο ήλιος τη νύχτα
και το φεγγάρι τη μέρα.
 
Κι αυτό το ποτάμι που μέσα του
κρύβει τόσους καημούς και πόθους
σκοντάφτει το θολό του νερό
πάνω στις πέτρες
παίρνει από τα σύρματα που στήθηκαν
με τόση επιμέλεια
στις ονομαστικές αγγαρείες της επταετίας
τις λιγοστές ελπίδες
μαζί με τις ρίζες των ανθρώπων.
 
Και εάν γλυτώσεις τον καταρράκτη
πάντα περιμένει ένας δαυλός
που πριν τον δώσεις
σβήνεις την φλόγα
μέσα στα νερά του.
 
 
*
 
ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ - ΑΝΑΜΝΗΣΗ
 
Μέσα στο σκοτεινό καφενείο
δέκα βουνίσιοι γλάροι και
άλλοι τόσοι πεδινοί πάσχιζαν
να ακούσουν τα παλιοτράγουδα του τζουμ- μποξ.
 
Ο μεζές, το κρασάκι στο μικρό ποτήρι
η τσατσάρα στην τσέπη του πουκαμίσου
το μικρό καθρεφτάκι της αλήθειας.
 
Περνούσαν οι μήνες 
με τα βήματα στη πεζογέφυρα
και την μεγάλη αλάνα που την ονομάζαμε γήπεδο.
Μια συνεχής  κακία απ΄ το χειλάκι τους.
 
Όταν ρωτούσαμε: που ναι  οι γλάροι μας
μας απαντούσανε: Στον Αι Αντώνη που χάθηκε για χάρη μας
Χωράφια και αργυρές πράξεις
δώδεκα μήνες
μεριά στο δισκοπότηρο η φτώχεια          .
Βόλτα στην πλατεία.
Άσπρες – άσπρες βαρκούλες  στην μέση.
Κι ύστερα το χτύπημα πάνω στην κοφτερή πέτρα.
 
Πάει στράφι το αρμένισμα
Μέντα
Τσουκνίδα
Αγριοβότανο
τα βάζω ν΄ αρμενίζουν ξεροπόταμο.
 
*
 
ΜΕΤΑ ΤΗ ΒΡΟΧΗ
 
Στην κεντρική του κόκκινη φλέβα
πετριές κατηφορίζουν παρέα με το θολό
και το μακρόσυρτο βουητό της καταιγίδας
Εσύ βέβαια δεν χάρηκες καθόλου…
 
Ύστερα βγήκε εκείνος ο ζεστός ήλιος
και έσβησε κάθε διχόνοια και κάθε δυσπιστία.
Παρ΄ όλο (ίσα που το πίστευες) που οι νεκροί μας
είχανε μουλιάσει, ο πατέρας
κάτω από την δαιμονισμένη συκιά
ξεσκόνιζε το χέρι του Άγγλου Αξιωματικού
που κόπηκε κατά την βεβήλωση.
 
Λίγο πιο βόρεια ίχνη ξεχασμένου κάστρου
Ίσως να έζησαν στρατιώτες εκεί
οι σκιές τους ανεκμετάλλευτες
ακόμα δεν έγιναν τροφή στα στόματα των ντόπιων σωτήρων.
Πότε πότε παίζαμε στα χαλάσματα,
αφαιρώντας πρόχειρα μικρά λιθάρια.
Αγνοούσαμε τη δύναμη της πέτρας.
 
Εσύ τώρα ξένε που θα έρθεις στο Όρλιακο
φρόντισε να μάθεις γεωγραφία. Κομμένος ο χάρτης στα δύο
ο θησαυρός αναζητείται στη δασώδη περιοχή του Πέγκου.
 
Κει που κατοικούνε
Θρακιώτες, Πόντιοι, Ντόπιοι Μακεδόνες, Μικρασιάτες, Βλάχοι
ζήτησε να σου φέρουνε στη φιλόξενη ώρα της μέρας, τις ελπίδες τους.
Στα χωριατόσπιτα ανθίζουν
ακόμα πασχαλιές, ροδιές και κάποια άλλα άνθη.
Κι ένας μοσχομυριστός βασιλικός στη μέση της αυλής μας.
 
 
*
 
...ΟΙ ΓΚΡΕΜΟΙ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ
 
Ένα το σμαραγδένιο δάκρυ που ΄πεφτε πάνω στα αυλακωμένα μάγουλα
«τι τα ‘θελες σου ΄λεγα κείνα τα γαμψά νύχια» όμοια αετού
«να κρατώ τα ερείπια, να κρατώ κάτι πέτρες αμάδες » μου απαντούσες.
Φώναζες πιο δυνατά κι από τις πένθιμες καμπάνες το χωριού,
από τον άνεμο που τρίγυζε στις αυλές τους χαμένους χρόνους.
Στάζανε οι χρόνοι, μέρες κόκκινες και ώρες πηχτό κλάμα.
Ανεμοστρόβιλος κάθε φορά που ακουγόταν η μάνα.
Γιατί;
Ήταν αδύνατο;
Πώς να μη συμβεί όταν έχουμε ένα πόδι και αυτό το χρωστάμε;
Πώς να μην συμβεί όταν πρέπει εσύ να αλλάξεις μα όχι εγώ;
Σήμερα κηδέψαμε και την τελευταία ελπίδα του παρελθόντος.
Αύριο η μάνα θα φωνάξει «ρημάξτε τα, όλα» και, μεις τι θα κάνουμε
Θα κρατήσουμε τους νεκρούς στα ξύλινα αμπάρι,
μέσα σε άχνη και αλόη μπας και
αναστηθούν αργότερα και γίνουν μύθοι;
Όχι καλύτερα όχι.
Ανώφελο,
Ανώφελο.
Οι νεκροί με τους νεκρούς
και μεις με τα ζωντανά
ως τη βαθιά κατάθλιψη του πνιγηρού θανάτου.
Μην μας τρομάζει που ανοιγοκλείνει τα μάτια
Συνήθεια παλιά, σαν μια αρχαία προσταγή:
Ακονίστε τα νύχια, οι γκρεμοί περιμένουν.
 
 
 
*
[Τώρα η καρδιά μου χτυπά]
 
Τώρα, το ξέρω η καρδιά μου χτυπά,
για κείνο τον όμορφο τόπο,
για κείνη την γέρικη ιτιά,
πού ΄σπειρε η μάννα με κόπο.
 
Στης αυλής τη μεγάλη ροδιά,
κάποτε έκατσα λίγο.
Στη σκιά της να βρω τη δροσιά
και κατόπι σαν ξένος να φύγω.
 
Μα πάλι η καρδιά μου χτυπά
και γυρίζει η σκέψη στο σπίτι.
Στην πέτρινη εκείνη φωλιά
που πετούσα σαν το σπουργίτι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου