Παρασκευή 23 Απριλίου 2021

Εμείς και τα σκυλιά στο Στρυμονικό

 


 

γράφει ο Δημήτριος Γκόγκας

 

   


Εμείς που βρισκόμαστε στην ηλικία των 55 και άνω και ζήσαμε τα παιδικά μας χρόνια, τις προεφηβικές ηλικίες των 10 ετών, στις δεκαετίες των 70 και 80, μέσα σε ένα λασποτόπι, θυμόμαστε ακόμα τη σχέση μας με τα σκυλιά στο Στρυμονικό, είτε αυτά ήταν τσομπανόσκυλα, είτε αδέσποτα.

   Την εποχή εκείνη ακόμα δεν είχε βγει το διάταγμα που καθόριζε την «έξωση» των κτηνοτροφικών μονάδων, δηλαδή τις μάντρες, τα «μαντριά» από τις αυλές κυρίως των σπιτιών και των γειτονιών. Οι δρόμοι από τους οποίους  περνούσαν τα κοπάδια κάθε πρωί και απόγευμα βούλιαζαν από τους τόνους κοπριάς και όταν έβρεχε τα λήμματα έτρεχαν ανεξέλεγκτα στους δρόμους. Βρωμιά και δυσωδία καθ΄ όλη τη διάρκεια της ημέρας. Η ζωή ανυπόφορη!

    Μέσα σε αυτό το τοπίο και τα αδέσποτα σκυλιά. Δεκάδες να βρίσκονται σε όλους τους δρόμους του Στρυμονικού χωρίς να υπάρχει καμιά πολιτική για τον περιορισμό τους. Τα περισσότερα αδέσποτα προκαλούσαν φόβο στους περαστικούς και τα μικρά παιδιά που συχνά – πυκνά άκουγαν τις παραινέσεις των γονιών τους να αποφεύγουν συγκεκριμένους δρόμους. Σε αυτό το σκηνικό προσθέταμε και τα τσομπανόσκυλα και τα αγκαθωτά κολάρα στους λαιμούς τους για την προστασία των κοπαδιών από τους λύκους. Συνήθως τα τσομπανόσκυλα ήταν απολύτως φιλικά προς όλους μας αλλά ποτέ κανείς δεν μας μάθαινε πως πραγματικά να τα πλησιάζουμε. Οι γονείς μας υπολείπονταν σε γνώσεις, οι ιδιοκτήτες τους θεωρούσαν απόλυτα φυσικό ότι εμείς ξέραμε τους τρόπους προσέγγισης. Μάλλον οι μόνοι που το γνώριζαν ήταν τα τσομπανόσκυλα αλλά δεν μπορούσαν να μας μιλήσουν. Το πλησίασμά τους μας φόβιζε, μας τρόμαζε και σε κάθε περίπτωση προσπαθούσαμε να τα αποφύγουμε.

   Πολλοί συμμαθητές μου, φίλοι έβλεπα ότι φέρονταν βάναυσα, σκληρά ειδικά στα αδέσποτα. Τα κυνηγούσαν, τα κλωτσούσαν, τα πετούσαν πέτρες, τα χτυπούσαν με ξύλα. Τους δηλητηρίαζαν. Πραγματικά ένα ανοικτό κολαστήριο, ένα χωριό σε μάχη.

   Τα πράγματα αργότερα αλλάξανε. Τα «μαντριά» απομακρύνθηκαν από τις γειτονιές, φύγανε και τα τσομπανόσκυλα όπως και τα αδέσποτα. Η κοινωνία στο Στρυμονικό άλλαξε, όπως άλλαξαν και οι άνθρωποί του. Οι συμπεριφορές τους απέναντι στους σκύλους βελτιώθηκε μέρα μα τη μέρα, χρόνο με τον χρόνο. Οικογένειες υιοθέτησαν σκύλους, δέθηκαν μαζί τους και αναγνωρίστηκε η συμμετοχή τους στη κοινωνία των ανθρώπων. Σεβασμός. Όλοι όμως άλλαξαν; Όχι προφανώς καθώς διαβάζω συνεχώς για καταγγελίες για βασανιστήρια και θανατώσεις σκύλων. Για δολοφονίες δηλαδή. Διότι η θανάτωση ενός ζώου με οποιοδήποτε τρόπο δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια δολοφονία. Και σε ένα μικρό τόπο όπως αυτόν στο Στρυμονικό είναι αρκετά δύσκολο να μην είναι γνωστοί οι δολοφόνοι, οι δράστες τέτοιων πράξεων και να παραμένουν κρυφοί και ασύλληπτοι.

