Τρίτη, 28 Ιουλίου 2020

[Πουλί που αποδημεί η αγάπη μας] / Δημήτριος Γκόγκας




Στην Στρατούλα

Πουλί που αποδημεί η αγάπη μας
Φωτιά, αέρας, θάλασσα,
Ράμφισμα και άχρωμο αίμα στα στήθη μας.
Του Προμηθέα εικόνα αιώνια.
Στον υγρό βράχο ένας ο κρίνος που φύτεψες!

Ασκόπως αναμένουμε το ύστερο βέλος
Να φέρει τη λύτρωση
Ένα θυμίαμα το υπέρλαμπρο φως στα μάτια σου
Ένα νάμα ο σπόρος που χορεύει στον κτύπο του ράμφους
Ένας καπνός από κερί δέσμιος στην οροφή του εικονοστασίου.

Μία η λύτρωση!
Μα… λέμε σιμά κι αντάμα στα χείλη
Έτσι είναι η ζωή, μια μαύρη ευθεία
Στην αρχή το μολύβι και στο τέλος η γόμα

Αγάπη μου, ιδού η αγάπη μας
Τρεμάμενη ζεστή σκέψη
Ανεκπλήρωτα όνειρα
Ανεφάρμοστο στο σώμα σκήνωμα
Άσημος σεμνός ήχος
Αδύναμη και σθεναρή μνήμη
Άσβεστος πόθος το συναπάντημα
Άγγιγμα των δακτύλων
Χώμα και νερό
Ποίηση εγώ για σένα
Να σε ταξιδεύω στις οάσεις του κόσμου.
Είθε!

Αποδημητικό πουλί η αγάπη μας
Κοιτάμε πίσω
Βλέπουμε μπροστά
Ξέρα και βροχή
Στη φωλιά που χτίσαμε
Χώμα και νερό
Στην αυλή ένα το τριαντάφυλλο που φύτεψες

Τρίτη, 21 Ιουλίου 2020

Θάνατος είναι ότι δεν έδωσες ενώ μπορούσες: Ποιητική Συλλογή του Δημητρίου Α. Γκόγκα εκδοθείσα το έτος 2020 (απόσπασμα)

ΓΚΟΓΚΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ
Θάνατος είναι, ότι

δεν έδωσες ενώ μπορούσες

ΠΟΙΗΣΗ

Λάρνακα 2020




**
ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Α. ΓΚΟΓΚΑ
Θάνατος είναι ότι δεν έδωσες ενώ μπορούσες
ISBN 978-9925-7392-0-2
© Δημήτριος Γκόγκας

Τίτλος Συλλογής: Θάνατος είναι, ότι δεν έδωσες ενώ μπορούσες
Επιμέλεια: Στρατούλα Τραμουντάνη, Δημοσιογράφος
Εικαστική δημιουργία- Πίνακας: Ιωάννα Φιλίππου, Ζωγράφος

Σελιδοποίηση: Δημήτριος Γκόγκας

Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας κατά τις διατάξεις της Κυπριακής Νομοθεσίας (Ο περί του Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων Νόμος του 1976 (Ν. 59/1976, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει μέχρι και σήμερα)και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή ολόκληρου του βιβλίου χωρίς την έγγραφη συναίνεση από τον συγγραφέα και τον εκδότη.

**


Αφιερώνεται
στην σύζυγό μου Στρατούλα
και στο γιο μου Αντώνη

**


Πρόλογος

 του Στέφανου Ζυμπουλάκη
Ποιητή και Μουσικού

Ο ορισμός των λέξεων μαζί με τον ΚΥΚΝΟ του ΔΗΜΗΤΡΗ

    Ο Δημιουργός ποιητής Δημήτριος Γκόγκας φωτίζει με τις ΛΕΞΕΙΣ της ποίησης του την Άνοιξη της αγάπης και της περηφάνιας. Δυνατός και αυτοδύναμος χρωματίζει την ανθρωπιά με ομορφιά και αγάπη και στέλνει με αρμονική αλυσίδα το μήνυμα της Ειρήνης και της πολύμορφης ομορφιάς. Ο άνθρωπος γι αυτόν είναι ΑΝΘΡΩΠΟΣ, στα δεδομένα της Χριστιανικής πίστης και του Θεού. Η πατρίδα γι αυτόν είναι θυσία και αγώνας και ένας καθρέφτης που δοξάζεται με τη δίδυμη προσευχή στο κερί του ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ για να υπάρχει πάντοτε με τη δύναμη στην ανθρώπινη υπόσταση για επιβίωση και λευτεριά του Ελληνικού Ορίζοντα.
Με την ακολουθία του Δημήτρη με το γνήσιο γάλα των εκ γενετής των Λέξεων και του ρυθμού εκφράζουν ανελέητα το πριν, το τώρα και το μέλλον της ανθρώπινης φωνής και του Ελληνικού Γαλάζιου Πνεύματος.

**


ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΓΙΑ ΕΝΑ ΘΑΝΑΤΟ

Με το μολύβι σβήνει ένα φως.
Έρχεται θάνατος
και σε τυλίγει σαν ένα πελώριο δένδρο με κίτρινα φύλλα.
Δεν στοχάζεται πλην των άλλων
που θα φωνάξουν με δύναμη
και θα πούνε: Αθάνατος
καθώς ένα μικρός λεμονανθός θα σβήνει.

Είναι ο Χειμώνας που λιώνει στην ζωή,
κι ανθίζει η Άνοιξη.
Η προσμονή σέρνεται με το φίδι
ανάμεσα στους στίχους του ευαγγελίου.
Είναι το ίδιο φίδι που μας έδωσε την ζωή να την ζήσουμε
και εάν προλάβουμε να ρωτήσουμε λέμε: την ζήσαμε;

Κι εσύ ζήτησες για μαξιλάρι το μπράτσο μου
και μέσα στο στρατσόχαρτο το όνειρο σου
σύννεφο να στάζει.

Η κραυγή σου πορεύεται
καθώς το ατσάλι σπάει την σιωπή
και το μαύρο την γεύεται.

Το μάτι μου κλείνει σαν πόρτα
Σαν παραθύρι με πόμολο μια πένα
Κι απλώνεται στις λιάστρες να το ξεράνει ο άνεμος.

Μέσα στο μέτρο σκάλισες την καμαρούλα σου
σε διάφανο βάζο η στάχτη κι ένα γαρύφαλλο
στην κεφαλή.

Τότε δεν μπορείς να αποφύγεις τον μέλλοντα.
Ναυαγός στη γραμμή του θανάτου.
Μ΄ ένα μολύβι κουπί ως που να φτάσεις;

**


ΦΟΒΟΣ


Λέω πως ζω                                                                                                              
κι όταν με ρωτούν πως τα πάω
απαντώ
"σπίτι - δουλειά
δουλειά - σπίτι"
Κάθε πρωί κατεβάζω τα σκουπίδια
με προσοχή μην σχιστούν οι σακούλες
Προσέχω μην συναντήσω τον γείτονα
αποφεύγω τον σκύλο που μισώ
δεν ανοίγω το γραμματοκιβώτιο
κατοικούν μέσα του Κέρβεροι
κι ένας Προκρούστης
που θέλει δουλειά.
Αν του την δώσω τι θα λέω
όταν με ρωτούν αν ζω;

Ζω σπίτι; 


**
ΟΡΑΣΗ

Μέσα στην ερημική πόλη που ζούσε
στο καψαλισμένο μυαλό του φύτρωναν πυκνόφυλλα δένδρα
δάφνες τα έλεγαν έγραφε στους τοίχους.
Μασώντας τα φύλλα τους,
ένιωθε την πίκρα της ερήμου σαν την πίκρα της μοναξιάς
κέρναγε τον εαυτό του πάνω στο ασημοκέντητο τσεβρέ,
ένα πιατάκι γλυκό κι ένα φεγγάρι στο μπράτσο ραμμένο σταυροβελονιά
να μην αιμορραγεί -που καιρός για έξοδα στα νοσοκομεία-
Πέρσι το καλοκαίρι – και φέτος το ίδιο συνέβη-
απέναντι στην άλλη φάση της πανσελήνου
με τους δαιμονισμένους γέλωτες
μακρύ χέρι ενός ιδιώτη νόμου
έπεφτε βαρύ και έσβηνε με γομολάστιχα τη μορφή της Άνοιξης.
Τα φεγγάρια του Καλοκαιριού του άρεσαν πιο πολύ.
Του άρεσαν περισσότερο τα χρώματα
Του άρεσαν περισσότερα τα σχήματα
Μέσα στους χρόνους τα σχήματα των εποχών
Και κείνος μια γραμμή μαύρη στο σχήμα του φόβου
Καθώς η σκιά της συκιάς λάκτιζε από τον τοίχο
Η μορφή της –γυναίκα από πικραμύγδαλο-
έλιωνε στο πυρόξανθο της φωτιάς και του μίσους.
Βέβαια αυτός έκλεινε επιμελώς τα μάτια
Η όρασή του ουδεμία σχέση είχε με το έγκλημα.
Φόρεσε τα γυαλιά του για ν΄ αποκτήσει άλλοθι.


 **


…ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΣΥΛΛΑΒΕΣ ΤΗΣ ΑΝΕΧΕΙΑΣ

Ο κόσμος του παντέρημος.
Βαθύ μαύρο η νύχτα, πλημμυρισμένη από θλίψη.
Οι αγκάλες σφιχτές, οι πέτρινοι τοίχοι αμίλητοι.
Ποτέ άλλοτε.
Οι  γέρικες πόρτες ακόμα πιο σφαλιστές.
Εξέλειπε το φως των κεριών.

Η μυρωδιά της πείνας,
το απάνεμα της λύπης, μια στεναχώρια.
Το χρώμα ενός ξεχασμένου ψίχουλου στην άκρη του δωματίου
και κείνος σβολιασμένος μέσα στις συλλαβές της ανέχειας.

Άνοιγε το ντουλάπι της ψυχής, δεν έβρισκε τίποτα.
Έκλεινε τις χούφτες με δύναμη,
ίσα να ματώσει των δακτύλων του το σύνορο
κι ύστερα,  βυθιζόταν άπλυτος στο βούρκο των δακρύων.

Πήρε ο καθρέφτης το πρόσωπο, άνεργο το μαράζωσε.
Γιόμισαν οι βαθιές αυλακιές ερωτήματα.
Στα έγκατα τους, χάνονταν
άνυδρες οι λέξεις κι οι εναπομείναντες ελπίδες.
Πώς να τις μιλήσει!
Τις αποχαιρετά εραστής του ελάχιστου.

Φόβος.
Αόρατη λύτρωση και σκόνη στο γύρω του.
Φόβος και βρεγμένη σκόνη λύτρωναν τη πείνα.
Ρούχο η ανέχεια, ουράνιος αδιέξοδος δρόμος.
Αστραπή τ΄ ουρανού, σκότος, λειψυδρία της ζήσης.

Θεέ μου.
Βρέξε αντάμα με τη στείρα μου ποίηση.
Βρέξε ελπίδα.
Κάμε το τέλος κλωνάρι να μυρίσουν οι χρόνοι του, 
βασιλικό και μέντα.




ΤΟ ΣΚΥΛΙ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

Με τον απρόσμενο θάνατό του
Άλλαξε με μιας και τις καθημερινές συνήθειες του.
Δεν λαχταρά το φαγητό που του έδινες
Δεν ξεδιψά στο νερό που έχυνες στο πήλινο
Δεν κλωθογυρίζει από χαρά σαν έφτανες στη ξώπορτα
Δεν μυρίζει τις οσμές του κόσμου από την αγκαλιά σου
Δεν ψάχνει άλλο σκαμμένο πρόσωπο να δίνει το φίλημά του

Μέρα και νύχτα κάθεται πάνω από το μνήμα σου
Σέρνεται στο χώμα να σε γευτεί
Μ΄ ακούσει τη φωνή σου
Ψάχνει τα δάκτυλά σου
Χώνεται κάτω από τα λουλούδια και τα στεφάνια
Και σιωπά.
Η σιωπή τώρα
Είναι ο πιστότερος φίλος του.

Μόνο κάπου – κάπου βαθιά μέσα στην άμπωτη της λύπης
Ξεφεύγει ένα αλύχτισμα σαν στεναγμός θανάτου.


**


ΛΥΠΑΜΑΙ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Λυπάμαι τα ποιήματα,
που κάθονται οκλαδόν στα άσπρα σκαλοπάτια των Εκκλησιών,
στα βρώμικα πεζοδρόμια των πόλεων,
έξω από τα πολυσύχναστα καταστήματα,
γυρολόγοι στα απόμακρα χωριά και στις λασπωμένες συνοικίες,
με τους νηστικούς στίχους υψωμένους να ικετεύουν,
έναν επιθετικό προσδιορισμό, ένα καλολογικό στοιχείο,
ένα κόμμα, μία τελεία, μια ξεχασμένη απόστροφο,
μια λύση στο αδιέξοδο, μια μυστική φωλιά στον ποιητή κι ένα θάνατο.

Λυπάμαι εκείνα τα ποιήματα
που δεν βλέπουν, δεν θέλουν να δουν,
δεν ακούν, έχουν σπάσει οι σάλπιγγες
στηρίζονται σε ξύλινες πατερίτσες,
κάμουν τους ανάπηρους, ακρωτηριασμένοι στην ψυχή
γεμίζουν με συγνώμες και ευχολόγια τις ημέρες τους
σαλιαρίζοντας πάνω από τους πληγωμένους ήχους των κερμάτων.
Κέρβεροι που φιλούν τους γυμνοσάλιαγκες των κύκλων της ποιήσεως.

Τι να τα κάμω αυτά τα ποιήματα;
Ελεεινά και τρισάθλια κουρέλια,
διπλά πλυμένα, απλωμένα ρετάλια, στους ιστούς αραχνών
σκεβρωμένα οστά που εκλιπαρούν ανάνηψη, 
των ανεπαρκών λόγων, των χαλαρωτικών εικόνων, των απροσάρμοστων ήχων.

Να λοιπόν ένα πουλί, ένα νηστικό πουλί,
να μια μέλισσα, μια θυμωμένη μέλισσα,
ένα μαύρο χελιδόνι,
ένα μαύρο χελιδόνι, είναι πάντα ένα μαύρο χελιδόνι που φέρνει την Άνοιξη.
Πάνω από την φωλιά των ποιημάτων, 
παίζει με τους τόνους, τα ουσιαστικά και τα επίθετα.
Παίζει με τους επαίτες, τους ληστές, τους δωρητές. 
Παίζει με την θάλασσα, το ποτάμι, τη λίμνη και το έλος.
Παίζει με τη ζωή, παίζει και με τον θάνατο.
Κλωτσάει τη σφαίρα να γίνει πάνινο τόπι στα πόδια ενός ποιήματος.
Ανοίγει μια κονσέρβα, μαχαίρι για την αυτόχειρα μνήμη μας.

Κι ακόμα λυπάμαι για τούτα τα ποιήματα.

Λίγα ξέρω για τη στίξη και τη μυστική συμφωνία του ποιητή.

Τέλος,
ύστερα από τη σταύρωση δεν ξέρω αν είναι λάθος
η ανάσταση των ποιημάτων με αντίδωρο το ερωτηματικό.




**

ΚΡΑΥΓΕΣ ΕΝΟΣ ΣΚΥΛΟΥ

Α

Προσπάθησα, να μάθω τη γλώσσα των ανθρώπων. 
Αλήθεια!
Κάθε που ανοιγόκλειναν ασπρόμαυρα τα χείλη τους, 
κολλούσα τα δικά μου. Ανώφελο!
Στον ύπνο μου έβλεπα εφιάλτες, 
τους Κύκλωπες στους δρόμους. 

Δεν κατανοούσα,
πάλευαν να γίνουν καλύτεροι, πιστοί, 
μα όταν ξέπλεκαν το λουρί από το λαιμό μου
κι έκλειναν την πόρτα του σπιτιού μας
κυριαρχούσε η αντωνυμία του εγώ
και το ουσιαστικό του εγωισμού!

B

Ο κύριος μου μόνος πια, 
με αναμνήσεις από τεμαχισμένες εποχές.
Πότε φωτιά, πότε πάγος μέσα στη ψυχή και πάνω στο σώμα.  
Έξυνε το αριστερό πόδι,  τα δύσκολα πρωινά με τις υγρασίες, 
ένα θραύσμα πολέμου. 
Έξυνε και μένα στο κάτω μέρος της κοιλιάς.
Εγώ του έγλυφα τα χέρια, κουνούσα την ουρά. Σκυλίσιες συνήθειες! 
Αγαπούσε την ειρήνη, 
την ομορφιά των κάμπων και των βουνών.
Να είχε τη δύναμη να τα δρασκελίσει. Δίπλα του και εγώ.

Μια μέρα δεν άντεξε.
Ακούστηκαν οι σειρήνες, άρπαξε το τουφέκι του,
πήρε τα φυσίγγια του, κίνησε για τα σύνορα.
Το γαύγισμά μου απλώς αντήχησε στα βουνά και στους κάμπους του. 
Είχα ακούσει βέβαια εκείνη τη ρήση:
Αν αγαπάς την ειρήνη ετοιμάσου για πόλεμο 
Κουλουριάστηκα κάτω από τις σκάλες.
Δεν γρύλλισα. Κοιτούσα τα βήματα του στη λάσπη.

Γ.

Μυρίζω τη ζωή και το θάνατο
Του κυρίου μου αρνούμαι  το πένθος!






