Τρίτη 29 Μαρτίου 2022

ΡΗΜΑΓΜΕΝΑ ΚΑΦΕΝΕΙΑ * και Ωράριο Εργασίας Δημήτριος Γκόγκας



Πάσχιζε ταλαιπωρημένο το βλέμμα
να δει τις χώρες  πίσω από τα γεμάτα βαγόνια με ανθρώπους
-μετανάστες τους λέγανε στα χαρτιά με κείνες τις πύρινες γλώσσες-
Κι εσύ, με την τεμαχισμένη σου ψυχή
κόχλαζες σα λάδι σε καρβουνιασμένο τηγάνι
ως αγκάλιασε σταγόνες βροχής.
Έσταζε και στα στήθια της γης το νερό του Φθινοπώρου.

Δεν είχες πλέον δύναμη το μαύρο χέρι να σηκώσεις
Το είχες ακουμπήσει πάνω στο θρυμματισμένο γόνατο
απ΄  την ορθοστασία της ξενιτειάς που έβριζες πάντοτε.
Δεν άντεχες το χέρι να απλώσεις, 
τα άσπρο μαντήλι λερωμένο μονίμως στη τσέπη
και ιδού
αξύριστος μέρες – συνεχώς είχες πένθος-
με τις τρίχες πουρνάρια στις αυλακωμένες πλαγιές,
δικαιολογούσουν κάποτε – κάποτε
κι έλεγες περιγελώντας,
ο αχνιστός καφές σε ξεκούραζε
στα ρημαγμένα καφενεία που σύχναζες τα βράδια.

**

ΩΡΑΡΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

 

Δίπλωναν απ΄ την ασίγαστη κούραση

τα γόνατά του.

Τα πρωινά για την δουλειά

στην γιομάτη από εργάτες στάση του λεωφορείου

τρία στενά πιο κάτω

άφηνε στις πέντε τα ξημερώματα

από νωρίς, τον κρύο ιδρώτα να κυλήσει στον υπόνομο.

Τώρα ήταν σίγουρος

Η συγκατάβαση στον θάνατο

υποταγή στη ζωή του χρέωνε.

Έξι με δύο – μείον τις υπερωρίες-

Κατέβαλε τον φόρο εργασίας που του αναλογούσε

Από τις συχνές υποκλίσεις, καλό μπαστούνι έγινε!



* Τα παραπάνω ποιήματα συμπεριλήφθηκαν και στο Καλιτεχνικό Ημερολόγιο 2021

Προσφύγων Νόστος

 


Κυκλοφόρησε το Βιβλίο "Προσφύγων Νόστος" του Συνδέσμου Μικρασιατών Κύπρου. Είναι μια ανθολογία Ποίησης Κυπρίων Λογοτεχνών με εικαστικά έργα Κυπρίων Καλλιτεχνών, με αφορμή τα 100 χρόνια μνήμης τυ Προσφυγικού Μικρασιαστικού Ελληνισμού. Ανάμεσα στους εξαίρετους Κύπριους Ποιητές είναι τιμή που συμπεριλαμβάνεται και το δικό μου όνομα και η δική μου συμμετοχή [δύο ποιήματα] 

ΤΟ ΨΩΜΙ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΜΟΥ
 
Θυμάται ακόμα τη μάνα
να σπάει ένα σταρένιο ψωμί στο κεφάλι της νύφης. 
«Να στεριώσετε» φώναξε να τ΄ ακούσουν όλοι.
Προ πάντων να τ΄ ακούσουν οι εχθροί της.
 
Στις γιορτές το ίδιο.
Σταύρωνε τα χριστόψωμο, μοίραζε στους γειτόνους.
«Να μπολιάσουν τα τραύματα» μονολογούσε. 
«Να σιάξουν οι χρόνοι»
μέχρι την επόμενη στάση της ζωής, στο ψήσιμο της αλμυροκουλούρας. 
Ύστερα
με μια λαγάνα αποχαιρετούσε
το μπάρκα της ζωής της για να γευτεί τη λαμπρόπιτα.
 
Μα η μάνα έγινε άνεμος και σαν άνεμος πάει.
Παίρνει πότε πότε τα μαλλιά και τα χτενίζει με τον τρόπο της.
Ευθύς ανοίγουν τα μάτια του,
καμπάνες τον καλούν. 
Ψάχνει να βρω, λίγο αλεύρι,  νερό, μαγιά, κι αγίασμα να ζυμώσει, 
να θέσει σε μια πινακωτή τη ζωή του.
Ν΄ αγγίξει τη φωτιά του.
Να μυρίσει ο δρόμος του ψημένη κόρα
να θρυμματιστεί ο αχνός της ψίχας του.
 
Έτσι να πορεύεται, το σκέφτεται, το θέλει
ζυμωτός σε σταρένιο κάμπο,
με το ψωμί παραμάσχαλα,
πότε κομμένο στα δύο, πότε μοιρασμένο
και πότε στον κόσμο ολάκερο.
 
Για «να σιάξουν οι χρόνοι» ακούστηκε ξανά η φωνή από την άβυσσο.
 
 
 **

ΒΥΘΙΣΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟ…
Της Κύπρου και της Αμμοχώστου
 
Λησμονημένος ο κάμπος είναι το μικρό σπίτι που χάσαμε.
Στα δύο κόπηκε ο αέρας.
Καταβυθίζεται άδοξα πικρός.
Τα δένδρα, τούτα στα βουνά είναι άνδρες που χάθηκαν.
Στο πρόσωπο ηρώων αισχύνη μιας αδιαίρετης πατρίδας.
Ουτοπία εκτός.
Οι θάμνοι που φύτρωσαν, αγριάδες θαρρώ, είναι παιδιά μας.
Δικά τους, δικά μας ,στο πράσινο σύνορο,
είναι παιδιά μας.
Το μέλλον τυφλό δεν θα δούμε.
Ενωμένο μέλλον με απειλές, λιβέλους, αίματα και αγχόνες.
Οι ευκάλυπτοι και τα ζυγόφυλλα, γεννιόνται στις αγριωπές ξερολιθιές
κι είναι όρθιες γυναίκες.
Οι γυναίκες μας,
Μαυροντυμένες, σκληρές, πνιγμένες σε μια αγνοούμενη σιωπή
Μια ελπίδα ανέλπιδη ξεπηδά από τα μάτια του ήλιου Οδυσσέα
Τσακίζεται στα λιθάρια και στ ΄αμπέλια της νήσου αλλόφρονη
Συνθλίβει το φως που ηρωικά ξεμυτίζει
μέσα από τα καταπράσινα φύλλα
της πορτοκαλιάς, της λεμονιάς, της ελιάς, 
της βυθισμένης στην άμμο πολιτείας.
Αρσινόη, Κωνστάντια, Αμμόχωστος.

Κυριακή 27 Μαρτίου 2022

ΣΗΜΕΙΑ ΣΤΙΞΗΣ* του Δημητρίου Γκόγκα



Προσπάθησε να θυμηθεί τις τελευταίες συμβουλές του.
Να ασφαλίσει το ποίημα και προπάντων τις λέξεις.
Εάν χαθούν τι θα απομείνει;
Μια κάτασπρη, κενή σελίδα τετραδίου με δείκτη το αόρατο κι ένας σταυρός στο χέρι.
Τη μοναξιά να στραγγίζεται από τη κορυφή, στις παρυφές του ανθρώπου.
 
Όπου χρειαζότανε στήριξε τις λέξεις και τις προτάσεις με τελεία.
Να σώσει με ανάπαυλα, τη φωνή της ψυχής και τη δύναμη του πόνου.
Να εδραιώσει τη βάση του δίκαιου και του αδίκου, με την αλήθεια.
Κάπου – κάπου κάρφωνε την τελεία άνω, εντόνως.
Άνω δεξιά και άνω αριστερά.
Να χωρίσει τους παράδρομους, τα καλντερίμια και τα σοκάκια της σκέψης.
Χρησιμοποίησε διστακτικά το κόμμα,
για να προκαλέσει αιφνιδίως την προσδοκία πως κάτι θα συμβεί,
χωρίς πίεση αλλά με κάποιο αβέβαιο λόγο.
Κι ας επαναστατούσαν -έστω και- προσωρινά,
οι δευτερεύουσες προτάσεις, οι ερωτηματικές εξάρσεις,
οι συμπερασματικές απόπειρες, οι διαζευκτικές της αβεβαιότητας,
οι παντογνώστες χωρισμοί και τα παραστρατήματα του έντεχνου λόγου.
Όταν απαιτούνταν να δώσει περισσότερες εξηγήσεις, έσπερνε δύο τελείες.
Έτσι απλά, δίδασκε τα αποφθέγματα και τα σοφά λόγια των προκατόχων.
Την παύλα την απέφευγε και το υποστήριζε με παρρησία, λέγοντας: «δεν ωφελεί,
ούτε στον προσδιορισμό των προσώπων σε ένα τυπικό διάλογο.»
Πιότερο προκαλεί σύγχυση, σαν ένα σπαθί χωρίς σταυρό.
Σαν ένα βέλος χωρίς την άκριά του.
 
Τις παρενθέσεις, τις αγκύλες και τα εισαγωγικά, όλα τα αγάπησε στην φυλακή.
Καρφωμένα στα παράθυρα και στις πόρτες, έκλειναν όλα όσα ένιωθε κατάστηθα,
μα πιο πολύ την ελευθερία.
Κι όταν έκανε την εμφάνισή του το θαυμαστικό, απορούσε σιωπηλός
και σημείωνε με κόκκινη μελάνι ένα τεράστιο ερωτηματικό για την πορεία του ποιήματός
του. Σκήνωμα το βάφτιζε, λείψανο μέχρι να το αναστήσει.
Απέφευγε τους αστερίσκους.
Είχε μια ιδιαίτερη προτίμηση στην ειλικρινή παράθεση των λέξεων.
Να μιλά με το όνομά της η λέξη, κι όχι με διφορούμενα.
Στο τέλος ξεβοτάνιζε τα αποσιωπητικά.
Πάντα ήθελε να πει περισσότερα,
μα τον σταματούσε το φεγγάρι της Άνοιξης και η αύρα του Αυγούστου.

*Το ποίημά: "Σημεία Στίξης" έλαβε Έπαινο ( 4ο με αξιολογική σειρά) του 5ου διαγωνισμού ποίησης Bonsaistories / 2019

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ * / Δημήτριος Γκόγκας



Ξύπνησε πολύ πρωί, ο ήλιος δεν είχε ανατείλει ακόμα και η πόλη προσπαθούσε να  βρει τους ξέφρενους ρυθμούς της. Έφαγε βιαστικά, ντύθηκε με το γκρι κουστούμι και κίνησε για το γραφείο της και το στούντιο του τηλεοπτικού σταθμού που δούλευε. Με τους δρόμους γεμάτους από αυτοκίνητα, υπολόγισε πως χρειαζόταν μία ώρα να φτάσει στην εργασία της. Τακτοποιούσε τις σκέψεις και το πρόγραμμα της ημέρας στο μυαλό της. Μεταξύ άλλων, θα έπαιρνε συνέντευξη με μια καινούργια μέθοδο ολογράμματος,από τον ήρωα της Επανάστασης του 1821 Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ενσωματωμένη με τεχνολογία μικρο-μηχανικής ώστε να δίνεται η εντύπωση ότι ο φιλοξενούμενος στο στούντιο θα είναι όχι απλώς ζωντανός αλλά θα μπορεί και να απαντά. Αυτό θα ήταν εξαιρετικά θετικό για την τηλεοπτική καριέρα της, ειδικά φέτος που υπήρχε η αίσθηση ότι είχαν εξαντληθεί όλες οι πρωτοτυπίες και δεν υπήρχαν καινούργιες ιδέες  στην παρουσίαση των προγραμμάτων. Με το μυαλό της κινητή βιβλιοθήκη, αποθήκευσε όλες τις γνώσεις για τον μεγάλο αυτόν Έλληνα.
Όταν έφτασε, διαπίστωσε ότι ο επίσημα «καλεσμένος» ήδη είχε αρχίσει να παίρνει τη μορφή του. Της φάνηκε αρκετά υπερβολικό το σκηνικό που προσπαθούσαν να στήσουν οι τεχνικοί, δίνοντας στο ολόγραμμα τη μορφή του Κολοκοτρώνη πάνω σε άλογο από πίνακα και πιο συγκεκριμένα από ελαιογραφία του Νέστορα Βαρβέρη. Την απέρριψε με συνοπτικές διαδικασίες, λέγοντας πως δεν θα κάνουν το πλατό, στάβλο. Αν΄αυτού, προτίμησε τη μορφή του Κολοκοτρώνη από πίνακα του PetervonHess όπου ο ήρωας κάθεται σε μια πέτρα και παρακολουθεί τα παλικάρια του να διασκεδάζουν.
Δέκα λεπτά πριν την καθοριζόμενη έναρξη της εκπομπής όλα ήταν έτοιμα. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης στεκόταν απέναντί της, με την μακριά κατάλευκη φουστανέλα, το χρυσοκέντητο γιλέκο, τα κόκκινα τσαρούχια και την περικεφαλαία δίπλα του. Καλημέρισε τους θεατές της εκπομπής, δηλώνοντας ότι ήταν βαθύτατα συγκινημένη για τον σημερινό της καλεσμένο. Ξεκίνησε αναφέροντας την καταγωγή του, με πληροφορίες για τον τόπο που γεννήθηκε, το Ραμοβούνι της Μεσσηνίας, την μητέρα του Ζαμπία Κωστάκη και τον πατέρα του Κωνσταντή Κολοκοτρώνη. Από τον πρόλογό της δεν παραλήφθηκε αναφορά στην αλλαγή του επιθέτου από τον παππού του, από Τσεργίνης σε Κολοκοτρώνης ως απόδοση στα ελληνικά του αρβανίτικου παρωνυμίου «Πιθεγκούρας».
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης κοίταζε με απορία πότε την ίδια και πότε την κάμερα, προσέχοντας ιδιαίτερα τις απαντήσεις. Εξάλλου ο ίδιος γνώριζε πως αυτά που θα έλεγε, θα είχαν πολύ μεγαλύτερη απήχηση στην εποχή του και όχι στο σύγχρονο κόσμο,  καθώς η ελευθερία θεωρείται δεδομένο αγαθό. Επισήμανε την ανάγκη του αγώνα, τόνισε την σημασία της πολιορκίας της Τριπολιτσάς, ενώ στάθηκε δακρύζοντας στη μάχη στα Δερβενάκια. Στον πρώτο και στον δεύτερο εμφύλιο πόλεμο δεν ήθελε να επεκταθεί καθώς πετάρισε η καρδιά του και χρειάστηκε η επέμβαση της ομάδας των τεχνικών να σταθεροποιήσουν την λειτουργία του ολογράμματος. «Κύριε Κολοκοτρώνη» τον ρώτησε «φοβηθήκατε ποτέ για την ζωή σας; Το 1833 οι Έλληνες σας καταδίκασαν σε θάνατο για εσχάτη προδοσία» Η απάντηση έφερε ένα κόμπο στο λαιμό. Ο σκηνοθέτης, χρόνια στη δουλειά, έμπειρος, συνέλαβε τη στιγμή στο χρόνο και την επανέλαβε σε αργή κίνηση. «Αντίκρυσα τόσες φορές τον θάνατο και δεν τον φοβήθηκα. Ούτε και τότε» Δεν γνώριζε που θα οδηγούσε η συνέντευξη αυτή. Το κλίμα είχε φορτιστεί και οι συγκινητικές στιγμές διαδέχονταν η μία την άλλη. Ζήτησε και πήρε διάλλειμα. Ο σκηνοθέτης την πλησίασε και της χτύπησε την πλάτη. «Καλά τα πας» είπε. Οι τεχνικοί βρήκαν την ευκαιρία και επανεξέτασαν τις λειτουργίες του ολογράμματος, ενώ ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης έδειχνε να το απολαμβάνει λέγοντας «Θα αντέξω βρε παιδιά. Εδώ έντεκα ολόκληρους μήνες με είχανε έγκλειστο στο Παλαμήδι. Μια συνέντευξη είναι!»
Σε λιγότερο από δέκα λεπτά άρχισαν και πάλι. Τα φώτα ξύπνησαν τον γέρο του Μοριά τη στιγμή που στο πίσω του στούντιο, σε μια τεράστια οθόνη αναγράφονταν τα λόγια «Ο θεός υπέγραψε την ελευθερία της Ελλάδος και δεν παίρνει πίσω την υπογραφή του». Ξύπνησε ο γέρος, ξύπνησε και η εθνική μνήμη. Η Μακιγιέρ έτρεξε και σκούπισε το δάκρυ μ΄ ένα άσπρο μαντήλι. Κύριε Κολοκοτρώνη είναι καταγεγραμμένο ότι είπατε: «Ο κόσμος μας έλεγε τρελούς. Ημείς, αν δεν είμεθα τρελοί, δεν εκάναμε την επανάσταση….» Το πιστεύετε ακόμα και σήμερα; «Κοπέλα μου, το τι πιστεύω εγώ πλέον δεν έχει καμία σημασία, αλλά έχει περισσότερο το τι πιστεύετε εσείς. Εμείς πολεμήσαμε, διώξαμε τους εχθρούς για να μπορείτε εσείς, να ζείτε ελεύθεροι. Αυτή την ελευθερία πρέπει να κρατήσετε ζωντανή εις τους αιώνες. Θα αρκεστώ να επαναλάβω κάποια από τα λόγια της ομιλίας μου στην Πνύκα «…Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε…Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε· και, δια να γίνη τούτο, πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία, την καλλιέργεια του Θρόνου και την φρόνιμον ελευθερία.»
Του έπιασε το ρυτιδωμένο χέρι, υπακούοντας στην εντολή του σκηνοθέτη. Δεν ήξερε αν  έπρεπε να υποβάλλει την τελευταία της ερώτηση για τον θάνατό του. 4 Φεβ 1843 μετά από χορό στα ανάκτορα. Τον ρώτησε εάν γεννιόταν ξανά θα έκαμε και πάλι την επανάστασή του; Την κοίταξε βαθιά στα μάτια και τράβηξε με βία τα καλώδια. Το ολόγραμμα χάθηκε δια παντός.



* Το διήγημα συμπεριλήφθηκε μαζί με άλλα 40 (μετά από διαγωνισμό με θέμα: 1Φραση +821 λέξεις για το 1821) στην ειδική έκδοση και παρουσιάστηκε σε τελετή στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο την 9 Νοεμβρίου 2019

Ακατέργαστη Μπαλάντα για Κείνους Χωρίς όνειρα, Απέραντη Σιωπή, Παράκληση του Πάσχα : 3 Ποιήματα που έλαβαν το Β΄Βραβείο στον 3ο Πανελλήνιο Διαγωνισμό Ποίησης της Βιβλιοθήκης Σπάρτου



και συμπεριλήφθησαν στην Ανθολογία που κυκλοφόρησε με ακόμα δύο ποιήματα από τον κάθε ποιητή. Στη σελίδα αυτή παραθέτω τα 5 ποιήματά μου. 


ΑΚΑΤΕΡΓΑΣΤΗ ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΓΙΑ ΚΕΙΝΟΥΣ, ΧΩΡΙΣ ΟΝΕΙΡΑ

Κι έρχονται οι μέρες πολύ νωρίς,
ίσα που καταλαβαίνεις τον βαρύ ερχομό τους.
Ύστερα, καθώς κυλούν χωρίς ούτε ένα κυματισμό,
λες: πέρασαν τόσο γρήγορα.

Καθώς γυρνάς από τα γερασμένα καφενεία,
στην κενή πλατεία,
-γερασμένος και συ-
τι περιμένεις πρωί, βράδυ;
Κάποια λευκά σεντόνια κρέμονται
σε ατσαλένια σύρματα στις χωμάτινες αυλές.
Αυλές που θα είναι παράδεισοι ονείρου, στο μακρινό σου μέλλον.