    Διαβάζω τις ανησυχίες πολλών συγχωριανών, διαβάζω τις οργισμένες δηλώσεις τους και τις συμμερίζομαι. Ελπίζω πως η έλλειψη παιδείας που μας χαρακτήριζε να μην συνεχιστεί στο παρόν και στο μέλλον. Τα ζώα είναι δίπλα μας, ζούνε μαζί μας, μας προσφέρουν  τα πάντα και εμείς οφείλουμε πολλά σε αυτά. Ας τα σεβόμαστε, ας μην τα φοβόμαστε.  

Πέμπτη 22 Απριλίου 2021

Όνειρο ήτανε ... του Δημητρίου Γκόγκα

 


 



 

    Είχε αφήσει τις κόκκινες φράουλες, μέσα σε ένα πλαστικό καλάθι στην άκρη του ξύλινου τραπεζιού της κουζίνας. Τις είχε πάρει από απλή συνήθεια. Δεν έτρωγε πολλά φρούτα. Συνήθως τα αγόραζε από την λαϊκή της Λάρνακας, τα άφηνε να στολίζουν τα τραπέζια του σπιτιού της και ύστερα λίγο πριν χαλάσουν και αναδεύσουν την άσχημη μυρωδιά της σαπίλας τα πετούσε στο καλάθι των σκουπιδιών.

   Ανοίγοντας την πόρτα του μικρού της σπιτιού, στην άκρη της πόλης θυμήθηκε τον άγνωστο φίλο που γνώρισε στις αλυκές. Τον είχε δει πολλές φορές και μόλις χθες τόλμησε να σταματήσει και να του μιλήσει. Διέφερε τόσο πολύ από τους υπόλοιπους άνδρες της ζωής της. Είχε γνωρίσει πολλούς. Άνδρες που ήθελαν την παρέα της, για μία νύχτα μονάχα. Άνδρες που πλήρωναν για τον έρωτά της, πίσω από τις σκιές των δένδρων, τα αχνά φώτα των πάρκων, των έρημων δρόμων της πόλης, του μεγάλου αλσυλλίου δίπλα από το κεντρικό ταχυδρομείο της πόλης.  Αυτός όμως δεν της ζήτησε τίποτα. Έκατσε απέναντί της, την κοίταξε μέσα στα μάτια της και κατάλαβε την προσπάθειά του, να βυθιστεί στον ωκεανό της. Της άρεσε αυτό. Πρώτη φορά, σκίρτησε στο βλέμμα ενός άνδρα, στην επιθυμία του ομιλητή να ανακαλύψει κρυμμένους θησαυρούς μέσα στα πνιγηρά λόγια της. Αναρωτήθηκε αν είχε τέτοιους θησαυρούς. Όλοι οι άνθρωποι έχουν, σκέφτηκε.

   Μετά την αποφυλάκισή της, γύρισε στο μικρό σπιτάκι στην άκρη της πόλης. Η Λάρνακα δεν είχε αλλάξει καθόλου. Η μόνη αλλαγή που βρήκε, ήταν η απουσία της γιαγιά της. Ο ξαφνικός θάνατός της ήταν, το δυνατότερο χτύπημα που είχε αισθανθεί στην ζωή της. Ούτε η εισβολή των μισητών εχθρών από τον βορρά, ούτε η συμπεριφορά των ανδρών της νεοσύστατης αστυνομίας, την είχαν πονέσει τόσο πολύ, ούτε η αιχμαλώτισή της από την ομάδα προστασίας της ηθικής της κοινωνίας. Το σπίτι κλειδωμένο, έρημο χορταριασμένο. Θυμήθηκε την ώρα που άνοιγε την ριζωμένη αυλόπορτα και ήρθαν στα πόδια της οι άσπρες γάτες της γιαγιάς Της έγλυφαν τα μαύρα στενά γοβάκια, προίκα από τη φυλακή, περιμένοντας με ανυπομονησία τροφή, νοσταλγώντας τα τσίγκινα πιατάκια της γιαγιάς που γέμιζαν γάλα, ψωμί, αποφάγια και κόκαλα ψαριών, πίσω από τον φούρνο της αυλής. Τις χάιδεψε και τις άφησε να πάνε στο καλό. Αυτές σαν να είχαν νιώσει της ανάγκη της μοναξιάς, έκαμαν ένα μικρό γύρο και πλάγιασαν στο σπασμένο πλατύσκαλο. Ζάρωσαν στα μπροστινά τους πόδια και βούλιαξαν στην βρώμικη γούνα τους. Σκέφτηκε να τις πλένει στη βρύση της αυλής αλλά γρήγορα προσπέρασε αυτή την σκέψη. Άλλα είχε βαθειά μέσα στο μυαλό της.