 **

ΑΠΕΡΑΝΤΗ ΣΙΩΠΗ

Είναι μια απέραντη σιωπή αυτοί οι λόφοι
Τεράστιες χώρες στο μήνα Σεπτέμβρη
 Ήλιοι που γνέφουνε σεμνά μέσα στις καρδιές μας

 Είναι μια απέραντη σιωπή αυτή οι λόφοι
 Κι ας σπέρνουν στους ορίζοντες οι άνεμοι το θρόισμά τους
 Ας τινάζουν τα φτερά τους μικρά πετούμενα
 Και νικιέται ο βαθύτερος θάνατος
 Μέσα στις φοβερές αντάρες, στις αόρατες ομίχλες
 Στα χαμομήλια και τις παπαρούνες που ζυγώνουνε τα πατρικά μας

Είναι μια απέραντη σιωπή
το σοκάκι που πρώτο περπάτησες
το κλαδί που έσπασες
το πρώτο πουλί που σκότωσες
κι ανέβηκες τους σιωπηλούς λόφους

πάνω στις ράχες τους κι αγνάντεψες τον υποσχόμενο κάμπο.
Δώρα σου στείλανε: την ψευτιά, το μίσος, την εκδίκηση
Θες, μες στη σιωπή που διαρκεί ο χρόνος ενός ρόγχου
να τους τα επιστρέψεις
μα δώρα λες και δεν μοιράζονται

Κι είναι η ζωή ένα έλεος πρώτα σε σένα
κι ύστερα σαν να γελούσες, πίστεψες -σαν να γελούσες-
πως θα έσπαγε η απέραντη σιωπή
την ώρα που ράγισαν οι πλαγιές των ρημαγμένων λόφων
μα
ολότελα, αφέθηκες στην κατάρα της.




**

ΣΤΗ ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ ΤΩΝ ΞΥΛΩΝ

Προσπαθώ να συγκρατήσω την ορμή των εικόνων.
Μία αργά, ύστερα άλλη.
Μην τις λαθέψω
και μαζί τα χρώματα, τις μυρωδιές,
τις λέξεις μην αλλάξω, τις λεζάντες του χρόνου.
Το τσεκούρι στον ώμο κι ένα τραγούδι στη πλαγιά.
Το σχοινί στο χέρι κι ύστερα μια θηλιά στο λαιμό.
Το παγούρι στη ζώνη κι ύστερα η λειψυδρία στο σπίτι.
Το ψωμί στη πετσέτα κι η μυρωδιά της ζωής μέχρι την άβυσσο.
Δεν θέλω τώρα να παρακαλέσω
στην αναπηρία ποιος θα μου κόψει τα ξύλα,
ποιος θα τα ζυγιάσει
κι ύστερα τα στοιβάξει
κάτω από τη σόμπα.
Πυροτεχνήματα τα χρώματα,
οι μυρωδιές προσανάμματα,
οι λέξεις σπίθες.
Κι ένα ποίημα πελεκητό
ανάμεσα στα πευκόξυλα,
τις κομμένες οξιές

και τις τσακισμένες γλώσσες.

**


Η ΡΟΔΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΝΘΙΣΕ

Η μικρή Ροδιά πέρασαν τα χρόνια και γέρασε
Μεγάλωσε μαζί μας εμείς μέσα στο σπίτι στη ζεστασιά της σόμπας
Και κείνη στο περιβόλι
Μεγάλο το περιβόλι
Μεγαλύτερο από το σπίτι μας
Εμείς από τη στιγμή που περπατήσαμε σκεφτόμασταν να φύγουμε από τη λάσπη της αυλής
Αυτή έβγαλε ρίζες και έμπηγε τα πόδια της πιο πολύ στο κοκκινόχωμα, πιο βαθιά και στη καρδιά μας
Ποτέ της δεν άνθισε
Σαν τις ανύπαντρες γυναίκες που σβήνουν την ομορφιά τους μέσα σ΄ ένα καθρέφτη
Σαν φυσούσε
Εμείς κλινόμασταν στο δωμάτιο
Σαν έβρεχε το ίδιο
Σκεπαζόμασταν κι ακούγαμε τη βροχή στο τσίγκο
Η Ροδιά
Η δική μας ροδιά
Κρύωνε;
Έβηχε;
Πρέπει να κρύωνε
Τα φύλλα της έβγαζαν παράξενους ήχους;
Σαν του ανθρώπους που έχασαν δικούς τους
Και τώρα κυπαρίσσια στου  Αι Αντώνη τους λόφους
Στερνοί λόφοι που γυμνώσατε τη ψυχή μου
Ας γεμίζατε ροδιές κι όχι καιόμενους βάτους








ΑΝΑΣΕΣ από την Καμπούλ : Ποιητική Συλλογή του Δημητρίου Α. Γκόγκα εκδοθείσα το έτος 2020 (απόσπασμα)


ΑΝΑΣΕΣ
από την Καμπούλ

ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Α. ΓΚΟΓΚΑ





ΠΟΙΗΣΗ



ΛΑΡΝΑΚΑ 2020





**



ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Α. ΓΚΟΓΚΑ

ΑΝΑΣΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΜΠΟΥΛ



ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Στα τραύματα του κόσμου που γίνονται πηγές ειρήνης






ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ








 **





















ISBN: 978-9925-7392-9-5 
Τίτλος:  ΑΝΑΣΕΣ από την Καμπούλ
Συγγραφέας: Δημήτριος Γκόγκας
Ημερομηνία Έκδοσης:
e-mail επικοινωνίας: dimitriosgogas2991964@yahoo.com
Copyright 2015 © Δημήτριος Γκόγκας

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική ή η απόδοση κατά παράφραση ή διασκευή του περιεχομένου του βιβλίου με οποιοδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο, ή  η μετάδοση του βιβλίου ή μέρους του με οποιοδήποτε μέσο και σε οποιαδήποτε μορφή με τη γραπτή συγκατάθεση του συγγραφέα

Κάθε γνήσιο αντίγραφο θεωρείται ότι φέρει την υπογραφή του ποιητή








Στο γιο μου Αντώνη

Στη γυναίκα μου Στρατούλα  















Πρόλογος

     Το σωτήριο έτος 2002 είχαμε υποβάλλει στο Γενικό Επιτελείο Στρατού, μεγάλος αριθμός στρατιωτικών, αιτήσεις προκειμένου να επανδρώσουμε ένα λόχο μηχανικού που θα εκτελούσε βοηθητικές εργασίες στα πλαίσια μιας Ειρηνευτικής αποστολής της Διεθνούς Κοινότητας, στην περιοχή της πρωτεύουσας του Αφγανιστάν, την Καμπούλ. Την χρονιά εκείνη το Αφγανιστάν προσπαθώντας να επανακάμψει από την δεκαετή κατοχή των Ρώσων και να απαλλαγεί από την δυναστική συμπεριφορά των Ταλιμπάν, φέρεται να δέχεται την βοήθεια του Δυτικού Κόσμου.
   Αρχές Νοεμβρίου μεταφερθήκαμε με στρατιωτικό αεροπλάνο C-130,  μέσω των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και μία στάση στο Πακιστάν, στην πρωτεύουσα του Αφγανιστάν: Καμπούλ. Εκεί μας περίμεναν οι συνάδελφοι προηγούμενων αποστολών και κάτω από δυνατή βροχή, μετακινηθήκαμε στο στρατόπεδο που είχε διαμορφωθεί κατάλληλα για τους λόχους, ορισμένων από τα κράτη που απάρτιζαν την ειρηνευτική δύναμη. Πιο συγκεκριμένα στο στρατόπεδο που έδρευε η Ελληνική δύναμη, υπήρχαν Ιταλικές δυνάμεις (που ασκούσαν και την διοίκηση του λόχου), Ισπανοί, Ολλανδοί και Δανοί.
   Το κτίριο της ελληνικής δύναμης, ένα από τα πλέον κατατρυπημένα από σφαίρες και όλμους κτίρια εκείνου του στρατοπέδου, που όπως μάθαμε αργότερα υπήρξε Ρωσική Στρατιωτική Σχολή Αξιωματικών, ήταν το δεύτερο αριστερά μετά την είσοδο και πίσω από το κτίριο με τους κοιτώνες των Ιταλών. Είχε διαμορφωθεί κατάλληλα, αλλά ακόμα δεν ικανοποιούσε απόλυτα τις ανάγκες διαβίωσης του προσωπικού. Το πρώτο μέλημα του λόχου ήταν αυτό. Έτσι όταν ανέλαβε ο νέος Διοικητής και επαναπατρίστηκε το προηγούμενο τμήμα συναδέλφων που είχε ολοκληρώσει την αποστολή του, ο στόχος του ήταν να δημιουργήσει ξεχωριστά δωμάτια για τους αξιωματικούς, θαλάμους που θα στέγαζαν τουλάχιστον 8 οπλίτες και ξεχωριστό δωμάτιο για τον ίδιο και τους αξιωματικούς- διοικητές των διμοιριών. Η προσπάθεια του ευοδώθηκε και σε λιγότερο από ένα μήνα, εκμεταλλευόμενες τις ξυλουργικές δεξιότητες ορισμένων αξ-κών και οπλιτών, το έργο τελείωσε. Το κτίριο της Ελληνικής αποστολής εκτός του Γραφείου του Διοικητού και των επιτελών, των θαλάμων, του Ιατρείου, διέθετε μια υποτυπώδη Εκκλησία, που χρησίμευε και ως καταφύγιο στις περιπτώσεις που δίνονταν συναγερμός λόγω επιθέσεων των Ταλιμπάν και γυμναστήριο που όμως το σύνολο των οργάνων του ήταν κατεστραμμένα. Αργότερα και μετά από δική μου παρέμβαση δημιουργήθηκε μια βιβλιοθήκη. Εκεί τοποθετήθηκαν όλα τα βιβλία που βρέθηκαν σε διάφορες γωνιές του κτιρίου πεταμένα (το πιθανότερο από προηγούμενους συναδέλφους) αλλά και βιβλία που έφεραν μαζί τους κάποιοι και θεώρησαν ότι θα ήταν πιο χρήσιμα εάν τα τοποθετούσαν στα ράφια της βιβλιοθήκης. Διαχειριστής δεν υπήρχε, αλλά μονάχα ένα σημειωματάριο όπου ο καθένας έπρεπε να γράφει το ονοματεπώνυμό του όταν χρεωνότανε ένα  βιβλίο. Το σημειωματάριο το είδα λίγο πριν φύγω άδειο από ονόματα. Ο μοναδικός επισκέπτης της βιβλιοθήκης ήμουν εγώ, όχι γιατί διάβαζα συνεχώς αλλά γιατί ήταν ο μοναδικός χώρος του κτιρίου, που θα μπορούσε κανείς να βρει περισσότερη ησυχία και να ηρεμήσει από τους δυνατούς ρυθμούς της αποστολής. Εξάλλου σε τέτοιου είδους αποστολές, οι άνδρες εύρισκαν περισσότερη ευχαρίστηση στην θέαση ασέμνων μεταμεσονύκτιων ταινιών, παρά στην ανάγνωση μυθιστορημάτων και ποιήσεων. Κάποια στιγμή περί τα μέσα του Δεκέμβρη του 2002 ο Διοικητής «κατάλαβε» ότι η δημιουργία της βιβλιοθήκης δεν ήταν καλή ιδέα αφού δεν εξυπηρετούσε το σύνολο των ανδρών (η αλήθεια ήταν ότι εξυπηρετούσε μόνο εμένα) και εξέφρασε την άποψη ότι θα έπρεπε να δημιουργηθεί στην θέση της κάτι άλλο. Έπεσαν κάποιες ιδέες στο τραπέζι των συγκεντρώσεων αλλά δυστυχώς καμία δεν άρεσε. Ο Διοικητής δεν πρόλαβε να υλοποιήσει την σκέψη τους καθ΄ όσον τον Ιανουάριο του επόμενου έτους επαναπατρίστηκε. Η βιβλιοθήκη παρέμεινε για μένα ένα ησυχαστήριο, μέχρι και την ημέρα που αποχαιρετούσα την Καμπούλ.
    Εκεί, στα πρόχειρα τραπέζια που είχαν στηθεί με τις ξύλινες καρέκλες, γράφτηκαν τα ποιήματα που ακολουθούν στις επόμενες σελίδες. Προσπαθούσα συνεχώς να απομνημονεύσω εικόνες από τις συχνές περιπόλους στην πόλη της Καμπούλ, από τις μετακινήσεις μας στο πεδίο βολής, από τις μικρές εξόδους στους δρόμους της μεγαλούπολης, με τους αργούς ρυθμούς, τους μεγάλους δρόμους, τα τραυματισμένα κτίρια από τους όλμους και τις σφαίρες, τις γυναίκες με τις μπούρκες και τα αξύριστα πρόσωπα των Αφγανών με την ανυπόφορη μυρωδιά της τσίκνας που ανέδυαν τα σώματά τους. Είχα πάντα την αίσθηση ότι όλη η βασανισμένη Καμπούλ μύριζε σαν ένα τεράστιο αποχωρητήριο.
     Κατά την εκτέλεση των υπηρεσιών μας, πραγματοποιούσαμε ατελείωτες διαδρομές, περνώντας μέσα από εκτάσεις ναρκοθετημένες, από της υψίστης ασφαλείας φυλακές στα περίχωρα της Καμπούλ, από τους επιβλητικούς υψικαμίνους όπου κατασκευάζανε τούβλα, από άσχημα χωριά όπου η φτώχεια είχε γίνει ένα με τους ανθρώπους, πλην του γέλιου των μικρών που παρέμεινε και εδώ το ίδιο. Τα ξυπόλητα παιδιά, μας χαιρετούσαν τρέχοντας δίπλα και πίσω από τα τεθωρακισμένα οχήματα, χωρίς την έννοια του κινδύνου αλλά προφανώς συν επαρμένα από εμάς, που μπροστά στα μάτια τους φαντάζαμε ως απρόσκλητοι επισκέπτες από άλλες περιοχές που κρατούσαν ως εγγύηση στα χέρια τους το όπλο και την ειρήνη. Πόσο ψέμα μέσα σε μια εικόνα.
    Ζήσαμε καταστάσεις που κάτω από άλλες συνθήκες ούτε που θα σκεφτόμασταν ότι θα μπορούσαν να υπάρξουν ή να υπάρξουμε εμείς μέσα σε αυτές. Στο πεδίο βολής, μας πλησίαζαν γέροντες που προσπαθούσαν να πουλήσουν τα παιδιά τους έναντι ενός νομίσματος για ερωτική συνεύρεση, στην αγορά μας κύκλωναν παιδιά με τα χέρια υψωμένα εκλιπαρώντας για ένα ευρώ ή δολάριο, ενώ στον ζωολογικό κήπο εθεάθησαν οι χιμπατζήδες με κομμένες τις μύτες. Όπως μάθαμε αργότερα κάποιοι τις είχαν κόψει για φαγητό!
   Στο γήπεδο ποδοσφαίρου της Καμπούλ, παρακολουθήσαμε το παραδοσιακό παιχνίδι των Αφγανών το Μπούζκασι, όπου δύο ομάδες από καβαλάρηδες, προσπαθούσαν να τοποθετήσουν ένα κουφάρι κατσίκας σε ένα κύκλο στην μέση του γηπέδου. Φυσικά ζωσμένοι με όπλα και αλεξίσφαιρα γιλέκα κάτω από το βλέμμα αδιάφορων και μη Αφγανών πολιτών. Το απόγευμα γυρνούσαμε στο σπίτι μας, στην βάση μας, εκεί που μας περίμενε μια ζεστασιά και μια αόρατη φροντίδα. Ασφάλεια. Η βιβλιοθήκη της ειρηνευτικής δύναμης αποτελούσε ένα μοναδικό καταφύγιο για να βάλω κάτω τις σκέψεις μου και να αριθμώ τις λέξεις σε μια προσπάθεια να αποτυπώσω αυτό που ζούσα, συγκλονισμένος.
     Κάπουκάπου εμφανιζότανε ο διοικητής και από την μικρή πορτούλα ξεμύτιζε ρωτώντας με τι ασχολούμαι. Όταν μετά από πίεση, του είπα ότι γράφω ποίηση, χαμογέλασε πικρά, ένα ειρωνικό μειδίαμα διαγράφηκε στα χείλη του και με καληνύχτισε. Από τότε ποτέ δεν με ενόχλησε και με άφησε να βουτώ κάθε απόγευμα και βράδυ μέσα στους στίχους, τις λέξεις, τα ποιήματα και να μεθώ από το καλό ή κακό δημιούργημα ως αμπελουργός που δοκιμάζει το κρασί και  μέχρι το τελευταίο ποτηράκι, έχει ήδη ζαλιστεί και περιμένει το σιωπητήριο για να κλείσει το μάτι.











Τελευταίες ημέρες Σεπτέμβρη,
Αρχές του Οκτώβρη

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

Κίτρινο βαθύ Φθινόπωρο
κι ένας άρρωστος Σεπτέμβρης με συμπτώματα γρίπης.
Ενοικιαστήριο προσωρινό πληρώνει η ζωή μου,
σ΄ ένα αρσενικό αφιλόξενο στρατώνα. 
Έστρωσε ατάκτως τα ξεραμένα φύλλα του ο μεθυσμένος μήνας, σκεπάζοντας με το κίτρινο σεντόνι του,
της γης τα εναπομείναντα ζωντανά μέρη.
Κατοίκησε έσχατος και ντροπαλός μέσα μου,
αναπάντεχα και απροσδόκητα.
Μύριζε πρώιμη βροχή, μύριζε και ξαφνικό κρύο.
Χουχούλιασα και ρίγωσα μέσα στα σιδερωμένα χακί.
Τρεις μήνες ενέχυρο, συγχρόνως και η εξόφληση.

Δειλά ο μεστωμένος ήλιος
μεγάλωνε πάνω από τα κουρεμένα κεφάλια μας,
στο αυστηρό πρωινό
κι έπαιρνε αγκομαχώντας την υπέρ ταχεία του χρόνου,
να μπολιάσει στη νοτισμένη δύση της ημέρας τα σπασμένα κομμάτια.
«Σε παρακαλώ» μέσα απ΄ τη παγερή σιωπή
και τ΄ όμοιο σκοτάδι των απογευματινών καψερών ηλιαχτίδων.
Στη βρεγμένη σιωπή,
στα μουδιασμένα χαμόγελα των νιόφερτων ανδρών,
στις πρωινές ώρες του γριπωμένου Σεπτέμβρη.