Οραματίστηκες; Μα καθόλου, ούτε καν, ψελλίζεις: δεν…

Πότε- πότε πιάνεις το σώμα σου από τις άκρες των ώμων
και το τινάζεις από το μπαλκόνι χωρίς κάγκελα,  
το χτυπάς με ένα ραβδί να φύγουν οι σκόνες.
Πασπαλίζουν ότι φοράς και ότι σε σκεπάζει
ακόμα και κείνη η σκιά, η ομίχλη, η αντάρα.

Και πρέπει σκέφτεσαι,  στο τόπο που αγάπησες να ναι ο ομφάλιος
δεμένος στα τσάκνα της φωλιάς
πάνω στα κεραμίδια και δεν έχει αποκολληθεί ακόμα.
Κι είναι και τούτο επικίνδυνο,
ένα ασθενικό συμβαίνει,
μια περιπέτεια ρημάτων που τρώγουν ότι τολμά κι ότι ξεμένει πίσω.

Κι έρχονται έτσι οι μέρες, σημειωτόν και τροχάδην.
Κι είναι τελικά όραμα, ένα κομμάτι ψωμί πάνω στο τραπέζι.
Κι ένα χαμόγελο στην χωμάτινη αυλή, πίσω από τα λευκά σεντόνια;



 ***

ΑΠΕΡΑΝΤΗ ΣΙΩΠΗ

Είναι μια απέραντη σιωπή αυτοί οι λόφοι.
Τεράστιες χώρες στο μήνα Σεπτέμβρη.
Ήλιοι που γνέφουνε σεμνά μέσα στις καρδιές μας.

 Είναι μια απέραντη σιωπή αυτή οι λόφοι
 Κι ας σπέρνουν στους ορίζοντες οι άνεμοι το θρόισμά τους.
 Ας τινάζουν τα φτερά τους μικρά πετούμενα
 και νικιέται ο βαθύτερος θάνατος.
 Μέσα στις φοβερές αντάρες, στις αόρατες ομίχλες
 Στα χαμομήλια και τις παπαρούνες που ζυγώνουνε τα πατρικά μας.

Είναι μια απέραντη σιωπή:
το σοκάκι που πρώτο περπάτησες,
το κλαδί που έσπασες,
το πρώτο πουλί που σκότωσες,
κι ανέβηκες τους σιωπηλούς λόφους.

Πάνω στις ράχες αγνάντεψες τον υποσχόμενο κάμπο.
Δώρα σου στείλανε: την ψευτιά, το μίσος, την εκδίκηση.
Θες, μες στη σιωπή που διαρκεί ο χρόνος ενός ρόγχου
να τους τα επιστρέψεις
μα δώρα μουρμουράς και δεν μοιράζονται.

Κι είναι η ζωή ένα έλεος πρώτα σε σένα
κι ύστερα σαν να γελούσες, πίστεψες -σαν να γελούσες-
πως θα έσπαγε η απέραντη σιωπή
την ώρα που ράγισαν οι πλαγιές των ρημαγμένων λόφων


 ***


ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ

Εσείς που γνωρίζετε πως οι νόμοι φυτρώνουν στα λούλουδα
Έχει ειπωθεί : οι νόμοι υπάρχουν στη δύναμη
Γελιέστε οι νόμοι υπάρχουν για το κράτος, εάν το κράτος είστε εσείς. 
Αν πάλι λέτε αυτή η φωνή, είναι η φωνή των νόμων
Που γίνονται από σας και για σας υπάρχουν
Τότε δώστε εξήγηση κι υπογραφή
Δώστε τον λόγο: Κτίστης κανείς δεν έγινε άρχοντας
Δώστε γραφή και νόμο: Ξυλουργός σταυρώθηκε και φαρισαίοι βασιλεύουν
Αν πάλι είμαστε σκόνη στο άπειρο, γιατί είμαστε σκόνη;
Τινάζουμε τη σκόνη από τα ιμάτιά μας;

Δεν αντέχω άλλο, δεν ….
Θα βάψω την πόρτα μου κόκκινη.
Να,  βλέπετε πως αίμα ανθρώπων τρέχει δρομέας.
Μέσα στο κύμα του αίματος κρύβεται μια ελπίδα.
Κι εσείς που γνωρίζετε τους νόμους ελπίζετε!
Καλώς ελπίζετε πως το πόδι του δρομέα θα σηκώσει τη σκόνη που ρίξατε.
Κι η σκόνη είστε εσείς.
Μη θωρείτε πως το αίμα σας είναι σκόνη.
Μην θωρείτε διάφορο το χρώμα του αίματος.
Και την υφή της σκόνης.
Η σκόνη – σκόνη, το αίμα κόκκινο.
Και η ελπίδα στο χρώμα του αίματος.
Μια κόκκινη σκόνη.

Και τώρα που οι μίσχοι γίνανε δρόμοι πνευμόνων,
περνούν οι αέρηδες και πνίγουν τα στήθη.
Μια σκόνη κόκκινη.
Θωρείτε τη σκόνη στις λέξεις σας.
Μέσα στις λέξεις μια ελπίδα.
Μέσα στις λέξεις οι λύκοι κι οι ύαινες.
Μέσα στη γλώσσα ένα μαχαίρι, μια πέτρινη σπάθη,
ένας πυρωμένος ήλιος, ένας άνθρωπος που πνίγεται.
Μέσα στη σκόνη ο νόμος μας.