    Γδύθηκε και μπήκε στα μπάνιο. Το νερό, της φάνηκε γλυφό μα δεν την αποθάρρυνε. Λούστηκε με σχολαστικότητα. Κάθε φορά που έμπαινε κάτω από το νερό αυτό έκανε. Ήθελε να διώξει όλες τις μυρωδιές της φυλακής από πάνω της. Τα χνώτα όλων των ανδρών που την φίλησαν. «Ποτέ πια» αναφώνησε. Έκλεισε τα μάτια, βυθίστηκε στις σκέψεις της, έπλυνε και τα δάκρυα που κύλησαν στα κόκκινα μάγουλά της. Τυλίχτηκε με την μεγάλη άσπρη πετσέτα και στηρίχτηκε στο μπράτσο της ξύλινης καρέκλας στην κουζίνα. Τα πράγματα πήγαιναν τώρα καλά. Η προσωρινή δουλειά που βρήκε της έδινε έναν αξιοπρεπή μισθό. Πωλήτρια σε ένα κατάστημα ρούχων. Οκτώ με δέκα ώρες εργασίας που ξεκινούσε στις εννέα και έληγε πότε στις πέντε το απόγευμα και άλλες φορές στις έξι. Το αφεντικό, ένας εργένης σαραντάρης την προσέλαβε με την πρώτη συνέντευξη. Δεν του στάθηκε τροχοπέδη το πέρασμά της από την φυλακή. Το αντίθετο. Το εξέλαβε σαν πείρα πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις.

     Είχε πάει δώδεκα. Μεσάνυχτα. Ο ουρανός ήταν κατάλευκος. Η περιοχή είχε σκεπαστεί από το λευκότερο στρώμα σύννεφων, που είχε δει ποτέ στην ζωή της. Απουσίαζαν όλα τα άστρα. Σαν ένα σβηστήρι να έκανε μια κίνηση και να τα έδιωξε όλα. Δεν θα αργούσε να χιονίσει, σκέφτηκε.  «Μα ήταν Αύγουστος μήνας» αναρωτήθηκε. Δεν ήταν δυνατόν να συμβεί αυτό. Οι πληροφορίες των ειδικών γνώριζε πως ήταν αντικρουόμενες. Οι θερμοκρασίες ήταν υψηλές και τίποτα δεν προδίκαζε κάτι τέτοιο. Όμως τα άσπρα σύννεφα, είχαν τυλίξει τον ουρανό της πόλης εδώ και λίγες ημέρες. Είχαν στρογγυλοκαθίσει και δεν έλεγαν να φύγουν. Άνοιξε το παραθύρι της, την στιγμή που είχε αρχίσει να χιονίζει. Πυκνό άσπρο χιόνι έπεφτε ως εκεί που έφτανε η ματιά της. Δεν μπορούσε να δει καλά μέσα από το σκοτάδι, όμως τα φώτα της πόλης φανέρωναν το αξιοπερίεργο. «Χιόνι, μάνα χιονίζει» βγήκε μια κραυγή από μέσα της, μα μόνο τα νιαουρίσματα από τις γάτες της αποκρίθηκαν.

     Βγήκε ξυπόλυτη στους άδειους δρόμους. Κατηφόρισε προς τις αλυκές, μέσα από τα στενά χωμάτινα μονοπάτια. Πήρε το γνώριμό της μονοπάτι, αντικρίζοντας σκιές  ζευγαριών να φιλιούνται και να αγαπιόνται με πάθος. Προσπερνούσε το πλήθος, που όσο προχωρούσε γινότανε μεγαλύτερο. Άκουγε φωνές, αλαλαγμούς,  κλάματα και φωνές απόγνωσης γυναικών. Εκεί στο βάθος, στο ξέφωτο,  που φώτιζαν φακοί και φανάρια, διέκρινε το βαμμένο κόκκινο αλάτι. Στην μέση του κύκλου που σχημάτιζε το πλήθος, μια μικρή ανθρώπινη φιγούρα, κείτονταν άψυχη. «Ένα κοπελούδι θα ήτανε ή ένα κοράσι; Δεν θα ήτανε ούτε είκοσι χρονών» αναρωτήθηκε. Σαν πλησίασε ακόμα πιο κοντά, από περιέργεια, διέκρινε πολύ καλά την ανδρική φύση. Έβαλε τα χέρια της στο πρόσωπο, να κρύψει τη ντροπή που ένοιωσε η ίδια. «Ίσως να ήτανε φαντάρος» Η νεότητά του κορμιού του αυτό μηνούσε, ήταν και απέναντι από το στρατόπεδο των αλυκών. Κάποιοι σκεπάσανε την γύμνια του με ότι ρούχα έβγαζαν από πάνω τους και άλλοι τα περίεργα άσπρα λεπτά, γεμάτα πούπουλα ποδαράκια του.