Έπιανα την βαριά καρδιά μου, μια κρύα φλούδα πεύκου ξεκολλούσε.
Αντίκριζα το ψηλό βουνό,
τόσο μικρό αυτό το βουνό με σκονισμένα κυπαρίσσια.
Η εγκυμονούσα ψυχή μου μια μικρή σημαία που γνώριζε να σωπαίνει.
Πόσες μορφές να πάρει τούτη η σιωπή.
Όσες οι σιωπές τόσοι και οι άνθρωποι.
Μετρούσα την σιωπή της ψυχής
με το δεξί δείκτη υψωμένο κάθετα στα δύο χείλη.
Δεν μπορείς να μιλήσεις.
Δεν έχεις το δικαίωμα, ούτε θα έχεις την ευκαιρία.   
Μετρούσα τα βήματα των άλλων,
διαιρούσα κι έβγαζα τα δικά μου στο πηλίκο.
Επιτραπέζιο παιχνίδι στην αχανή αρένα
καθώς έβλεπα την αλλαγή φρουράς.
Μπροστά σκυφτός ο γέρος Δεκανέας, νέος γερασμένος χρόνος.
Άχρονος διαμελιστής σκοπών, ταχυδρόμος όπλων και φυσιγγίων.
Πέφτανε στάλες, ο σκουριασμένος τσίγκος  τις σιγοντάριζε.
Και πάλι εν δυο, ψηλά το ακούραστο χέρι, ίσιο το ακοίμητο όπλο, δυνατά το σταθερό πόδι.
Γυναίκα απάτη η διαρκής βροχή.
Πάλευε, ερωτοτροπώντας με το ξερό, ουδέτερο χώμα.
Αναζήτηση.

Εγώ, 
το άπλετο στενάχωρο εγώ, στο άνετο εμείς,
περίμενα απ΄ ώρα σε ώρα να σταματήσει
παίρνοντας τον δρόμο της ξενιτειάς
του αποχωρισμού, του Χειμώνα και της Άνοιξης. Τόσο θα διαρκούσε το ταξίδι αυτό στον πακτωλό ποταμό. Οκτώ μήνες και τρεις εποχές.


Πικροδάφνες πότιζαν οι μικρές και μεγάλες στάλες!

Μάνα ορφανή, καλή μου μάνα, πως στέκεσαι έτσι;
Μην καίγεσαι έτσι, κομμένη καλαμιά του κάμπου.

Στην μέση του κύκλου χορεύουν αντάμα,
Ο γκρίζος ουρανός κα ιη ετοιμόγεννη γη.
Μάχονται εντός μου. 

Κούφιο πικραμύγδαλο η ειρήνη και ένας λάγνος πόλεμος κοχλάζουν μέσα μου. Σύνθεση παράταιρη στα τραπέζια των λαών του κόσμου.
Ξερό, ετοιμόρροπο λαρύγγι να σπάσει.
Μια πλίθινη πηγή από έρημο στην έρημο.
Στέγνωσε από την αιώνια ανομβρία των λέξεων.
Πώς να ξεδιψάσω από το άνυδρο των χρόνων;
Τα αγιάτρευτα ερωτήματα μικτά μουσκεύουνε,
Πέφτουν από τις χαλασμένες ράγες των αρχαίων συρμών.
Οι επιταγές ανεξαργύρωτες με σκουριασμένες άγκυρες
Οπλισμένες περίτρανα και θανάσιμα.

Στενάζουν οι μολυσμένοι κοριοί.
Μικρές παγίδες, αλώνουνε το μισοφαγωμένο στρώμα.

Ο θεός μας έστειλε την φθινοπωρινή καταιγίδα.
Η αποδιωγμένη σιωπή μας, σταμάτησε με το αυστηρό αλτ του Δεκανέα.
Είχε τελειώσει η αλλαγή των δειλινών σκοπών.
Ο ήχος λόξιγκας μιας σταγόνας στο τσίγκο.
Χνώτο ζωγραφιστό πάνω στο λερωμένο τζάμι.
Τα θηκάρια είχαν γεμίσει από λάμες και σκέψεις.
Απλώσαμε τα κουρασμένα σώματα, στα μουχλιασμένα στρώματα, μουχλιάσαμε αμέσως και εμείς.
Το άνετο εμείς και το αγχωμένο εγώ!

Οι αεικίνητες φιγούρες κλαμένων γυναικών ξυπνήσανε,
Μέσα στα χιαστί πλέγματα των στεναγμών και των σιδερένιων κρεβατιών.
Βλέπαμε τους δρόμους της ζωής από δω.
Φταίει η δυνατή βροχή, ο μαύρος βαρύς ουρανός;
Οι φάλτσες ανδρικές φωνές από τους διπλανούς θαλάμους,
Μακρινά μοιρολόγια, μιμήσεις νεκρικών ακολουθιών
Που αψηφούν – λένε υστερικά-τον θάνατο,
Όταν παίρνει τα όνειρά μας στο παρόν και υποδαυλίζει το εμπρός.

Κόπασε επιτέλους η βροχή,
Το χέρι άπλωσε δυο στάλες δροσιά στα κουρεμένα μαλλιά.
Κόπασε και η σιωπή.















1η Νοέμβρη

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Ανεμοδείκτες οι σκέψεις λαχταρούν να φτάσουν στο τέρμα.
Στη άγνωστη Δύση θα κοπεί το νήμα.
Στης ανατολής τα μέρη θα ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο.
Μυστήριο με τη βολίδα έτοιμη να σκάσει εντός των λέξεων.
Θρύψαλα οι φθόγγοι και οι γραφές.  
Θα τουφεκίσουμε τον πόλεμο, γιατί έχουμε έφεση στο Θάνατο, εμείς!
Ο πόλεμος θα πεθάνει μαζί μας!

Και τραγουδώντας και τραγουδώντας, όλοι μαζί,
κάτω από το φως του ουρανού μας. 
Είναι ωραία μέρα να πεθάνει κανείς!

Πανηγύρι ο θάνατος.
Σαν απλώνει το σκεπασμένο με τα δρεπάνι χέρι του
του κλείνουμε πονηρά το μάτι. 
(η καημένη  Καμπούλ ήτανε μακριά ακόμα)

Που ξεκινούν και πάνε; Ρωτάνε περίεργα περιπατητές στα μονοπάτια που διαβαίνουν τις ιτιές και τα κυπαρίσσια,
Τόσα αμούστακα παιδιά και άφοβοι άνδρες;
Στήνει γάμο και χαρά ο  πόλεμος;

Κι αυτός ο πόλεμος;
Τι νεκρική σιγή το πανηγύρι του.
Τι νεκρική σιγή, στο «προσοχή» η σιγή του θανάτου!

Αντίο λοιπόν μην ξεχάσω να πω.
Αντίο δρόμοι,
Που περπάτησα,
Που έκλαψα,
Που πόνεσα.
Αντίο και πάνω σας ξόδεψα
Τόσες πατούσες υποδημάτων.


 


2 Νοεμβρίου

 

ΣΤΑ ΑΓΕΝΝΗΤΑ ΦΕΓΓΑΡΙΑ


Στ΄ αγέννητα φεγγάρια αγάπες μου προσεύχομαι.
Να λάμπουνε σαν άστρα.

Ακάνθινους δρόμους γυρισμού ας χαράξουνε
Κι αφού διαβώ των ακριτών τ΄ απόρθητα κάστρα,
Τα στήθη ορνέων γυναικών,
Σεμνά και σεβάσμια θα ψηλαφίσω.
Μην πέσω, μην υποκύψω στης αμαρτίας την εντολή
Κι ύστερα θα οσμίζω τα δάκρυα της γης,
Κι ύστερα ανάσα και πάλι ανάσα.



ΔΙΑΔΡΟΜΗ
10 Νοεμβρίου

Μια διαδρομή υάκινθους ονειρεύτηκα.
Ποταμούς στεγνών δακρύων γεύτηκα.
Είναι το χαμόγελό σου, στο βαθύ γαλάζιο.

Των βουνών τους ήχους αφουγκράστηκα.
Στις κορυφές ν΄ αναδυθώ, κουράστηκα.
Είναι ένα μυστικό, στο βαθύ γαλάζιο.

Στων κυμάτων το πλατύ κοιμήθηκα,
Στων ερώτων την πηγή ξεπλύθηκα.
Μία η ανατολή, στο γαλάζιο σου χαρτί.

Αέρηδες στον κόρφο σου, γλυκολαλούνε.
Σειρήνες όνειρα, με πόθο σε καλούνε.
Η αλλοτινή φύση, στο γαλάζιο σου χαρτί.



 

 

15 Νοεμβρίου

 

ΜΕΡΑ ΜΟΥ


Της αγάπης έμαθα τον λαβύρινθο.
Φυλλωσιές αδρόσιστες στο πυρόξανθο.
Αμαρτία είμαι εγώ.
Μια στιγμή!
Να σιωπήσω!
Τον ομφάλιο της γης μην αφήσω.
Μέρα μου, παρθένα.
Αγέννητη.

Στου Αι Δημήτρη τη χρονιά, μέρα μέθυσα.
Στα κλειστά της ξενιτιάς,  αιμορράγησα.
Και ο κτύπος της καρδιάς
Σαν χαλάζι,
μ΄ ένα νύχι γυάλινο,
με χαράζει.
Μέρα μου, αγνή.
Αγέννητη.

