Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2021

Α. Δέκα [10] ποιήματα από την Ποιητική Συλλογή: Ωράρια Επιστροφών και από την ενότητα : Υγιή Προιόντα! ...του Δημητρίου Γκόγκα / (ISBN: 978-618-82188-6-4) / 2015 (Εκδόσεις ΔΙΑΝΥΣΜΑ)

 


Α΄ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
 
ΩΡΑΡΙΟ ΕΠΙΣΤΡΟΦΩΝ
(ΥΓΙΗ ΠΡΟΙΟΝΤΑ)

ΩΡΑΡΙΟ ΕΠΙΣΤΡΟΦΩΝ
 
Μεγάλωσε μ΄  ένα πίνακα στο βλέμμα του: ΩΡΑΡΙΟ ΕΠΙΣΤΡΟΦΩΝ.
Πίσω από τις πληροφορίες, οι αλλαγές και οι παραλαβές τσαντών.
Η Υποδοχή.
Στα καταστήματα που σύχναζε, τα είχε μάθει όλα τόσο καλά!
Τις ημέρες και τις ακριβείς  ώρες των επιστροφών.
Τους ομιχλώδεις όρους.
Μάλιστα, κάποια στιγμή  - παρελθόντα ανάμνηση-
είχε επιστρέψει ένα ολάκερο χρόνο ως ελαττωματικό προϊόν.
Ξήλωσε ένα μήνα, πέταξε στην άκρη της ιστορίας, δυο – τρεις ημέρες,
τίποτα παραπάνω.
Εκείνοι της Υποδοχής με το προσποιητό χαμόγελο, το δέχτηκαν.
Στις πάντα αναγκαίες επιστροφές (εισβολή, κατοχή)
δεν απαιτούσε χρήματα.
Του αρκούσε να αγοράζει άλλα, καινούργια προϊόντα.
Η ίδια δουλειά, μισό αιώνα τώρα. Γιόρταζε!
Η κίβδηλη γειτονιά του έφερε δώρο την αγάπη.
Την δέχτηκε (από συνήθεια) αρνούμενος ευγενικά.
 
Όπως τότε, που φερνε πρόσφορα
ο διπλανός με το τρύπιο ποτιστήρι
ο μεμέτης που βρεχε τα χωράφια με άσβεστο μίσος
η ασέληνη νύχτα σαν μπόλιαζε την κραγμένη σιωπή στο κορμί του
και η προσφιλή προσφυγιά τον ακολουθούσε στο κάθε βήμα.
 
Έπρεπε να την επιστρέψει, σκέφτηκε,  το δίχως άλλο.
Πήρε ένα μικρό μαχαίρι, την τρύπησε κρυφά. Μάτωσε.
Ποια αγνή αγάπη δεν ματώνει;
Απευθύνθηκε νομότυπα στους υπεύθυνους.
 
Πεισματικά κλειδώνανε στα κόκκινα βαμμένα χείλη το «όχι».
«Μόνο υγιή προϊόντα» του είπαν.
 
Πήγε την επομένη, βρήκε κλειστό το κατάστημα.
Την άλλη, είχε μια πίκρα που ενοχλούσε η φωνή, μα πάλι,  τα ίδια.
Έκλεισε με τα χέρια το θαμπό πρόσωπό του και είδε εχθρό τον εαυτό του. Μέσα του.
Αποφάσισε να την κρατήσει.
Την φώλιασε σ΄ ένα από τα ράφια της καρδιά του,
δίπλα από το μαύρο τσεμπέρι της μάνας και
από την λευτεριά  που σκότωσε τον πατέρα του νέο.
Από τότε, έμαθε να ζει με μια μισή αγάπη.
 
 