Πριν κλείσω το ποίημα
Παράκληση του Πάσχα.
Τι πονάει περισσότερο στον κόσμο μας;
Το ακάνθινο στεφάνι, το ψέμα, η συκοφαντία, το καρφί
ή ο κουρνιαχτός που σκέπασε τους νόμους μας;  


Σχετικά: https://vivliothikispartou.blogspot.com/

**



Απολέπιση


Τα βράδια στη περιοχή του Makenzie
κυκλοφορεί μισόγυμνος ένα αέρας τρισάθλιος και μεθυσμένος
Θα είναι ο αέρας της ξενιτιάς σκέφτηκα

Ξετσίπωτοι Άγγλοι τουρίστες
με τη ζωή –έτσι λένε- κλεισμένη σ΄ ένα μπουκάλι
Όμορφα κορίτσια θαρρείς γυμνόστηθα
Ούτε που κρύβουν πλέον την πεθυμιά του έρωτα
Ψωνίζουν ήλιο όσο- όσο
Και τεμαχίζουν τη νιότη τους αργά

Στο βάθος το γκάζι μυρίζει θάνατο
Ένα χέρι υψώνει αντίσταση
Κι είναι το χέρι του θύτη
Τα θύματα φορούν τις λεοντές τους
Παρελαύνοντες στην παραλιακή
Κι ύστερα
Ύστερα μην υπάρχει ο θάνατος μέσα στο φεγγάρι;
Πως λαμποκοπά καθώς πνίγεται στα αβαθή των Φοινικούδων !

Μια αχιβάδα- δεν υπάρχουν αχιβάδες μου λέει ο ντόπιος-
Μια αχιβάδα σφίγγω τα δόντια μου
Κλείνει την αγάπη μου για σένα σε μια δίφυλλη φυλακή οστράκων
και σβήνει
Σβήνει
χάνεται με την μεταμεσονύκτια μουσική της ξενιτιάς 
Στους δρόμους με τα αγκάθια και τις παπουτσοσυκιές που θυσιάστηκαν

για τη βρεγμένη άμμο στα πόδια μας.

**

ΙΧΝΟΣ ΑΓΑΠΗΣ

Κάθε πρωί που σηκώνομαι αντικρύζω μια γυναίκα
και αναφωνώ ψιθυριστά να ακούσει η καρδιά μου
Ποιος απωθεί τη σκέψη να μην πεθάνει στην ομορφιά της;

Μέχρι να ξυπνήσει έχω παραγγείλει στον ήλιο καλό μεσημέρι
Έχω ανταλλάξει το κρύο με την ελπίδα
Έχω ζητήσει από τα σύννεφα ένα απαλό αεράκι
Να μπλεχτούν τα δάκτυλα στα καστανά μαλλιά της

Και να σου θεέ μου μια θάλασσα για κείνη
Ήρεμη κι απάνεμη
Ένας μικρός όρμος να δένουν τα όνειρά μας
Τόσος παιδεμός μια κόλαση και μια ο παράδεισος

Ξέρω πως είναι μια λύτρωση να πεθάνεις
μα είναι λαμπρή ευτυχία να ζεις και ν΄ αντικρύζεις το χαμόγελό της
Δεν είναι μια μικρή γραμμή στα χείλη της
Είναι μια λάμψη στο βλέμμα της
Μια τρομερή λάμψη

Κι είναι τρόπος λατρείας όταν το καταλαβαίνει!
Μια φλόγα κι ένα μικρό μαγκάλι θυμιατήρι
το πρωί που αντικρύζω μια γυναίκα


Σάββατο 26 Μαρτίου 2022

3 Χαικού του Δημητρίου Γκόγκα

 


Άλλοι έτρεχαν
Άλλαζαν τον κόσμο μας
Εμείς γράφαμε.
 
Μικρό ποίημα
Κουνούπι στον άνεμο
άμεμπτη μνήμη.
 
Ονειρεύτηκα,
για τους ποιητές της γης,
αιώνια δόξα.

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2022

ΒΥΘΙΣΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟ…* του Δημητρίου Γκόγκα

 


Λησμονημένος ο κάμπος είναι το μικρό σπίτι που χάσαμε.
Στα δύο κόπηκε ο αέρας.
Καταβυθίζεται άδοξα πικρός.
Τα δένδρα, τούτα στα βουνά είναι άνδρες που χάθηκαν.
Στο πρόσωπο ηρώων αισχύνη μιας αδιαίρετης πατρίδας.
Ουτοπία εκτός.
Οι θάμνοι που φύτρωσαν, αγριάδες θαρρώ, είναι παιδιά μας.
Δικά τους, δικά μας ,στο πράσινο σύνορο, είναι παιδιά μας.
Το μέλλον τυφλό δεν θα δούμε.
Ενωμένο μέλλον με απειλές, λιβέλους, αίματα και αγχόνες.
Οι ευκάλυπτοι και τα ζυγόφυλλα, γεννιόνται στις αγριωπές ξερολιθιές
κι είναι όρθιες γυναίκες.
Οι γυναίκες μας,
Μαυροντυμένες, σκληρές, πνιγμένες σε μια αγνοούμενη σιωπή
Μια ελπίδα ανέλπιδη ξεπηδά από τα μάτια του ήλιου Οδυσσέα
Τσακίζεται στα λιθάρια και στ ΄αμπέλια της νήσου αλλόφρονη
Συνθλίβει το φως που ηρωικά ξεμυτίζει
μέσα από τα καταπράσινα φύλλα
της πορτοκαλιάς, της λεμονιάς, της ελιάς, 
της βυθισμένης στην άμμο πολιτείας.
Αρσινόη, Κωνστάντια, Αμμόχωστος.