   «Είναι μεγάλος, πελώριος κύκνος που ήθελε να γίνει άνθρωπος». Έτσι είχαν αρχίσει να ψιθυρίζουν οι περισσότεροι. «Όχι» είπε κάποιος άλλος «ήτανε νέος άνθρωπος που ήθελε να γίνει φλαμίνγκο». Κάποιοι χαμογέλασαν. Άλλοι γέλασαν με την καρδιά τους. Μόλις έφτασε το πρώτο εύκαιρο κάρο της περιοχής, φόρτωσαν το άτυχο παλληκάρι να το πάνε στο νοσοκομείο. Άδειασε με μιας η αλυκή.

     Έμεινε μόνη και έρημη. Σκεπασμένη από το σκοτάδι, έριξε και μια εσάρπα στους ώμους. Αισθάνθηκε να φεύγει λίγο το ρίγος που σκόρπιζαν οι πυκνές νιφάδες. Το χιόνι άσπρο συνέχιζε να πέφτει και να σκεπάζει το βαμμένο αλάτι και το μικροκαμωμένο κουφάρι, πάνω στο κάρο που απομακρυνόταν μέσα στα άσπρα σύννεφα. Άπλωσε τα χέρια της προς το μέρος του και αισθάνθηκε μια ζεστασιά να ριγώνει το κορμί της. Έτρεξε σαν παλαβή πίσω από το κάρο, το πρόλαβε όρμηξε πάνω του, τράβηξε με τρόμο το ρούχο που σκέπαζε το πρόσωπο του νεαρού και θέλησε να ουρλιάξει. Μπροστά της πετάχτηκαν εικόνες από το παρελθόν, η μάνα που χάθηκε το εβδομήντα τέσσερα, ο αγνοούμενος αδελφός, η γιαγιά που την μεγάλωσε, ο φύλακας άγγελός της. Βγήκε με μιας έξω από το δωμάτιο, αντίκρισε τον ήλιο και την τυφλώθηκε από το φως του.

    Πετάχτηκε, ιδρωμένη από το κρεβάτι και κοίταξε γύρω της. Είχε αποκοιμηθεί στη άκρη του. Τυλίχτηκε, με το σεντόνι και ζάρωσε. Όνειρο ήτανε σκέφτηκε, όνειρο.

   Από την άλλη μέρα οι πληροφορίες για δεκάδες νεκρούς νεαρούς άνδρες που ξέβραζε η αλυκή σόκαραν τη κλειστή κοινωνία της πόλης. Όλοι είχαν την ίδια όψη, σα νεαροί κύκνοι ή σαν πελώρια φλαμίνγκο. Οι αρχές της πόλης είχαν απαγορεύσει την πρόσβαση των κατοίκων στις αλυκές και είχαν στήσει προστατευτική περίμετρο. Ένας πρόχειρος καταυλισμός με στρατιωτικές σκηνές, έλαβε χώρα, όπου επιστήμονες συνεπικουρούμενοι από νεαρούς ειδικευόμενους ιατρούς προσπαθούσαν να δώσουν λύση στο ομολογουμένως περίεργο φαινόμενο. Η πολιτική ηγεσία της χώρας αντιδρούσε σπασμωδικά και οι εξηγήσεις που δίνονταν ήταν τελείως ανεπαρκείς. Τα ευρήματα αναλύονταν με πολύ δυσκολία και οι εξετάσεις άλλοτε κατεύθυναν τους επιστήμονες προς το βασίλειο των πτηνών και άλλοτε προς αυτό των νεκρών ανθρώπων.

  

   Εκείνη ακολούθησε τη γνωστή διαδρομή, το χωμάτινο μονοπάτι. Ένας τεράστιος αυγουστιάτικος ήλιος πύρωνε. Περίεργο που καθώς περνούσε τις διαχωριστικές κόκκινες γραμμές της ασφάλειας κανένας δεν την σταμάτησε. Ούτε καν της ζητήσανε εξηγήσεις. «Από εδώ, περάστε από εδώ, στην τρίτη σκηνή δεξιά, θέλουμε να αναγνωρίσετε εάν είναι δικός σας ο νεκρός» Με βήματα, σταθερά, όχι ιδιαίτερα αργά, κρατώντας ένα πλαστικό κύπελλο με τσάι που της προσφέρανε, μπήκε στη σκηνή. Σ΄ ένα χειρουργικό τραπέζι ήταν αφημένο ένα νεκρό φλαμίνγκο. Έτσι τουλάχιστον της φάνηκε. «Θα σας παρακαλούσαμε να προσέξετε καλά» και ένας νοσοκόμος ξεσκέπασε το πάνω μέρος του κουφαριού. Πάγωσε, πάλι είχε αρχίσει να χιονίζει. Το αισθανότανε. Ζήτησε μια κουβέρτα. Κρύωνε. Μπροστά της είχε τον νεκρό αγνοούμενο αδελφό της. «Δεν μπορούμε να εξηγήσουμε δεσποινίς, το φαινόμενο, αλλά όλα τα νεκρά φλαμίνγκο που περιμαζέψαμε δεν είναι άλλοι παρά οι αγνοούμενοι της εισβολής. Είναι συγγενής σας; Στο λαιμό του κρεμόταν ένα φυλαχτό με το όνομά και τη διεύθυνσή του. Έτσι σας καλέσαμε». Κούνησε καταφατικά το κεφάλι και ρώτησε εάν μπορεί να πάρει το νεκρό αδελφό της για να το θάψει. Της αρνηθήκανε λέγοντας ότι αυτό θα συμβεί όταν ολοκληρωθούν οι επιστημονικές έρευνες. Μέχρι τότε της ζητήσανε να είναι στη διάθεσή τους ώστε εάν χρειαζότανε πρόσθετες πληροφορίες να τις έχουνε.

 

    Τους ευχαρίστησε και άρχισε να απομακρύνεται. Και πάλι το βήμα της ήταν σταθερό, όχι ιδιαίτερα αργό. Καθώς πλησίαζε στο μικρό σπίτι της, το χιόνι καταμεσής του καλοκαιριού συνέχιζε να πέφτει μόνο πάνω από αυτή. Μονάχα πάνω από το σπίτι της. Δεν ήξερε τι να υποθέσει. Η παγωνιά ήταν η δική της νέα κόλαση ή ο ήλιος που άφησε στις αλυκές ήταν ο παράδεισος του νεκρού αγνοούμενου αδελφού της;

Ο Θάνατος ενός ασήμαντου αγρότη

 


Πόσο ασήμαντος θάνατος μπορεί να είναι, το τέλος ενός ασήμαντου ζευγολάτη, ενός δουλευτή της γης, παρά όσο ένα ψίθυρος στο αυτί ενός δάσους, ένα θρόισμα ανέμου την ώρα που μάζευε τα στάχυα στο χωράφι και η τσουγκράνα υψωνόταν με θυμό προς τα ουράνια. 

Από μικρό παιδί πότε τρυπούσε τη γη μ΄ ένα ξύλινο σουβλί και έριχνε το σπόρο μέσα της και πότε κρατούσε μια γκλίτσα στο χέρι παρέα μ΄ ένα κοπάδι προβάτων δίπλα από το Στρυμόνα. Πάντα εκεί οδηγούσε το μονοπάτι του ξεροπόταμου.
 
Η μοίρα του όμως,  ήταν προδιαγραμμένη σε κάποιο περίεργο κιτάπι, σαν εκείνα των μπακάληδων που πλούτιζαν με τις υπερτιμολογήσεις. Η ζωή του τέθηκε στα χέρια του θεού,  ένα δροσερό απόγευμα,  καθώς ο πόνος δίπλωνε τις άκρες των δακτύλων. Λες και τα δάκτυλα, του έδειχναν τον δρόμο του αιώνιου αποχωρισμού.
 
Την εξόδιο ακολουθία τίμησαν οι ψίθυροι που πλήγωναν, τα θρο-ί-σματα που ρίγωναν κι όλες οι αγαπημένες του ασημαντότητες. Τα ζώα που σιώπησαν, οι χωμάτινοι σβόλοι που διέλυε,  η αυλή του που λάσπωνε.
 
Κι όσο περπατά κανείς, χρόνια τώρα σε κείνο το μονοπάτι, αν είναι κι αυτός ασήμαντος –έτσι τουλάχιστον λένε οι σοφοί-  μπορεί να ακούσει τη κραυγή ενός σπόρου που σαν ψάρι ψάχνει στη στεριά τη δική του λίμνη.

Τετάρτη 21 Απριλίου 2021

Καταραμένοι Ποιητές



Ας μιλήσουμε σήμερα για τους καταραμένους ποιητές. Ας αναφερθούμε σε εκείνους τους ποιητές που κατά κύριο λόγο, ζούσαν στο περιθώριο, στιγματισμένοι από ανθρώπινα πάθη όπως : το αλκοόλ, τα ναρκωτικά, το έγκλημα, η βία η τρέλα,η Ομοφυλοφιλία αθεΐα και τελικά ο  θάνατος. Διαβάσαμε ότι το τυπικότερο ίσως στοιχείο ενός καταραμένου ποιητή δεν είναι παρά ο πρόωρος θάνατος. Αυτό μας οδηγεί στη σκέψη ενός μεγάλου Έλληνα Ποιητή, του Κων/νου Καρυωτάκη, που ο πρόωρος θάνατος (αυτοκτονία) έθεσε τέλος σε μια σπουδαία πορεία στον ποιητικό στίβο.

Πως όμως επικράτησε ο όρος
 Καταραμένος ποιητής; Στις αρχές του 19ου αιώνα και πιο συγκεκριμένα το 1832 ο Αλφρέντ ντε Βινύ ρομαντικός ποιητής, μυθιστοριογράφος και θεατρικός συγγραφέας, στο δραματουργικό του έργο του Stello (έργο που αποτελείται από τρεις νουβέλες)  αποκαλεί συλλογικά τους ποιητές ως τη ράτσα των παντοτινά καταραμένων από τους ισχυρούς της γης. 

Ως καταραμένους ποιητές η ιστορία έχει καταγράψει:

  • Σαρλ Μπωντλαίρ ( Γεννήθηκε στο Παρίσι στις 9 Απρ του 1821 και πέθανε στις 31 Αυγούστου 1867) 
  • Πωλς Βερλαίν (Γεννήθηκε στο Μετζ στις 30 Μαρτίου 1844 και πέθανε στο Παρίσι στις 8 Ιαν 1896) 
  • Αρθούρος Ρεμπώ ( Γεννήθηκε 20 Οκτ 1854 και πέθανε στις 10 Νοεμβρίου 1891) 
  • Λωτρεαμόν (Ιζιντόρ Ντυκάς ) ( Γεννήθηκε στις 4 Απριλίου 1846 και πέθανε στις 24 Νοεμβρίου 1870),
  •  Φρανσουά Βιγιόν ( Γεννήθηκε το  1431  και  εξαφανίστηκε το 1463)
Σε κάποιο ποίημά του  ο Βιγιόν αναφέρει 

"Στον τόπο μου ενώ ζω, είμαι πλέρια ξένος" 
ενώ σε άλλο :
είθε ο Θεός να λυπηθεί
έναν μας και όλους,  πιά νεκρούς.

Στον Ελλάδα ως καταραμένοι ποιητές αναφέρονται :

  • Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης ο οποίος γεννήθηκε το 1888  στην Αθήνα και αυτοκτόνησε τον Γενάρη του 1944. Σε κάποιο ποίημά του αναφέρει: 

λυπήσου αυτούς, που, μια φορά,
με φτερά ζούσαν, και τα χάνουν,
και δεν τους μένει άλλη χαρά,
παρά η χαρά πως θα πεθάνουν…

ενώ στο ποίημα του ΘΑΝΑΤΟΣ γράφει:«Κι όπως κυλά στα βάθη του κενού μου, σαν άστρο φλογερό στον άξονα του, δε νιώθω πια παρά το Νου μου στην Απεραντοσύνη του Θανάτου».
  • Ο Κων/νος Καρυωτάκης:  Γεννήθηκε στην Τρίπολη στις 30 Οκτωβρίου 1896 και αυτοκτόνησε στην Πρέβεζα την 21ης Ιουλίου 1928 
Στο ποίημά του ΠΟΙΗΤΕΣ  γράφει:

 Πώς σβήνετε, πικροί ξενιτεμένοι!
Ανθάκια μου χλωμά, που σας επήραν
σε κήπους μακρινούς να σας φυτέψουν...
  • Ο Κωνσταντίνος Καβάφης (Αλεξάνδρεια, 29 Απριλίου 1863 - Αλεξάνδρεια, 29 Απριλίου 1933) (Για πολλούς ο σημαντικότερος Έλληνας ποιητής και για άλλους ένας από τους μεγαλύτερους του κόσμου)
Θα θυμίσω στίχους από το ποίημά του : 
Κεριά
....
Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω

τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.

     
 Η ποίησή τους, άλλοτε σκοτεινή, άλλοτε δυσνόητη και μυστηριώδης, αναμοχλεύει τα ανθρώπινα πάθη και οδηγεί τις σκέψεις των ανθρώπων  σε δύσβατα μονοπάτια.

 

  • Ο Γιώργος Μακρής ειλικρινά δεν μπορώ να ξέρω εάν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ανάλογα. Υπάρχουν αναφορές που τον φέρνουν ως μια προβληματική προσωπικότητα που όμως με τον χαρισματικό τρόπο σκέψης επηρέασε τον περίγυρό του, τις συναναστροφές του σημαντικά. Γεννήθηκε το 1923 και έθεσε τέρμα στη ζωή του το 1968. 
Γράφει στο ποίημά του: Εμείς οι λίγοι (1950) 

Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι τρελλοί της γης
μ τη φλογισμένη καρδιά και τα έξαλλα μάτια.
Είμαστε οι αλύτρωτοι στοχαστές και οι τραγικοί ερωτευμένοι.
Χίλιοι ήλιοι κυλούνε μες το αίμα μας
Κι ολούθε μας κυνηγά το όραμα του απείρου.


Η φόρμα δεν μπορεί να μας δαμάσει.


πηγή: α.Βικιπαίδεια

     β. Άρθρο: Καταραμένοι Ποιητές οι Θεμελιωτές που συντάχθηκε από τον κο Σερδαρίδη Σωτήρη στις 16 Φεν 2013 http://inaoussa.gr/index.php/columns/skepseis/1226-kataramenoi-poiites-oi-themeliwtes

…άνθρωπος κι αυτός / Δημήτριος Γκόγκας

 



 

[1]

 

Έκλεισε τα μάτια του

για να εύρη γαλήνη

και δεν είδε τη θύελλα

που ερχότανε.

 

[2]

 

Κάποια στιγμή σταμάτησαν να χτίζουνε χωριά.

Όσα υπήρχαν ήσαν αρκετά

να στεγάσουν τις άνοες λαγνείες τους.

Άνθρωποι ήσαν, άνθρωπος κι αυτός.

 

[3]

 

Βαφτίστηκε οικονομικός μετανάστης στη χώρα του.

Κάθε τρεις άλλαζε πόλεις σα στέκια γωνιακά.

Στα μπαρ ήταν το νερωμένο ποτό που ξέβραζε χολή

από κοντά ποτέ δεν γνώρισε

το χέρι που έριξε αγιασμένο νερό στη κεφαλή του.

Αόριστα άκουγε πως ήταν μέρος ενός σχεδίου

χωρίς ο ίδιος να το γνωρίζει.

Προτιμούσε το όνομα: κανένας

που κανείς δεν του το έδωσε μα του το δείχνανε.

 

[4]

 

Να ακούς, να ακούς τους άλλους.

Είναι προτέρημα!

Μα κανείς τους δεν κατάλαβε πως ήτανε κουφός;

 

[5]

 

Κάποια στιγμή θα πρέπει να αφήσεις τη ζούγκλα στο σπίτι

Το λιοντάρι που βρυχάται στον καναπέ

Την τίγρη στη κρεβατοκάμαρα

Τις ύαινες  γύρω από το τραπέζι.

Αν δεν μπορείς γίνε καμηλοπάρδαλη

και βγάλε το κεφάλι σου από τη καμινάδα.

Δευτέρα 19 Απριλίου 2021

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΟΜΑΔΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ: ΤΕΣΣΕΡΑ ΤΕΤΑΡΤΑ, ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΓΚΟΓΚΑ, ΤΗΣ ΕΥΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΤΥΡΙΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΑΤΣΙΟΥ

 



Φιλοτιμη πραγματωση αποτελει η εκδοση τεσσαρων φιλων ομοτεχνων ποιητων που κυκλοφορησε μεσα απο την Πολιτιστικη συνεργασια με φωτογραφιες και βιογραφικα των ποιητων. Στα κειμενα τους κινειται η ανθρωπια και ο συναισθηματισμος με ποιοτητα και εντιμοτητα σε ευγενικες προαιρεσεις γονιμου επιπεδου. Η ποιητικη αυτη συνεργασια φερνει ωραια δυνατα μηνυματα λυρικου και κοινωνικου λογου μεσα απο λυρισμο και ευγενεια αισθηματων. Ειναι μια γνησια ποιητικη εργασια που ξεχωριζει και αξιζει καθε υπενθυμησης και προβολης. Και οι τεσσερις ποιητες στο έργο τους με τίτλο "Τεσσερα τεταρτα" συγκεντρωνουν μια λυρικη ποιηση με περιεχομενο των πονων, των δακρυων της συμπαντικης συλλογης της ανθρωπινης φωνης που συχνα μοιαζει με αγωνια για την πολη  η την  πατριδα μας. Και οι τεσσερις ποιητες εχουν πληρη συναισθηση της υψηλης αυτης πραγματικοτητας του δρωμενου βιου και τους τιμαει. Την συλλογη προλογιζει με λογο μεστο ο Δρ Γιωργος Κιτρομηλιδης και ο Δρ.Κωστας Κατσωνης.

Παρασκευή 2 Απριλίου 2021

Ειδικό Βραβείο ΑΛΕΚΟΣ ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΣ ποίησης έτους 2020


 
ΠΡΩΙΝΕΣ ΔΑΝΕΙΟΔΟΤΗΣΕΙΣ ΛΟΓΟΥ

 
1.    
Ένιωθε μια πίκρα ατελείωτη στο στόμα.
Από την καρδιά της θα είχε αφετηρία, το δίχως άλλο.
Μόλις άνοιγε τα μάτια βιαζότανε να κλάψει.
Στον πρωινό καφέ αποτέλειωνε τη σκέψη της.,
«Το κλάμα έτσι είναι. Νερό που παρασέρνει τη πίκρα»
 
2.    
 
Υποσκέλισε το φόβο και βρήκε γυμνή τη λεπίδα του να λιάζεται.
«Μην τρομάξεις» του είπε.
Στον ενικό πάντα με τον εαυτό του.
Ο φόβος μια χαμένη χειμωνιάτικη ιστορία που τον ταλαιπωρούσε.
Αρρώστια του δειλινού.
Με ήλιο οι μέρες, αφύσικα ζεστές, ίσως να ήταν οι Αλκυονίδες.
Ποτέ δεν τα πήγαινε καλά με το ημερολόγιο.
Τότε ήταν που η λεπίδα γυάλιζε ακόμα πιο πολύ,  
σαν ένα σημάδι απολύτου άμυνας. 
 
3.
 
Πελέκησε τη συκοφαντία ως κορμό δένδρου.
Χωρίς τους επιθετικούς προσδιορισμούς τι θα απομείνει άραγε;
Δυο στραβά πόδια.
Μια ασύλληπτη και αδίκαστη κακομοιριά.
Ένα φτηνιάρικο κακό - βαμμένο πρόσωπο,
με αιμάτινο κραγιόν το μίσος και τον φθόνο
και στο διαθέσιμο βάθος
μια θάλασσα ραγισμένη και άτεκνη.
 
Τροφή για τη ψυχή του διαόλου
κι ούτε μια προσωπική θυσία. 

**

ΑΦΥΔΑΤΩΣΕΙΣ
 
1.
 
Άπλωσε με θέρμη την αγάπη στο πρόσωπό της.
Εκείνο έλαμψε σαν παρθένο
κάτω από το ηλιοκαμένο σώμα της μέρας.
Δεν πέρασε χρόνος πολύς, ποτέ άλλωστε δεν περνούσε
κι αφέθηκε μεθυστικά στη λήθη.
Όταν ξεχνάς συνειδητά, δεν ξεχνάς ποτέ.
Άνυδρη στέγνωσε  από ενοχές 
κι αφυδατώθηκε η ζωή της.
 
2.
 
«Τι είναι τούτο και πάλι;»
Ο πόνος στο στήθος καθώς ξάπλωνε
ολοένα και μεγάλωνε σαν φάντασμα σε πρωινούς εφιάλτες.
Η αγωνία της παγώνι που φούσκωνε την ουρά του
και τον χειμώνα που πέρασε ζώο σε χειμέρια νάρκη.
Σαν πλησιάζει το αναπόφευκτο
τα ευχολόγια σαπισμένα πέταλα στα πρησμένα χείλη της. 
Στο μεσονύχτι άναψε το καντήλι και πάλι.
 
3.
 
Είχε σκάσει το δέρμα του.
Λίμνη που αποξηράθηκε με συνοπτικά διατάγματα.
Ανυπόγραφα τα μισά, τα πλείστα διαπλεκόμενα και παράτυπα.
Κανείς δεν έδινε σημασία για το κορμί του.
Κούτσουρο πεταμένο.
Πονούσε.
Στο σπίτι, στο καφενείο, στα χωράφια.
Πονούσε
«Ανάθεμά με» μα ο σταυρός μπροστά από το εικόνισμα, κανονικός.
Άνοιγε τη κάνουλα κι έβρεχε τακτικά το εγώ του.
Μούσκεμα κι ούτε που τον ένοιαζε.
«Βλέπεις» φώναζε, «η γη καταπίνει το νερό κι ήλιος το διαλύει»
Ο ίδιος ξεφλούδιζε το δέρμα του,
να μεταλάβει στο αίμα του, να βρει τη πληγή της ξεχασμένης ανάσας

***
ΣΕ ΠΡΩΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ
 
1.
 
Ο καφές πάντοτε σκέτος.
Έτσι κι οι σκέψεις μου για την αγάπη.
Η αγάπη είναι αγάπη.
Το ρήμα ισούται με το αγαπώ στο πηλίκο.
Η΄ αγαπώ λοιπόν ή δεν αγαπώ.
Δεν αγαπώ λίγο.
Δεν αγαπώ πολύ.
Δεν περιμένω να δύσει η ανατολή.
Στεναχωριέμαι να βλέπω τη μέρα πεθαμένη.
Δεν ματαιοδοξώ με κλώνο την αγάπη.
Γι αυτό και πάντα αφαιρώ το εγώ αλλά και το ωμέγα.
 
2.
 
Δεν γνώρισα ποτέ τον εαυτό μου.
Ποταμός που ξεράθηκε.
 
3.
 
Προσπάθησα να λιποτακτήσω
από τη γέννηση,
από τη βάπτιση,
από τη στράτευση,
από την εστία,
από την υποταγή,
από τον εξευτελισμό
και τη σταύρωση.
Απέτυχα μα αναστήθηκα.
Κάθε εμπόδιο σε καλό τελικά.
 
 
 
 
 
4.
 
Μπατάρισα.
Ο φόβος μου κύκλωσε το δικό της φόβο.
Κι έτσι καθώς ο κόσμος μίκραινε
σύσσωμο το σκοτάδι άπλωνε τα δίχτυα.
Αράχνη σε τριανταφυλλιές.
Κι ούτε ένα πέταλο στους ώμους!