ΕΡΙΝΥΑ
 
Έψαχνες να βρεις και κάτι ακόμα 
δεν ήξερες τι, 
κοιτούσες πάντα στο χώμα τα σημάδια από τα βήματά σου 
μα πάντα το χέρι βαθιά εκεί
εκεί στην άδεια σου τσέπη. 
Πότε- πότε μια σφαίρα στη χούφτα.
Ήθελες να την φυτέψεις μέσα στην αυλή σου 
ή σε κάποιο κεφάλι,
Είπες πολλές φορές σκάστε, 
σκάστε μιλάτε πολύ 
μα κανείς δεν άκουγε.
Στο Αφγανιστάν σου πούλησαν παιδί για έρωτα 
και συ τους έδειξες τη σφαίρα
Αυτό δεν ήταν παιδί 
ήταν μια ερινύα. 
Ευτυχώς Παναγιά μου φορούσε μπλε μπούρκα.
Δεν θα έπαιρνες αρνί σε τσουβάλι. 
Αν το αγόραζες 
ίσως δεν θα μάθαινες ότι σκοτώθηκε χθες. 
Δεν μπορείς να τα σώσεις όλα.
Μα συ δεν έσωσες κανένα.
Τώρα βολεύτηκες πίσω από τη σύνταξη 
βλέπεις ειδήσεις 
έχεις για φίλο τον σκύλο του γείτονα
δεν έχεις δικό σου.
Που καιρός για έξοδα.
Όταν βρέχει 
-εδώ δεν βρέχει συχνά -
η σφαίρα στη τσέπη μουλιάζει. 
Δεν σκοτώνει παρά μόνο τον σκύλο του γείτονα.
Αλλάζεις χρόνο, λες: ήτανε φίλος μου, πιστός.
Το λουράκι το δίνεις για ανακύκλωση.
Κάνεις τη μπούρκα σφουγγαρόπανο.
 
 
 
ΩΡΑΡΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
 
Δίπλωναν απ΄ την ασίγαστη κούραση
τα γόνατά του.
Τα πρωινά για την δουλειά
στην γιομάτη από εργάτες στάση του λεωφορείου
τρία στενά πιο κάτω
άφηνε στις πέντε τα ξημερώματα
από νωρίς, τον κρύο ιδρώτα να κυλήσει στον υπόνομο.
Τώρα ήταν σίγουρος
Η συγκατάβαση στον θάνατο
υποταγή στη ζωή του χρέωνε.
Έξι με δύο – μείον τις υπερωρίες-
Κατέβαλε τον φόρο εργασίας που του αναλογούσε
Από τις συχνές υποκλίσεις, καλό μπαστούνι έγινε!
 

 
ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ
 
Ο Ανδρέας άπλωσε τα καπακλούδια
πάνω στο λερωμένο τραπέζι.
Η Μαρία γέμισε με ψίχουλα τις συγνώμες της.
Ο αυτόματος φωτισμός τρεμόπαιζε στους λερωμένους ανεμιστήρες.
Ο κάδος απορριμμάτων ανέδυε την μυρωδιά των στομάχων
την ασχήμια της εργασίας, τους φόβους.
Ο νεροχύτης βούλωνε συχνά από τα αποφάγια  
την συμπεριφορά της τυφλής υπευθύνου, την αλαζονεία της.
Το μαύρο τηλέφωνο της εταιρείας δίπλα από τον βρώμικο νεροχύτη.
Κάθε που χτυπούσε- και χτυπούσε συχνά- ένας απολυόταν.
 
 

 
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΕΝΟΧΗ ΤΟΥ
 
Το φεγγάρι χτύπησε μεσάνυχτα
Γύμνωσε την αλήθεια του και το κουρασμένο σώμα του
Κλειδώθηκε σε κάποιο δωμάτιο του αχανούς βίου του
Τριγύρω τα ευαγγέλια της ποίησης
Σημειώσεις, στίχοι, χαρτιά που πεθάνανε,
Τσαλακωμένες σπίθες μιας φωτιάς σε τζάκι
Κάπου, κάπου τον επισκεπτότανε εκείνη η ανέπνευστη ώρα
Και κείνος έκαμε την προσπάθειά του
Να κλέψει στίχους. Η αλήθεια είναι ότι ήταν μια ανεπιτυχής προσπάθεια.
Δεν έμαθε ποτέ του να κλέβει. Δεν έγινε ποτέ του ληστής.
 
Έβγαλε και το τελευταίο ρούχο, τη άυλη σάρκα του.
Πλύθηκε απ΄  τα λίπη του, λεύκανε τα κόκκαλα του
Πήρε το μελάνι, έβαψε τα χείλη του και βάλθηκε
με το υνί να σκαλίζει τη ζωή του
Το ήξερε καλά
Η σπορά όποια και αν ήταν,  ήταν δική του και του θεού
Στην θεία δίκη των ποιητών
Κανείς δεν θα μολογούσε ένοχος.
 