* Έλαβε Γ΄Βραβείο για το ποίημά του: Βυθισμένη στην Άμμο... (Ενότητα: Αμμόχωστος Βασιλεύουσα) από τον ΕΠΟΚ (Ελληνικός Πολιτιστικός Όμιλος Κυπρίων) στον 8ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό [2018]

ΘΑΥΜΑΣΙΑ ΑΙΣΘΗΣΗ /Δημήτριος Γκόγκας

  Γ΄βραβείο 
στον 7ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό 
της Πνευματικής Συντροφιάς Λεμεσού / 2018



Θαυμάσια η αίσθηση να μαθαίνεις πως χάθηκε
Ούτε που σε νοιάζει ο κλεμμένος τόπος και το μειδίαμα του χρόνου
Πίσω από τις σκούρες κουρτίνες 
το ποτήρι που σήκωσες να κάμεις μια πρόποση
έκρυβε στο βυθό του, το αίμα και το σώμα που δεν μετάλαβες
Πικράθηκες και μια σταγόνα από τούτη την πίκρα, επιστρέφει πάντα
Μετανάστρια στα μικρά ξέφωτα, πρόσκαιρες πατρίδες,
όπου στήνουν χορό οι ερινύες και οι κάμπιες δαγκώνουν τη ηθική σου
Κλείνεις τα μάτια, σιωπάς, δεν ακούς, κάμεις πως δεν ακούς
Αλυσοδένεσαι, μόνος δικάζεσαι, τιμωρείσαι
Τι να περιμένεις από αυτή την επανάληψη; Εκδίκηση;
Σκορπά ότι έσπειρες, πότισες, γεύτηκες
Με μαθηματικές πράξεις θανάτου και ζωής,
Προσθέσεις, αφαιρέσεις, διαιρέσεις της αλήθειες και του ψέματος
Στον ορίζοντα πολλαπλασιάζονται πενιχρά τα φλογισμένα βλέμματά σου
Ακοντίζει στον φόβο η αίσθηση, τον φόβο.
Θαυμάσια λοιπόν, καθώς αποχαιρετάς στρίβοντας τη σόλα
Πάνω στο φτύμα που έπεσε, στο χώμα που έρανες, το σώμα που θύμωσες.
Και πόσο λυπηρό
Η αίσθηση τούτη τρώει τη σάρκα σου, μεστή από λάθη στον πηγεμό σου.
Ίσως να σκέφτεσαι πως δεν ήρθε κι η δική σου ώρα.
Μα είναι παρήγορη η θαυμάσια αίσθηση.

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2022

ΑΔΟΥΛΩΤΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ* του Δημητρίου Γκόγκα

 * έπαινος στον 8ο Λογοτεχνικό διαγωνισμό/2018 του ΕΠΟΚ 



Ελλάδα:

Κύπρος θαλασσοφίλητη μες στης καρδιάς τη στράτα.

 Άκου τι έχω να σου πω, δυο λόγια δυο μαντάτα.

 

Κύπρος:

Τι έχεις τάχα να μου πεις, να μου καταλογίσεις;

Έχω περάσει δύσκολα, εσύ να ευτυχίσεις.

 

Ελλάδα:

Κύπρος μου τα τραγούδια σου,  ακόμα στάζουν αίμα.

Όλο τον κόσμο γύρισα, μα τόπο σαν εσένα,

δεν είδα άλλον πουθενά. Είσαι μες στη ψυχή μου.

Ορίζεις την ανάσα μου και όλη την ζωή μου!

 

Κύπρος:

Τι έχεις Μάνα όμορφη  και πολυαγαπημένη;

Κρύψου μέσα στους πόνους μου, στα στήθη διχασμένοι.

 

Ελλάδα:

Χίλιοι εχθροί περάσανε, πάνω απ΄ το κορμί σου.

Αφήσανε το στίγμα τους και τώρα μοναχή σου,

γυρεύεις τα αδέλφια μου που κείτονται θαμμένα.

Τα όνειρα στα σύννεφα, ισχνά σκελετωμένα.

Μην τα κοιτάς τα όνειρα, εφιάλτες γίναν τώρα.

Ξεπλένονται τα Σάββατα, με του Ιουλίου τη μπόρα!

 

Κύπρος:

Όπου κι αν βγω, όπου σταθώ, όπου κι αν ξαποστάσω,

δεν βρίσκω δρόμο να διαβώ, ποτάμι να περάσω.

 

Ελλάδα:

 

Πάντα υπάρχει μια κραυγή που μου μηνά σταμάτα!

Δεν είν ο κόσμος αρκετός για τη δική σου στράτα.

 

Κύπρος:

Πικρά ετούτα που λογάς, ψίθυροι στο αέρα.

Μου αρπάξανε κάποιες ψυχές κι απλώσανε φοβέρα.

Αυτές θα γίνουν δρόμοι μου, θα γίνουν μονοπάτια

και όπως μιλούσε ο ποιητής θα βρω τα σκαλοπάτια,

για να ανέβω πιο ψηλά, να ζήσω στους αιώνες.

Μέσα στα όμορφα βουνά, κλαδί σε ελαιώνες!

 

Ελλάδα:

Σε χαιρετώ  Αφροδίτη μου, σ΄ αφήνω με υγεία.

Σ΄ αυτό τον τόπο ολημερίς γράφεται ιστορία.

Και κάποια δάκρυα που κυλούν και γίνονται βροχούλα

αδούλωτες βαφτίζουνε, ζωές μες σε βαρκούλα,

που ταξιδεύει σαν εσέ, στης θάλασσας τη ρότα.

Θέλω να βρεις τη δόξα σου, να γίνεις όπως πρώτα.

 

 

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2022

Η ΠΡΑΣΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ* / ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ





 
Τιμή  στον Αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. 
εξηνταδύο χρόνια μετά.
 Με το όνειρο της Ένωσης ανεκπλήρωτο.








1.         Η Πράσινη Γραμμή που μας χωρίζει,  
            οσμή θανάτου στην πατρώα γη.
            Το στήθος μας μια κάννη αντικρύζει. 
            «Ρίξε ρε μάνα την ύστατη σπονδή»

2.         Κι ηχούνε απ΄ το πέρα οι φωνές τους, 
            μικρών ηρώων, ρόγχοι κρεμαστοί.
            Στους ουρανούς σημαίες οι ζωές τους. 
            Στο βάθος σβήνει κάπως η γραμμή.

3.         Την κάμανε εθνάρχες, δραγουμάνοι, 
            Βιγλάτορες, μουχτάρηδες, σοφοί.
            Στης ιστορίας το ξεδιάντροπο σεργιάνι, 
            ξεχάσαν να την βάψουν με σταχτί.

4.         Φορούν τη βέρα σ΄ ένα γάμο στείρο 
             κι αφήνουνε τη προίκα καταγής.
            Πριν έρθει καταιγίδα θες να γείρω 
             και να  δηλώσω διπλής υποταγής.

5.         Ποιος κρύβει την πατρίδα στο σκοτάδι; 
            Ποιος υπογράφει σε λευκό χαρτί;
            Ποιος συνοδεύει την Κερύνεια στον Άδη; 
            Τη Μόρφου ποιος κρεμάει με σχοινί;

6.         Στης Αμμοχώστου το βουβό λιμάνι, 
            οι ερινύες έχουν τρελαθεί.
            Ποιος βρίσκει την ελπίδα ποιος την χάνει. 
            Κόκκινη γίνεται η πράσινη γραμμή!

7.         Και συ μητέρα στέκεσαι χαρμάνι! 
            Με το τσεμπέρι στ΄ άσπρα σου μαλλιά.
            Το μίσος σου δεν έχει ξεθυμάνει. 
            Το θάρρος σου βουτάει στην καρδιά.

8.         Να δώσεις ένα τέλος στη ελπίδα. 
            «Τούτη η ελπίδα χάθηκε νωρίς»
            Στα κατεχόμενα, η μισή  πατρίδα. 
           Το ύμνησε του κόσμου ο ποιητής.

9.         Για πιάσε το σφυρί και τη σκαπάνη. 
            Για πιάσε χώμα και νερό.
            Στης Μεσαριάς τον κάμπο με δρεπάνι, 
            ζήσε μες  της αγάπης τον χορό.

10.       Και δέσε την πατρίδα σου στη ζώνη. 
            Όλη η πατρίδα σου είν΄ η ζωή.
            Σιτάρι γίνε σ΄ απέραντο αλώνι, 
            για να σβηστεί η πράσινη γραμμή!

11.       Κι αν την γραμμή αρνούνται οι αχρείοι. 
            Μη λες ξανά πως θα περάσουμε.
            Κι άμα σου πουν κοφτά « Αιδώς Αργείοι» 
            Και την ζωή μας να θυσιάσουμε.

12.         Η Πράσινη Γραμμή που μας χωρίζει, 
              μοιράζει της πατρίδας την καρδιά.
             Της λευτεριάς το άρωμα μυρίζει. 
             Μα είναι καρφωμένη με σουγιά.

13.       Με μια πνοή το χρώμα της διαγράψτε. 
            Με μια φωνή στον κόσμο ν΄ ακουστεί.
            Με δάδες το κορμί της όλο κάψτε.  
            Κι ύστερα ενώστε τη δική μας γη.



*Α΄Βραβείο στην κατηγορία : Μουσικός Στίχος του 8ου Παγκόσμιου Λογοτεχνικού Διαγωνισμού του ΕΠΟΚ (2018)