Μες της γης τα σωθικά, λάβα ντύθηκα. 
Πέρασα απ’ της πηγής, μα δεν πλύθηκα.
Ζει, απρόσμενα η ψυχή.
Φτερουγίζει.
Η ζωή, μια ρωγμή.
Με ακοντίζει.
Μέρα μου, μητέρα.
Αγέννητη.

 










26 Νοεμβρίου

ΑΓΑΜΗΜΕΝΗ ΜΟΥ

Τι να σου κάνει μια καληνύχτα στην ερημιά του στρατοπέδου;
Πως προσπαθώ να ξεγελάσω την μοναξιά
με μια βουβή καληνύχτα κολλημένη στο κόκκινο των χειλιών
μεταφέρει τραύματα από στόμα σε στόμα και
από μια ανδρική αγκαλιά σε μία άλλη κλειστή.
Πόσες φορές να την πω,
πόσες φορές μπορώ να την ακούσω,
να ξεγελάσω τις σκιές
που άλλοτε μονάχες και άλλοτε ζευγαρωτές,
περπατούν με τις κάνες των όπλων
να εκλιπαρούν τους ουρανούς των δωματίων,
να συγκατανέψουν στο πόνο, το κλάμα,
τον βουβό οίστρο μιας σύντομης συνάντησης μέσα στο όνειρο.
Δειλά υποκλίνομαι δεχόμενος και έναν εφιάλτη.
























Ξεκινά ο Δεκέμβριος

ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΧΑΡΑΔΡΕΣ

Στις γρανιτένιες πλαγιές, είδα,
Τις τσαλακωμένες ανηφοριές
Που κλείδωναν τα βήματα των ανδρών, είδα.
Κάτω από το δίχτυ της μπούρκας,
Τις ρυτίδες ανέγγιχτων γυναικών, είδα.
Στις διαρκείς ερωτήσεις κωπηλάτησα, κ είδα
στο βαθύ χρώμα του μαύρου,
Κορίτσια με πολύχρωμες φορεσιές.
Πριν αρρωστήσουν από κείνη την φυσική ασθένεια
που την λέγανε ειρήνη και πεθάνουν
από τα χέρια μισογύνη επαναστάτη, είδα
το σκεπάρνι καρφωμένο στον αφίλητο σβέρκο.
Φτάνει πια.
Να λυσσομανούν οι αδέσποτοι σκύλοι για την σάρκα αθώων, είδα.

Έχουν μικρά αυλάκια στο πρόσωπο, οι σαβανωμένες γυναίκες.
Δεν πρόλαβαν να γίνουν γυναίκες.
Αρυτίδωτες μικρές ανεμώνες.
Μέσα από την μπούρκα, η ταραχή και η ανημποριά, γλιστράνε
να δραπετεύσουν από την τσάκιση του υφάσματος.

Εκεί, φτηνές γυναίκες της αιώνιας Καμπούλ
Πίσω απ΄ το σταχτί τ΄ ανέμου που ερωτευτήκατε
Την φευγάτη λευτεριά
Μέσα στις σπηλιές που δώσατε φιλί στις ζωγραφιές
Να πεταρίσουν με τα γράμματα του αλφαβήτου
Στα αμμοχάλικα που σκόρπισαν για να ξεφύγετε
απ΄ το κακό βλέμμα της Δύσης
στέκετε μια λύπηση σαν μαύρη μεσίστια σημαία
με το σχοινί της θηλιάς στον ιστό ενός αγέρωχου δένδρου.
Θα πρέπει να έχουν χαράδρες στα πρόσωπα και όχι απλώς ρυτίδες!



 

 

5 Δεκεμβρίου

 

ΔΡΟΜΟΙ ΑΠΟ ΧΑΜΟΜΗΛΙΑ


Σαν βγεις από την κεντρική πύλη,
πέρα απ΄ τα στημένα συρματοπλέγματα,
τι θα συναντήσεις αγέρωχε πολεμιστή της ειρήνης;
Ξύλινες στολισμένες άμαξες με κίτρινα χαμομήλια,
γιασεμιά, τριαντάφυλλα και ζουμπούλια να τριγυρνούν
στον κεντρικό κατάμεστο δρόμο της Καμπούλ.

Αμέτρητα φορτηγά γιομάτα πολύχρωμες χάντρες.
Φορτωμένα με ζωές και ζωές να τρέχουν αλαφιασμένες στους δρόμους
να ζήσουν ακόμα μια μέρα, να ονειρευτούν, να υπάρξουν, να εκλιπαρήσουν, ν΄ αρπάξουν, απ΄ τον λερωμένο γιακά
τους μελαψούς ανθρώπους της, να τους στυλώσουν.

Θεόρατα σπαθιά, μιας χρόνιας φοβέρας,
Ασθένειας φθονερής καλύπτουν το δεξιό τμήμα  στο μήκος της διαδρομής, Στρατοπέδου- Καμπούλ.
Αμέτρητες πολύχρωμες μπούρκες, αόρατα σώματα, πυγολαμπίδες ημέρας.
Χιλιάδες βράκες, άτιμα και έντιμα βήματα, κορμιά που δένουν στο μίσος, κορμιά που χωρούν σε φυλές και φατρίες.
Η ντροπή περπατάει για να ζήσει.

Γυναίκες της δύσμοιρης Καμπούλ,
που φορέσατε τα μύρια χρώματα
και γίνατε λουλούδια!
Ανεβείτε στα φορτηγά και στις άμαξες με τα χαμομήλια.
Χρέος στη ντροπή, η ζήση.










14 Δεκεμβρίου
ΟΙ ΝΥΧΤΕΣ ΣΤΗΝ ΚΑΜΠΟΥΛ

Δεν είναι οι νύχτες στην Καμπούλ,
Σαν άγγελοι ωραίοι
Μοιάζουν πολύ σαν πόρνες του θανάτου.
Μικρές και ασήμαντες, σκορπούν χολή,
Σαν καρφιά στο σταυρό του αθανάτου.

Γερνούν νωρίς, κι αλλάζουν χρώματα.
Βογκούν από τον πόνο.
Κόκκινες, κίτρινες, ξανθές φωτοβολίδες.
Είναι οι ανάσες του εχθρού που μέσα τους τρυπώνω.
Πίσω απ΄ της νύχτας τις χρυσές πυγολαμπίδες.

Δεν τις μπορώ τις νύχτες στην Καμπούλ.
Στο θάλαμο λαξεύουνε τις λέξεις,
Σπάνε τα τσέρκια με θυμό. Βοούν νεκρά πουλιά.
Στρατιώτη ονειρεύεσαι μια μάχη για να παίξεις;

Δεν είναι οι νύχτες στην Καμπούλ,
Ως άνθρωποι ωραίοι.
Ως έκπτωτοι που χάσανε τα άσπρα τους φτερά.
Είδα τις νάρκες μες τα μάτια της ψυχής,
σ΄ ένα λυχνάρι που ο καπνός ποτέ δεν σταματά.

Κι ύστερα λένε οι σύντροφοι,
                                           τις νύχτες μαζεμένοι:
«Πλησιάζουμε την Κόλαση. Το φέγγος  για λυχνάρι»
Ωχρά τα πρόσωπα κοιτούν  κι οι τοίχοι των θαλάμων
σαν μέταλλο στεγνοί. Στον διάδρομο ανάβει ένα φανάρι.

Σφαλίστε! Είν΄ επιταγή.  Μην τολμήσουνε,
Στις νύχτες μας και ζούνε,
Εφιάλτες πια, δεν τους θωρώ. Ξέρω μόνο πετάνε!
Στις κάνες στρατιωτών αηδόνια τραγουδούνε.
Σαν τις σειρήνες μας καλούν και κάπου αλλού τους πάνε!




15 Δεκεμβρίου 2003 (13: 36 Ώρα Καμπούλ)

Διάλογος στον δρόμο της Καμπούλ (Αφγανιστάν)

Ο ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΚΑΙ Η ΓΥΝΑΙΚΑ

-          Τι με ρωτάς γυναίκα.
     Ποιος με όρισε ρυθμιστή των ψυχών σου;
     Των παραλογισμών σου;
     Σου απαντώ με έπαρση ορθώς.
     Εγώ κοιτώ και απαντώ: Κανείς, παρ΄ εκτός ο λογιστής των
     μερτικών σου.
     Είσαι στο τέλος μια θηλιά,
     μια ανεκπλήρωτη γραφή των διαθηκών σου!
     Ποιος λέει (πες το χωρίς σκέψη)
     Το μαντήλι, μπούρκα έχω μάθει πως το λεν, γυναίκα θα το ρίξεις;
     Σταμάτα, έχουν το χρώμα τ΄ ουρανού τα μάτια που δεν βλέπω;
     Μήπως σκληρός ο ήλιος που λογά, τ΄ αυλακωμένο  πρόσωπο,
     στο χρόνο μη το δείξεις;
    
-          Είναι πληγή ο χρόνος και μετρά, πάντα με λάθη και κινά.
-          Είναι καιρός να λυτρωθείς, τον ήλιο να αγγίξεις.
     Τέλος ποιος την συννεφιά σου λέει: διάλυσε την;

    -Μα η συννεφιά;  του απαντά χωρίς να απαντά (σταμάτα τσάκισέ την)
 
   -Ο ήλιος,
     Είπα! ο ήλιος είν΄ σκληρός. Κι άμε γυναίκα να κρυφτείς.
   -Γιατί το κάνεις; Θα νοιαστείς; Εδώ δεν νοιάστηκε κανείς!
   -Λένε πως πιάνεις χώμα το ζουπάς και βγάνεις νάμα;
   -Πάω γυμνότερη ως την σπηλιά του μεταξιού και ανάβω τάμα.
     Εσύ τι θέλεις,  τι λογάς κοψο-μεσής του δρόμου;
   -Να πάρω γεύση από το στόμα ενός εντόμου!

 



18 Δεκεμβρίου


ΑΟΡΑΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ

(γυναίκα του Αφγανιστάν)


Κάτω από την πολύχρωμη μπούρκα,
το μπλε των ματιών δεν ξεχωρίζει.
Είσαι αόρατη σκιά,
Φάντασμα στους πολύβουους δρόμους
στα πλίνθινα χωριά  και στις μεγάλες πόλεις.
Έτσι μπορείς να ζεις,
σαν μια αόρατη σκιά,
σαν φάντασμα στους δρόμους.

Μπορείς και περνάς, μέσα από τοίχους,
πέτρες λάπις, σπηλιές με αιμοδιψείς αντάρτες,
μπορείς να ταξιδεύεις αόρατη γυναίκα της Καμπούλ.
Άυλη σκιά και φάντασμα στους λιγδωμένους δρόμους.

Είσαι μια λέξη,
Μια μικρή τιποτένια λέξη, αν μπορεί να υπάρξει ποτέ στους αιώνες τιποτένια λέξη!  
Μια μαύρη κουκίδα στίξης στη νύχτα που πλέει στα μάτια μας.
Τα μάτια σου φυλακισμένα πίσω από δίχτυα.

Πεταμένη στην ώρα, στη μέρα, στο χρόνο. 
Διωγμένη από αγκάλη μάνας, πατέρα, συζύγου.
Καθισμένη στην σκασμένη άκρη του κεντρικού δρόμου.
Μια νάρκη!
Πέτα την μπούρκα να φανεί το μπλε των ματιών σου!

Εξοστρακισμένη.
Στο μακρινό ποτάμι του χωριού σου.
Σε απόκρημνα όρη που δεν πάτησες.
Σκοτωμένη γιατί πόθησες τη λευτεριά.
Ατιμασμένη γιατί θέλησες να δεις.
Πότε θα βρεις τα μυστικά σημάδια που αλλάζουν την μορφή σου
Κάτω από κείνη την γκρίζα φυλακή φτερούγα που στιγματίζει τα μάτια;
Ποια φτερούγα είναι φυλακή;


Με πίκρα κεντάς την φυλακή
και ξετυλίγεις τον μίτο που οδηγεί στο αδιέξοδο.

Σου έπιασαν και πάλι βίαια από το μπράτσο
Αφόρητος πόνος
Κάνει ένα γύρο από τις άλλες έννοιες σου,
βαθύ σημάδι στο δέρμα σου,
πριν χωθεί παραμάσχαλα δίπλα από το ψημένο ψωμί.


Ο ΗΧΟΣ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ


1 Ιανουαρίου

Ακούγεται στο βάθος του διαδρόμου, ο ήχος της Πατρίδας.
Φωτίζει η φεγγαρόσκονη κι η πόρτα ξύλινη,
πό της σάπιας βίδας, το πήγαινε έλα έτοιμη να σπάσει.

Και τούτο στρατιώτη θα περάσει.

Ακούγεται ψηλά σαν κρόταλο, ο ήχος του θανάτου.
Πόση απόλυτη ερημιά, μέσα σε μία μυρωδιά.
Σαν βότσαλο που γλίστρησε, στης θάλασσας τον πάτο.

Και την ψυχή μας θα δαμάσει.

Οι κύκλοι χάθηκαν και δεν θα βγει, κείνη η γοργόνα που ρωτά,
για τον χαμένο βασιλιά.
Αφήστε τον να κοιμηθεί, είναι αργά κι έχει κρυώσει το κορμί.

Τον δρόμο του έχει χάσει.











10 Ιανουαρίου


ΦΥΛΕΣ

Μες στην κοιλάδα του Πανσίρ,
Απόρησε ο λερός μικρός με το τύμπανο κρεμάμενο στους ώμους
Και τη σκανδάλη βέρα στο δάκτυλο.
Πως έφτασαν ως εδώ τόσοι πολλοί ξένοι;
Τόσοι στρατιώτες κρυμμένοι πίσω από το αλφάβητό τους.

Στο τετράδιό του μουντζούρωνε ακόμα αριθμούς σκοτωμένων.

Χαζάροι, Παστούν,  Τατζίκοι, Αϊμάκοι,
Τουρκομάνοι, Βαλούχοι, Μπαλόχ, Πασάγοι, Νουριστάνοι, Μπραχούι, Παμίροι, Γκουρτζάρ και Ουζμπέκοι
κουβαλούν στις πλάτες τους,
σ΄ ένα άπλυτο δισάκι την έχθρα των αιώνων.
Ανεμοστρόβιλοι φυλές σκορπίζουν και σκορπίζονται.

Σαν φύλλα,
Σαν σκόνες, στάχτες,
και σκουπίδια.

Που πάνε ;
Ποιοι είναι τούτοι που ήρθανε;
Τι γυρεύουν;

Ας τους αφήσουμε μονάχοι τους να παίζουν, με τις σπάθες, τις χατζάρες με τις μοίρες τους.
Στο σκάκι από λάπις, υπάρχει πάντα η ισοπαλία!











12 Ιανουαρίου

ΦΩΣ

Φως.
Μισήσαμε
Φως απόλυτο.
Τολμήσαμε.

Θα καταλάβουμε.
Θα υπάρξουμε.
Θα μεταλάβουμε.
Θα αλλάξουμε.

Φως.
Ράπισμα, διαλύτης σκιών.
Φως ιλαρό, φως λαών,
μιλήσαμε.

Να καταλάβουνε
Να υπάρξουνε
Να μεταλάβουνε
Να αλλάξουνε.

 

 
















13Ιανουαρίου

 

ΨΑΧΝΩ


Τι να αξίζει άραγε,
Πιότερο από το χαμόγελό σου;

Ο ήλιος;         
Η πέτρα;
Ο άνεμος;

Ψάχνω να βρω το χαμόγελό σου.

Στον πέτρινο ήλιο.
Στην ηλιοκαμένη πέτρα.
Στον σκονισμένο άνεμο.

 


Αρχίζει ο Φεβρουάριος


ΛΑΜΨΕΙΣ ΣΤΟΝ ΟΡΙΖΟΝΤΑ

Λάμψεις.
Λάμψεις μέσα στη αφέγγαρη νύχτα.

Είναι ο ρακοφορεμένος εχθρός που καιροφυλαχτεί
Και στην μεριά του απλώνει την πραμάτεια.
Στο παζάρι των ψυχών πάντα τοκίζεται ο άνθρωπος.


 





 



14 Φεβρουαρίου

ΔΥΟ ΩΡΕΣ ΜΠΡΟΣΤΑ


Πλίνθινα ανήλιαγα σπίτια.
Βολβοί.
Σκάει η ανθρώπινη μούχλα.
Μυρωδιά στερημένης ανδρικής συνουσίας.
Την μεταφέραμε.
Απ΄ τα κορμιά μας ξεχωρίζω τα πρησμένα χέρια.
Από την καρδιά μας, την αθώα σκουριά και το πυρωμένο σίδερο.
Πεθαμένες λέξεις τα σώματα, σε λάκκους εκατέρωθεν
Των βομβαρδισμένων περιθωρίων των εποχών.
Ο πόλεμος λένε οι μεγάλοι και μαθαίνουν οι μικροί,
Δεν τελειώνει ποτέ. Όσο ο χρόνος υπάρχει, ζει και ο πόλεμος.
Απέθαντος!
Όλα είναι πόλεμος.
Μεγαλώνουν με το παραμύθι και τους μύθους του.
Μεγαλώνουμε με τα παραμύθια και τους μύθους μας.
Ξεροπόταμοι τα χείλη.
Γέννηση, ζήση, θάνατος, ούτε τριάντα χρόνια,
Δεν φτάνουν να μετρώ στα δάκτυλα.

Σκύβεις, πιάνεις το χώμα,
Το κεντάς
Δικές σου είναι οι λέξεις δεν τις παίρνει κανείς,
δικός σου και ο πόλεμος
-μην φοβηθείς χαμένε ποιητή-
Στο τέλος είσαι ο κλέφτης;
Τι ντροπή και τούτη!
Να είσαι και να λέγεσαι ποιητής!
Έρχεσαι εδώ,
Καύχημα του ταξιδιού,
Πηγή που αναβλύζει ειρήνη και δημοκρατία
Μα κρατάς όπλο.
Ποια δημοκρατία δεν κρατά όπλο;
Αυτή που είναι όνειρο.