 

 
ΜΟΝΑΞΙΑ
 
Κουβέντιαζες συνεχώς, με τον σκέτο στο στόμα,
για μακρινά της ζωής σου.
Έχουν παράξενη όψη – ξωτικές μαρτυρίες- κείνα τα μακρινά. Πιο οικεία.
Μελετούσες το πένθος των άλλων.
Την δική σου χρόνια λύπη έκρυβες  πίσω από τα λουλούδια του βάζου.
Άνοιγες προσεκτικά μ΄ ένα χρυσό κλειδάκι
τη μνήμη με τις φωτογραφίες,  να ψάξεις αυτούς που ξέχασες.
Αυτούς που σε ξέχασαν
«Δεν μπορώ» μου είπες.
«Δεν μπορώ, μ΄ αυτό τον τρόπο»
Σου απάντησα αμέσως:
«Το χώμα για να΄ ναι χώμα πρέπει να σκεπάζει ρίζες και πτώματα»
 
 
 
ΑΚΡΟΑΣΗ
 
Και τώρα στον πεθαμένο κόσμο που  ζούμε
ήρθε η ώρα να το παραδεχτούμε πως ο θάνατος είναι μια λύτρωση.
Θα πάρω μόνος το βαθύ μονοπάτι για να ξεθάψω τις ποταμίσιες ρίζες,
αποκαλύπτοντας ότι απόμεινε πάνω στην σκουριά των κοκκάλων.
Το νερό θα καλεί σε ακροάσεις τους βατράχους .
 
Στο γυρισμό
θα σταματήσω να πιω ένα καφέ στη μνήμη μου
δίπλα στη γέφυρα της λύτρωσης και του θανάτου.
 
Η Μυρσίνη στο ραδιόφωνο ακόμα τ΄ άσπρα θα βάζει!
 
 
 
 
* Η Μυρσίνη βάζει τ’ άσπρα :
Στίχος του στιχουργού:
Λευτέρη Παπαδόπουλου
 
 
 
ΠΟΝΟΥΣΕ
 
 
Πονούσε
και περίμενε
κρατώντας την υπομονή με το ασθενικό χεράκι
τον θάνατο
να επουλώσει τις πληγές της.
 
 
 
ΕΞΕΤΑΣΗ
 
Το κεφάλι του βούιξε απ΄ τον αχό της απεργίας.
Οι παλμοί του αυξήθηκαν στην διάρκεια της ανάβασης.
«Ήρθε ο καιρός της εξέτασης»  είπε.
Σκούπισε την σανίδα σωτηρίας, σκούπισε δηλαδή το χέρι του αντιπάλου.
Κι ύστερα,
σκούπισε και το δικό του μην μολυνθεί.
Το κεφάλι του βούιζε ακόμα.
 
Στο απέναντι πεζοδρόμιο, κάποιοι ήδη είχαν βγει από τις σπηλιές τους
και κάπνιζαν την λήθη ρίχνοντας επιμελώς στο έδαφος.
Οι κυρίες ίδιοι οι άνδρες πλέον. Άγουρες.
Την ψυχή του,  πήρε και την έκλεισε μέσα στον κύκλο του φεγγαριού.
Και κείνο χάρηκε.
Τώρα βούιζε και το δικό του κεφάλι.
 
Κοίταξε την τσέπη του βαθειά και απόρησε.
Ομίχλη βγήκε μαζί με το χέρι του
και μια τεράστια μαργαρίτα πάνω στην κάνη που κάπνιζε.
 
Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει.
Οδός Δημοκρατίας , πρώτο στρίψιμο αριστερά, μονολόγησε.
Εκεί το γραφείο του Ιατρού για μια δόση υγείας.
 
 
 

 
ΡΗΜΑΓΜΕΝΑ ΚΑΦΕΝΕΙΑ
 
Πάσχιζε ταλαιπωρημένο το βλέμμα
να δει τις χώρες  πίσω από τα γεμάτα βαγόνια με ανθρώπους
-μετανάστες τους λέγανε στα χαρτιά με κείνες τις πύρινες γλώσσες-
Κι εσύ, με την τεμαχισμένη σου ψυχή
κόχλαζες σα λάδι σε καρβουνιασμένο τηγάνι
ως αγκάλιασε σταγόνες βροχής.
Έσταζε και στα στήθια της γης το νερό του Φθινοπώρου.
 
Δεν είχες πλέον δύναμη το μαύρο χέρι να σηκώσεις
Το είχες ακουμπήσει πάνω στο θρυμματισμένο γόνατο
απ΄  την ορθοστασία της ξενιτειάς που έβριζες πάντοτε.
Δεν άντεχες το χέρι να απλώσεις, 
τα άσπρο μαντήλι λερωμένο μονίμως στη τσέπη
και ιδού
αξύριστος μέρες – συνεχώς είχες πένθος-
με τις τρίχες πουρνάρια στις αυλακωμένες πλαγιές,
δικαιολογούσουν κάποτε – κάποτε
κι έλεγες περιγελώντας,
ο αχνιστός καφές σε ξεκούραζε
στα ρημαγμένα καφενεία που σύχναζες τα βράδια.
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

2 σχόλια: