Ποίηση Δημητρίου Α. Γκόγκα

Δευτέρα, 9 Οκτωβρίου 2017

ΛΥΠΑΜΑΙ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Αγαπητοί φίλοι έχω τη χαρά να ανακοινώσω ότι στον πρώτο Διεθνή Διαγωνισμό Ποίησης και Διηγήματος "Γιώργος Σεφέρης" (καθ. Vincenzo Rotolo, καθ. Παντελής Βουτουρής, καθ. Ines Di Salvo, Κώστας Χατζηαντωνίου) που διοργανώθηκε από την Έδρα Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου του Παλέρμο Ιταλίας (Τομέας Ανθρωπιστικών Σπουδών), από κοινού με την Ελληνική Κοινότητα Σικελίας “Τρινακρία” και με τον Εκδοτικό Οίκο “Nostos – Edizioni La Zisa”,  το ποίημά μου:  Λυπάμαι τα ποιήματα κέρδισε το τρίτο βραβείο του σχετικού τμήματος "Ποίηση". Μόνο ένα ευχαριστώ στην Επιτροπή που με τίμησε με αυτή την διάκριση. 

ΛΥΠΑΜΑΙ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Λυπάμαι τα ποιήματα, 
που κάθονται οκλαδόν στα άσπρα σκαλοπάτια των Εκκλησιών,
 
στα βρώμικα πεζοδρόμια των πόλεων,
 
έξω από τα πολυσύχναστα καταστήματα,
 
γυρολόγοι στα απόμακρα χωριά και στις λασπωμένες συνοικίες,
 
με τους νηστικούς στίχους υψωμένους να ικετεύουν,
 
έναν επιθετικό προσδιορισμό,
 ένα καλολογικό στοιχείο, 
ένα κόμμα, μία τελεία,
 μια ξεχασμένη απόστροφο,
μια λύση στο αδιέξοδο,
 μια μυστική φωλιά στον ποιητή κι ένα θάνατο.

Λυπάμαι εκείνα τα ποιήματα 
που δεν βλέπουν, δεν θέλουν να δουν,
 
δεν ακούν, έχουν σπάσει οι σάλπιγγες
 
στηρίζονται σε ξύλινες πατερίτσες,
 
κάμουν τους ανάπηρους, ακρωτηριασμένοι στην ψυχή
 
γεμίζουν με συγνώμες και ευχολόγια τις ημέρες τους
 
σαλιαρίζοντας πάνω από τους πληγωμένους ήχους των κερμάτων.
 
Κέρβεροι που φιλούν τους γυμνοσάλιαγκες των κύκλων της ποιήσεως.

Τι να τα κάμω αυτά τα ποιήματα; 
Ελεεινά και τρισάθλια κουρέλια,
 
διπλά πλυμένα, απλωμένα ρετάλια, στους ιστούς αραχνών
 
σκεβρωμένα οστά που εκλιπαρούν ανάνηψη,  
των ανεπαρκών λόγων, των χαλαρωτικών εικόνων, των απροσάρμοστων ήχων.

Να λοιπόν ένα πουλί, ένα νηστικό πουλί, 
να μια μέλισσα, μια θυμωμένη μέλισσα,
 
ένα μαύρο χελιδόνι,
 
ένα μαύρο χελιδόνι, είναι πάντα ένα μαύρο χελιδόνι που φέρνει την Άνοιξη.
Πάνω από την φωλιά των ποιημάτων,
 
παίζει με τους τόνους, τα ουσιαστικά και τα επίθετα.
 
Παίζει με τους επαίτες, τους ληστές, τους δωρητές.
 
Παίζει με την θάλασσα, το ποτάμι, τη λίμνη και το έλος.
 
Παίζει με τη ζωή, παίζει και με τον θάνατο.
Κλωτσάει τη σφαίρα να γίνει πάνινο τόπι στα πόδια ενός ποιήματος. 
Ανοίγει μια κονσέρβα, μαχαίρι για την αυτόχειρα μνήμη μας.
 

Κι ακόμα λυπάμαι για τούτα τα ποιήματα. 

Λίγα ξέρω για τη στίξη και τη μυστική συμφωνία του ποιητή.
Τέλος,
ύστερα από τη σταύρωση δεν ξέρω αν είναι λάθος
η ανάσταση των ποιημάτων με αντίδωρο το ερωτηματικό.

Κυριακή, 8 Οκτωβρίου 2017

ΚΡΑΥΓΕΣ ΕΝΟΣ ΣΚΥΛΟΥ / Δημήτριος Γκόγκας

Αγαπητοί φίλοι θα ήθελα να κοινοποιήσω το ποίημά μου: ΚΡΑΥΓΕΣ ΕΝΟΣ ΣΚΥΛΟΥ που τιμήθηκε με Α΄έπαινο στον 6ο Διεθνή Διαγωνισμό Ζωοφιλίας. Ευχαριστώ επίσης την κα Αγλαία Τζιγκουνάκη που με εκπροσώπησε στην τελετή απονομής των βραβείων. 

ΚΡΑΥΓΕΣ ΕΝΟΣ ΣΚΥΛΟΥ

Α

Προσπάθησα, να μάθω τη γλώσσα των ανθρώπων.  
Αλήθεια!
Κάθε που ανοιγόκλειναν ασπρόμαυρα τα χείλη τους,  
κολλούσα τα δικά μου. Ανώφελο! 
Στον ύπνο μου έβλεπα εφιάλτες,  
τους Κύκλωπες στους δρόμους.  

Δεν κατανοούσα, 
πάλευαν να γίνουν καλύτεροι, πιστοί,  
μα όταν ξέπλεκαν το λουρί από το λαιμό μου 
κι έκλειναν την πόρτα του σπιτιού μας
κυριαρχούσε η αντωνυμία του εγώ 
και το ουσιαστικό του εγωισμού!

B

Ο κύριος μου μόνος πια,  
με αναμνήσεις από τεμαχισμένες εποχές. 
Πότε φωτιά, πότε πάγος μέσα στη ψυχή και πάνω στο σώμα.   
Έξυνε το αριστερό πόδι,  τα δύσκολα πρωινά με τις υγρασίες,  
ένα θραύσμα πολέμου.  
Έξυνε και μένα στο κάτω μέρος της κοιλιάς. 
Εγώ του έγλυφα τα χέρια, κουνούσα την ουρά. Σκυλίσιες συνήθειες!  
Αγαπούσε την ειρήνη,  
την ομορφιά των κάμπων και των βουνών. 
Να είχε τη δύναμη να τα δρασκελίσει. Δίπλα του και εγώ. 

Μια μέρα δεν άντεξε. 
Ακούστηκαν οι σειρήνες, άρπαξε το τουφέκι του, 
πήρε τα φυσίγγια του, κίνησε για τα σύνορα. 
Το γαύγισμά μου απλώς αντήχησε στα βουνά και στους κάμπους του.  
Είχα ακούσει βέβαια εκείνη τη ρήση:
Αν αγαπάς την ειρήνη ετοιμάσου για πόλεμο  
Κουλουριάστηκα κάτω από τις σκάλες. 
Δεν γρύλλισα. Κοιτούσα τα βήματα του στη λάσπη.

Γ.

Μυρίζω τη ζωή και το θάνατο 
Του κυρίου μου αρνούμαι  το πένθος!

Κυριακή, 1 Οκτωβρίου 2017

100 Χιλιάδες Ποιητές για την Αλλαγή : Εκδήλωση για την Ειρήνη, την Δικαιοσύνη, την Ανισότητα στην Αγία Νάπα την 30η Σεπ 2017

Γράφει ο Δημήτριος Γκόγκας

Στην αίθουσα Εκδηλώσεων του Δήμου Αγίας Νάπας, ενώπιον εκπροσώπων της Πολιτικής, Ακαδημαϊκής σκηνής της Κύπρου, ανθρώπων του πνεύματος και λίγων φίλων της Ειρήνης, πραγματοποιήθηκε στις 30 Σεπ 2017,  η εκδήλωση «100 χιλιάδες ποιητές για την αλλαγή». Η Αγία Νάπα ήταν η μοναδική πόλη της Μεγαλονήσου που φιλοξένησε φέτος αυτή την διοργάνωση, μαζί με περισσότερες από  400 πόλεις ανά τον κόσμο. Την εκδήλωση συνδιοργάνωσαν  ο Δήμος Αγίας Νάπας, ο Παγκύπριος Πολιτιστικός Σύλλογος και η εκπρόσωπος της οργάνωσης στην Κύπρο.

Η εκδήλωση ξεκίνησε με χαιρετισμό από τον Δήμαρχο της Πόλης κ Γιάννη Καρούσο, ακολούθησε ομιλία του Προέδρου του Παγκύπριου Πολιτιστικού Συλλόγου κ. Δρ. Γιώργοου Κιτρομηλίδη, ενώ  και η κυρία Γιούλα Ιωάννου Πατσαλίδου,  εκπρόσωπος της Οργάνωσης «100 χιλιάδες ποιητές για την αλλαγή» αναφέρθηκε στους σκοπούς της και στον εμπνευστή της ιδέας που δεν είναι άλλος από τον Αμερικανό ποιητή Michael Rothemberg, μήνυμα του οποίου διαβάστηκε τόσο στην Αγγλική όσο και στην ελληνική γλώσσα.

«Σκοπός της Οργάνωσης» ανέφερε η κα Γιούλα Πατσαλίδου είναι «να τονίσει τα σημαντικά προβλήματα του κόσμου, όπως είναι ο Ρατσισμός, η Ειρήνη, ο Πόλεμος, η ανισότητα των φύλλων, η φτώχεια και να δημιουργήσει ένα παγκόσμιο κίνημα αλληλεγγύης για την ορθή αντιμετώπισή τους»

     Συνεχίζοντας η  κυρία Γιούλα Πατσαλίδου επισήμανε ότι βασικός της στόχος ήταν η εκδήλωση να γίνει στην περιοχή της Αμμοχώστου σε μια προσπάθεια όπως είπε «να γνωστοποιήσουμε το πρόβλημα της αγαπημένης μας πόλης, στην παγκόσμια κοινότητα και να ζητήσουμε τη βοήθειά της στην επίλυση του προβλήματός της».

Ακολούθησαν ομιλίες με τα παρακάτω θέματα:

Ø «Η Ειρήνη στη Λογοτεχνία» από τον Δρ. Γιώργο Κιτρομηλίδη
Ø «Η μνησικακία και η μισαλλοδοξία ως εμπόδια στην ειρήνη» από τον Ακαδημαϊκό καθηγητή Niyazi Kizilyurek. Μια ομιλία που κράτησε έντονο το ενδιαφέρον μέχρι και την λήξη της.
Ø  «Η Ειρήνη στην Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία» από τον Δρ. Γιάννη Η. Ιωάννου, καθηγητή του Πανεπιστημίου Κύπρου. Και τέλος
Ø  «Εκπαίδευση και Ειρήνη». Από τον Δρ. Κυπριανό Λούη

Ενδιάμεσα των ομιλιών κλήθηκαν οι παρακάτω ποιητές για την απαγγελία των ποιημάτων τους με βασικό θέμα την Ειρήνη.

Ø ΄Αντης Κανάκης,
Ø ΄Ολγα Ρουβήμ,
Ø Δημήτρης Γκόγκας και
Ø Χαμπής Αχνιώτης,

Επίσης απαγγέλθηκε ποίημα της Ποιήτριας Εύας Γεωργίου


Η εκδήλωση τελείωσε με καλλιτεχνικό πρόγραμμα στο οποίο συμμετείχαν: 

Ø Ο Αδάμος Κατσιαντώνης,
Ø Ο Μιχάλη Χατζημιχαήλ,
Ø Το Χορευτικό Συγκρότημα του Δήμου Αγίας Νάπας


Και απονομή στους συμμετέχοντες μικρών αναμνηστικών δώρων. 

Σάββατο, 30 Σεπτεμβρίου 2017

Εκδήλωση για την Ειρήνη : 30 Σεπ 2017 στην Αίθουσα Εκδηλώσεων της Αγίας Νάπα: Ποίηση απήγγειλαν οι ποιητές/ τριες: Αντης Κανάκης, Όλγα Ρουβήμ , Χαμπής Αχνιώτης και ο Δημήτριος Γκόγκας.

Τα ποιήματα του Δημητρίου Γκόγκα που ακούστηκαν στην παραπάνω εκδήλωση. 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ

Θαρρώ πως το ξέρετε.
Το υποκείμενο Ειρήνη τρέφεται με επιθετικούς προσδιορισμούς.
Καβαλάει ένα τραίνο, σέρνεται στις ράγες.
Μόνη της.
Επιλέγει τους σταθμούς, σπέρνει τους παραδείσους.
Μα απορώ, χωρίς ένα βαγόνι με μελλοθάνατους;
Έτσι το συνηθίζει.
Προσπερνά το μαύρο των γαλαριών  και των ραγών της.

Αιώνες τώρα στις εξετάσεις που δίνει
πάντα με κόκκινο υπογράφει ο Δικαστής.
Μας στέλνει στο απόσπασμα.
Κοίτα να δεις μικρές εκεχειρίες γιγαντώνουν τον πόλεμο.
Ειρήνη των μαχών.

Μην μου χτυπά λοιπόν την πόρτα ο ταχυδρόμος με τη λήξη του πολέμου.
Δεν θα ανοίξω.
Φοβάμαι πως θα ναι ένα γράμμα με περισπωμένη στο α του θανάτου.
Ένα τηλεγράφημα κι ύστερα το χέρι θα κλείνει το στόμα μου
μην ακουστεί ο λυγμός σαν επιφώνημα.

Δεν θα είναι αρκετό ένα κτύπημα στη πλάτη.
Δεν αποτελεί δικαιοσύνη ο οίκτος της πατρίδας.
Ποιος θα κοιμίζει την Ειρήνη;
Ποιος θα την νανουρίζει;
Ποιος θα της δίνει το ποτήρι με το γάλα, Ποιητή;

Ο πόλεμος γεννά θανάτους.
Ο Θάνατος  στέλνει ταχυδρόμους στα μετόπισθεν.
Και έτσι, ετοιμάζεται η Ειρήνη να στρώσει τραπέζι
για τους αθώους.  



 ***

ΑΣ ΕΝΩΣΟΥΜΕ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΑΣ

1.
Ας σοβαρευτούμε επιτέλους.
Ας γράψουμε ένα γαλάζιο ποίημα, 
όμοιο με τους ουρανούς που ονειρευτήκαμε.
Διάφορο με το μαύρο των σύννεφων που θολώνει τους δρόμους μας.
Μεθυσμένοι απ΄ τη ζωή, ο θάνατος μόνος στις παρυφές του θανάτου.
Γλεντοκοπάει μόνος.
Κι είναι θάνατος να πίνεις μόνος.

2.
Ας σοβαρευτούμε κι ας μαζέψουμε
τα ψεύτικα σκιάχτρα απ΄ τις αυλές μας.
Τα κοράκια δεν φοβούνται τα μακριά πουκάμισα, 
τα σκισμένα καπέλα,
τα λερωμένα παντελόνια.
Τρέμουνε τους γυμνούς ανθρώπους
που
δεν έχουν να χάσουν πλην την ομορφιά της γύμνιας τους,
και τον καμουφλαρισμένο παράδεισό τους. 

3.
Ας σοβαρευτούμε και ας απλώσουμε τα δέκα χέρια μας.
Έχουμε και περισσότερα.
Ένα για κάθε παιδί που χάνεται πριν μάθει την ζωή. 
Ένα για κάθε παιδί που μπαίνει σαν φως απ΄ την χαραμάδα.
Ένα για κάθε σκοτάδι που πνίγεται μέσα μας κι ανασταίνεται ελπίδα.
Ένα για σένα που ξύπνησες και σήμερα. Είπες: θεός ή τύχη;
Ένα για μένα που μπορώ να ξύνω το μολύβι, να οργώνω σελίδες.
Ένα για τη γη που χάνει τους ανθρώπους  της και κλαίει. 
Ένα για τους ποιητές που δεν γνωρίσαμε την έμπνευσή τους.
Ένα για τη φωτιά του πολέμου που ερωτευτήκαμε
και την πίκρα της ειρήνης που γευτήκαμε στα χείλη μας.
Ένα για τους ανθρώπους που μας γέννησαν. 
Ένα χέρι για τον κόσμο μας.

Ας σοβαρευτούμε κι ας ενώσουμε  τα χέρια μας.

Τετάρτη, 30 Αυγούστου 2017

Λόγος περί των πολλών ποιητών και των πολλών ποιήσεων


    Ο ποιητής Γιώργος Παυλόπουλος σε ομιλία του στην εκδήλωση τού περιοδικού «Γράμματα και Τέχνες» πού έγινε προς τιμήν του στο «Σπίτι της  Κύπρου» στις 8-12-1997, είπε πως είχε γράψει το παρακάτω χαϊ-κού:

Όλοι χωράμε
Οι ζωντανοί και οι νεκροί
Σ΄ ένα ποίημα.

   εννοώντας προφανώς ότι η τέχνη της ποιήσεως  μπορεί να υπηρετηθεί από όλους τους ανθρώπους και πως χωράει μέσα της ολόκληρη η «μνήμη του κόσμου»

    Αναφέρομαι δε σχετικά με παρακάτω λόγια,  γιατί αισθάνομαι άσχημα όταν διαβάζω να γράφεται σε διάφορους ποιητικούς τόπους του διαδικτύου αλλά και στα λεγόμενα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πως,  οι ποιητές έγιναν πολλοί, με τέτοιο τρόπο όμως που να υποδηλώνει με στόμφο ότι θα έπρεπε να είναι πολύ λιγότεροι, στοχοποιώντας ουσιαστικά τους αδυνάτους στη τέχνη της γραφής και εξαιρώντας αυτούς (ζωντανούς και νεκρούς) που είτε έχουν καταξιωθεί ως ιερά τέρατα της ποιήσεως, οπότε κανείς μα κανείς δεν μπορεί να τους πιάσει στο στόμα του και να πει και μια δεύτερη κουβέντα ( πέθανε ένας καλός ποιητής, κατά το όμοιο: πάει ένας καλός άνθρωπος, ήταν ένας  καλός άνθρωπος) είτε έχουν ανεβεί το δρόμο του Γολγοθά, έχουν σταυρωθεί και τώρα οι Ποιητικές τους Συλλογές βρίσκονται στα δεξιά του πατρός της Ποιήσεως.
       Και ενώ με ασάφεια προσδιορίζεται από ετεροδημότες αυτής της τέχνης, η κατηγορία εκείνων των ανθρώπων που έχουν το δικαίωμα στο χτίσιμο ποιημάτων, δεν συγκεκριμενοποιείται αυτή η κατηγορία. Έχουν λοιπόν δικαίωμα ποιήσεως οι χτίστες, οι σοβατζήδες, οι καλουπατζήδες, οι σιδεράδες, οι απλοί εργάτες και γεωργοί ή μόνο οι διδάκτορες Πανεπιστημίων, φιλόλογοι, φιλόσοφοι, διάσημοι αστέρες του χώρου του θεάματος, τραγουδοποιοί και γενικά αυτοί που έχουν σπουδάσει το αντικείμενο της γλώσσας; Ή τελειώνοντας θα αναγνωρίσουμε αυτό το δικαίωμα σε όλους μα όλους τους ανθρώπους; Αλλιώς,  γιατί να αναφερόμαστε σε πολλές ποιήσεις σε εκείνους που δεν γεννήθηκαν ποτέ ή σε εκείνους που χαθήκαν, σκοτώθηκαν, εξαφανιστήκανε;
      Κατά τον ίδιο τρόπο θα μπορούσαμε να αναφερθούμε και σε εκείνους που ασχολούνται με τον αθλητισμό. Δεν θα μπορεί κανείς να ασχοληθεί πλην εκείνων που η επιστήμη θα δικαιώσει την αξία τους και θα μπορούσαν να γίνουν πρωταθλητές. Τότε όμως, τότε πως θα μπορούσε να σταθούν όλα αυτά τα πρωταθλήματα, όλες αυτές οι κατηγορίες αθλημάτων όπου δεκάδες νέοι, γέροι και παιδιά ασχολούνται με το σώμα τους, ώστε να στεγαστεί εκτός  από τον απαίδευτο νου και η ματαιοδοξία τους. Αθλούνται,  καταναλώνοντας τον προσωπικό ελεύθερο τους χρόνο και περιμένουν την κατάλληλη στιγμή που η προσπάθειά τους θα αμειφθεί  με μία ανώτερη κατηγορία, με μία πρωταγωνιστική θέση, με ένα μετάλλιο. Και ενώ λοιπόν όλοι έχουν το δικαίωμα να αθλούνται λίγοι θα ξεχωρίσουν και ελάχιστοι, οι καλύτεροι, οι μέγιστοι, οι άριστοι θα οδηγούν μπροστά. Μήπως,  κάπως έτσι,  θα πρέπει να δεχτούμε και την ενασχόληση των ανθρώπων με την ποίηση;
       Στη νέα εποχή, τουλάχιστον στην επικοινωνία που ξημέρωσε και συνεχώς βελτιώνει τις επαφές των ανθρώπων, θα πρέπει να έχουμε τη θέληση και να μπορούμε να ακούμε και να διαβάζουμε τον καθένα. Άλλοι θα γράψουν καλά, κάποιοι καλύτερα και άλλοι, ίσως οι εκλεκτοί και προικισμένοι με εκείνο το χάρισμα του θεού, που αντί για δάκτυλα θα έχουνε πέννες και οι άλλοι που η σκληρή εργασία θα τους καταστήσει μπροστάρηδες, θα συνθέσουν τα άριστα, τα καλύτερα, τα ιερότερα των ποιήσεων. Πριν από χρόνια με είχε απασχολήσει και εμένα προσωπικά το θέμα, αναρωτηθείς: «μα καλά τι χρειάζονται τόσοι ποιητές» και μάλιστα το είχα συζητήσει και με ορισμένους άλλους συνοδοιπόρους.  Με τη σκέψη αυτή όμως,  χωρίς να το επιθυμούμε χτίζαμε, ανεπίτρεπτο φυσικά, τοίχους και φράχτες. Σήμερα η σκέψη αυτή έχει διαγραφεί  οριστικά από το αλφαβητάρι της ποίησης.

Αν η ποίηση λοιπόν,
είναι μία έκρηξη συναισθημάτων,
εάν η ποίηση είναι ένα όνειρο,
εάν η ποίηση είναι η ζωή των τεσσάρων εποχών,
εάν η ποίηση είναι γνώση,
εάν η ποίηση είναι έρωτας και πόνος,
εάν η ποίηση είναι ανάγκη,
είναι ομορφιά μα και ασχήμια,
είναι το θελκτικό μα και η αποστροφή,
είναι το αληθινό μα και το ψεύτικο,
είναι ο πόλεμος μα και η ειρήνη,

ποιος θα μπορούσε να πει με απόλυτη σιγουριά, πως αυτός ή εκείνος, πως αυτοί αλλά και οι άλλοι δεν έχουν δικαίωμα να προσπαθήσουν να γίνουν ποιητές, να εκφραστούν και να εκθέσουν τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τις δράσεις του εγώ τους, τη ζωή τους, μέσα από το κατανοητό και το ακατανόητο.

  Ο Γιώργος Σεφέρης έγραψε πως : «Η  ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα.» και πως «είναι παράξενο πως γράφει κανείς ποιήματα»
Ο Κώστας Καρυωτάκης είπε: «Η Ποίηση είναι το καταφύγιο που φθονούμε»
Ο Κώστας Μόντης αναρωτήθηκε: «Αφού δεν είπες τίποτα κύριε ποιητή, γιατί ενόχλησες τις λέξεις;»
Ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες επισήμανε: « Όταν διαβάζουμε ένα καλό ποίημα, φανταζόμαστε πως κι εμείς θα μπορούσαμε να το έχουμε γράψει, πως το ποίημα προϋπήρχε μέσα μας»

Και δεκάδες άλλοι άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών τόνισαν την αναγκαιότητα των ποιητών και της ποίησης, που θα ήταν αδύνατο να αναφέρουμε στις λίγες αυτές σελίδες αυτής της ανάρτησης.


    Ας αφήσουμε λοιπόν τους απλούς κτίστες αυτού του κόσμου να γράφουν ποιήματα, σε μια προσπάθεια να βρούνε το καταφύγιό τους. Αν η προσπάθεια δεν έχει το τέλος που θα προσδοκούσαν και πεθυμούσαμε μπορούμε να ρωτήσουμε γιατί ενοχλήθηκαν οι λέξεις. Να είστε όλοι σίγουροι, πως στο τέλος η θάλασσα θα ξεβράσει κάθε τι άσχημο και πως θα αφήσει επάνω της να πλέουν,  στα καταγάλανα νερά της τα ωραιότερα και οι σπουδαιότεροι. 

Τρίτη, 29 Αυγούστου 2017

Ανθολόγιο Ποιήσεως από τις Εκδόσεις ΟΣΤΡΙΑ (Καλοκαίρι 2017) (Συμμετοχή του Δημητρίου Γκόγκα)

Στο Ανθολόγιο Ποιήσεως των εκδόσεων ΟΣΤΡΙΑ (Καλοκαίρι 2017) συμμετείχα με τα παρακάτω  ποιήματα 




ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗ


Στεκότανε μ΄ ένα άτολμο μειδίαμα, μα βουβός  κι άκουγε τη καρδιά του. 
Χτυπούσε στις Αλκυονίδες μέρες πιο δυνατά απ΄ το ανάλαφρο του αέρα. 
Ζούσε ακόμα, κι ας προτιμούσε τον γρήγορο θάνατο. 
Στο απέναντι σιδερόφρακτο μπαλκόνι μια λυγερόκορμη κόρη,  
άπλωνε τ΄ ασπρόρουχα της, όμορφη θέα στα μάτια μας. 
Έριχνε κλεφτές ματιές στους άνδρες που διασταύρωναν τον δρόμο. 
Ο μαύρος καφές πάντα πικρός μαλάκωνε ένα ξερόβηχα.
Ότι απέμεινε απ΄ την εποχή της δικτατορίας.
Ούτε αγώνες, ούτε σημαίες, ούτε συνθήματα. 
Μόνο ένας ξερόβηχας που τράνταζε τα σωθικά του. 
Όχι τώρα πως πήγαιναν καλύτερα τα πράγματα.
Στις λαϊκές αγορές, πίσω από τους πάγκους,  
όπου στήνονταν μικρές συνεδρίες, 
μιλούσε πλέον όλο και λιγότερο. 
Φοβότανε.
Το βράδυ ξάπλωνε συνήθως μόνος. 
Κοίταζε τη πρασινογάλαζη θάλασσα που κρεμότανε στο τοίχο.
Στη παραλία πεταμένα φύκια, μισά όξω απ΄ τη κινούμενη άμμο. 
Μια σκουριασμένη βάρκα τσαλακωμένη στο κάδρο
κι ένας γλάρος που ποτέ του δεν πέταγε. 
Κι όμως,  πάντα τον έβρισκε ένα πόντο πιο πέρα.

ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΗ ΔΡΑΠΕΤΕΥΣΗ

Ότι αγόραζε μισο τιμής,  του χάλαγε σε λίγες μέρες. 
Έτσι ήταν σκέφτηκε. Ότι πληρώνεις παίρνεις. 
Μια ζωή, στα παζάρια της Τρίτης, στα πεταμένα φτηνιάρικα.  
Για σταθερό αποκούμπι κράτησε μια φωλιά από τούβλα στο χωριό του.
Να ΄χει ένα κεραμίδι πριν το τέλος που δεν θ΄ αργούσε. 
«Τι να το κάνει τότε…» μονολόγησε. 
Σαν η καρδιά δεν αγαπά, τι να κάμεις το σώμα; 
Άδειο κιβώτιο σε θάλασσα. Μουλιάζει, σαπίζει, χάνεται. 

Έσκαψε σαν γκρίζος κάστορας την τρύπα του. 
Ζώστηκε τους χρόνους γύρω από τη μέση του. 
Δεν ξεχώριζε τώρα από το υπόλοιπο σώμα. 
Ρύθμισε  τον πυροκροτητή στην ώρα που έπρεπε. 
Όταν βγήκε στην άλλη πλευρά. 
Δείλιασε. 
Πάλι ένα τούβλο και μια κεραμίδα τον περίμεναν. 
Η πολυπόθητη δραπέτευση που σχεδίαζε απέτυχε. 
Στο φως που σβήνει δεν έφτασε ποτέ του. 

Τρίτη, 15 Αυγούστου 2017

Κύπρος: Μην αφήσετε το όνειρο να γίνει εφιάλτης. Το βουνό με τα πέντε δάκτυλα ήδη μας μουντζώνει.

Και τώρα τι; Τι απομένει ; Η ελπίδα ότι μόλις συμφωνήσουμε θα έχουμε την ίδια ώρα; Και οι χάρτες; Οι νέοι κόκκινοι χάρτες; Κυκλοφορούν λέει ήδη στο διαδίκτυο και πιάνουν, θεέ μου πόσες χώρες αγκαλιάζουν κάτω από το ζεστό κόκκινο φεγγάρι, ημισέλινο θαρρώ το έχουνε βαφτίσει, οι σφαγείς της ιστορίας κι είναι σαν να ρέει το αίμα από την Μεσόγειο μέχρι τον Ευφράτη ποταμό. Κι όμως εμείς, τόσο μα τόσο πια ιδεαλιστές, που αντί να γίνουμε οι γλύπτες της ιστορίας, μακαρίζουμε τις μέρες και τις ώρες, που ο καλός κοινός θεός (γιατί βρε παιδιά ένας είναι να το ξέρετε) μας έκανε γειτόνους και όσο και εάν τινάζουν τα χαλιά από πάνω μας και πετάνε τα σκουπίδια τους, εμείς εκεί να τους τρατάρουμε το γλυκό της Κυριακής.

Δεν αρκεί να διαβάζουμε τα ποιήματά τους, δεν αρκεί να ακούμε τη μουσική της, δεν αρκεί ν΄ αγκαλιάζουμε τους δικούς μας εγκλωβισμένους τόπους και ανθρώπους, δεν αρκεί να παρακαλούμε …..δεν καταλαβαίνετε δεν αρκεί….

Πόσες ακόμα ενδείξεις θα πρέπει να υπάρξουν σε τούτα τα χρόνια, πόσες φορές θα πρέπει να μας φτύσουν για να πιστέψουμε πως η ντροπή δεν είναι δική μας, πόσο καιρό έχουμε να διαβάσουμε τη λέξη περηφάνεια και αξιοπρέπεια, τους ορισμούς της. Ω! μην αφήνετε τους εαυτούς σας, μην αφεθούμε όλοι μας να γίνουμε επαίτες της ήδη χαλκευμένης ιστορίας και μην παρασύρεστε από ηλίθιες συζητήσεις που αναμασούν τα ίδια, τα ίδια, τα ίδια χρόνια ολάκερα.

Μας λένε ότι τα δεδομένα άλλαξαν. Τα δεδομένα είναι ίδια (εισβολή, κατοχή, αγνοούμενοι) εμείς αλλάζουμε. Αλλάζουμε και όσο περνάει ο καιρός οι ίδιοι τρομάζουμε τους εαυτούς μας. Μην αφήσετε το όνειρο να γίνει εφιάλτης. Το βουνό με τα πέντε δάκτυλα ήδη μας μουντζώνει.