Ποια δημοκρατία δεν είναι δύο ώρες μπροστά;
Πως θα θέλανε και οι σοφοί της γης να είναι δύο ώρες πίσω;



Τελειώνει ο μήνας


ΕΙΚΟΝΑ ΣΤΗ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΚΑΜΠΟΥΛ


Στης ζωής το πέλαγος με γεννήσανε.
Στ΄ άσπρα σύννεφα της γης με κοιμίσανε.
Η ασημένια αγκαλιά τ΄ ουρανού μας
Με υποδέχτηκε.

Το πελώριο στόμα της με νανούρισε.
Μέσα από την στάχτη της ανθοφόρησε.
Κι όταν η θαλπωρή γίνηκε χάδι
μ΄ ερωτεύτηκε.

Μια ωραία άνοιξη την παντρεύτηκα.
Απ΄ του πόθου την πληγή πως γιατρεύτηκα!
Κι η ανείπωτη λαλιά πήρε σάρκα.

                                Ταίρι μου ακυβέρνητο.

 

ΞΗΜΕΡΩΣΕ!


Χάλκινη μέρα ρόδισε
Ανάμεσα στις λέξεις και τους γαιόσακους.
Τις στεφάνωσε.
Στα όρη
Στην πεδιάδα
Στην θάλασσα

Έρημος, κίτρινη ρευστή μέρα!
Ήλιος από μετάξι.

Πουλιά στο κάδρο πέταξαν,
Χαμόγελα μας δέσανε, την καλημέρα τσακίσανε.
Τώρα που πάνε;
Στα όρη
Στην πεδιάδα
Στην θάλασσα.



22 Μαρτίου

ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ


Θέλησες να γλιτώσεις από την πείνα,
Και πήγες στο Μαντράς.
Σε κείνο το κρυφό σχολείο
Σου δώσανε να πιείς αθάνατο νερό
και να γευτείς το φρέσκο όπιο.
Διδάχτηκες αρχές που αμέσως ξέχασες, και έγινες σοφός.
Τόσο μικρός τόσο σοφός.
Με ένα όπλο στα χέρια.
Η σοφία σου μετριέται – είπανε- με σφαίρες.

Τώρα σαν πολεμάς στης Κανταχάρ τις απόκρημνες κορυφές,
Τις χιονισμένες καρδιές, των γυναικών έχεις ξεχάσει.


Η λάβα κυλάει και καίει τα σωθικά σου.
Ποιος θα ζεστάνει τις καρδιές των κοριτσιών;
Ποιος θα φιλήσει τα χείλη τους.

Είσαι μόνο στα δέκα οκτώ και έχεις ζήσει τον θάνατο.


















29 Μαρτίου

ΒΡΑΔΙΕΣ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ ΤΗΣ ΚΑΜΠΟΥΛ



Ανοιγοκλείνουνε γλυκά,
Σαν βλέφαρα οι πόρτες.
Η μουσική σαν λουλουδιών, λευκών ξεπέταγμα,
Των τακουνιών τον θόρυβο
Που αφήνουνε οι πόρνες σκεπάζει!

Γέλια ακούγονται και θόρυβοι ερώτων.
Ήχοι, ως τιτιβίσματα πουλιών,
ερωδιών
που περιμένουνε.
Που προσμένουν φιλί, απ΄ των συντροφικών χειλιών.
Τι θλίψη!
Έμεινα ξέμπαρκος στου κρεβατιού την άκρη
Χωρίς ανάσας θηλυκής, το σκέπασμα κοχλάζει!
Ταράζει
Της άγριας θαλάσσης τα νερά
Και αντηχεί ο πόθος,
Στου ανδρικού κορμιού την λοφοσειρά.

Έχουν ξεσηκωθεί οι λάγνοι
Κι αρματωθήκανε θαρρώ.
Θέλουνε πόρτες να διαβούν
Και αλυχτούν
Σαν κέρβεροι που φύλαγαν σκοπιά στον Άδη!

 












31 Μαρτίου

ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΗ ΚΑΜΠΟΥΛ


Έσκυψα και εναρμόνισα την ένδικη σκέψη,
Βαριά σαν ενδομήτρια πέτρα.
εναγόμενη, ανήμπορη και κρύα.

Αναζητά ένδεια φωτιά να ζεσταθεί,
Στο χνώτο των αλόγων.
Πόσο μπορεί να ζεσταθεί!

Την έντυσα ενδεικτικά, την πάντρεψα,
Την ξεπροβόδισα ενάντια, αρχόντισσα να γίνει.
Πάνω σε ένα τετράποδο.
Έσκυψε το κεφάλι.

Σαν γινότανε κουκίδα στο καρέ μου,
Άσπρο μαντήλι κούνησα.
Το κάνουμε αυτό οι ντόπιοι.

Και τότε, αν και τόσο μακριά,
Το δάκρυ της με δρόσισε.
Δροσιά που ζωντανεύει!

Και φώναξα, κι ακούστηκε παντού.
Σαν ξημερώσει γύρνα
Θα έχω φωτιά να ζεσταθείς
Το χνώτο των ανθρώπων.
Και γάμους όσους θέλεις!
Πόσους ποθεί η ψυχή σου;

Μα έφευγες πολύ, βιαζόσουνα.
Και μ΄ έκανες να το πιστέψω.
Πήρε κι ο άνεμος θρασύς, το άσπρο σου μαντήλι.






19 Απριλίου


ΕΝΑΣ ΜΙΚΡΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ
Στον δρόμο της Καμπούλ

Μια ανάσα βραχνή.
Ένα χέρι που ζητά.
Χαμόγελο δανεικό.

Ξυπόλυτη ζωή.
Πλένεται η καρδιά.
Στους λασπωμένους δρόμους.


 

 

21 Απριλίου

 

ΕΡΩΤΗΜΑ!


Τι είναι ο θάνατος;
Ξέρω τι είναι η ζωή;

Θάνατος!
Σαν δεις να χάνεται
Στο βάθος του ορίζοντα ένα μικρό καράβι
Σαν δεις τον ήλιο, να βυθίζεται στο ίσο δειλινού.
Μια γερόντισσα με σύνεση το σάβανο να ράβει.
Ένα αγριολούλουδο να σκύβει το κεφάλι
Στην κάψα του καλοκαιριού.

Θάνατος.
Μια αόρατη λεπτή γραμμή που σβήνεται στην άμμο.

 

 

 

 





26 Απριλίου

 

ΆΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΧΟΡΕΥΟΥΝ


Έχεις ακούσει πονεμένη Άνοιξη,
Στο θρόισμα των ξεραμένων φύλλων,
Γι αυτούς που δεν χορεύουν ;
Για τους άνυδρους ανθρώπους
Που δεν χόρεψαν ποτέ;
Σαν τα μικρά αγάλματα βουβοί,
Απόηχοι των ήλων,
Σαν από δέρματα
Που ντύσανε στρατιές βιβλίων,
Ήρωες νεκροί που δέσανε
Με δέος την ψυχή;

Αν όχι,
Τους βλέπεις άκομψα, πάντα να πατούν
Έξω από τις ερμητικές γραμμές.
Ο κύκλος του συρτού χορού
Είναι γαμψή θηλιά που σφίγγει.
Κάθονται κι ονειροβατούν
Κι έτσι καθώς, βήμα στο επόμενο κοιτούν,
Του ξαφνικού ερχομού να δούνε την χαρά,
Χορεύουνε θαρρείς.

Έχεις ακούσει άραγε γι αυτούς που δεν χορεύουν;














Μάιος

ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΥ ΓΕΛΟΥΝ;

Λουλούδια, μην είδατε ανθρώπους να γελούν;
Σε πέτρες λάπις, οι γλώσσες τους να λιάζονται.
Είναι λουλούδια που οι άνθρωποι πετούν,
και κάνουν στο μετέπειτα πως όμορφα τα νοιάζονται.

Ανθρώπους, άνθρωποι καλοί, μην είδατε να κάθονται,
Σε μάρμαρα; Σε λόφους από σκόνη;
Με τα σπαθιά που πούλαγαν αιώνια θα μάχονται
και την θηλιά θα υμνολογούν, της μοίρας τους αγχόνη.

Ανθρώπους,  άνθρωποι μην είδατε σκυφτούς να τριγυρίσουν,
στα τσίτσιδα μιας πόλης που κοιμάται.
Τα μούλικα μελάνιασαν, σκουπίδια ανθρώπους καθαρίζουν
Κι ο ήλιος τους, μαύρος ήλιος στα μάτια τους, βρυχάται!






















4 Μαΐου

ΠΟΛΕΜΙΣΤΗΣ

Έδειξες νωρίς τον σκληρό σου χαρακτήρα,
Πολεμιστή στα όρη του Αφγανιστάν.
Τώρα δοκιμάζεται
Ή λες είναι όφελος να δαμάσεις το κακό;

Γυμνός από νύχια και με δόντια
Ψηλάφισες και σπατάλησες το κορμί σου στο δάσος !
Τρέχοντας μέσα στα στενά σοκάκια στρατοπέδου
Μετρώντας τα σύρματα
Πάνω από τα γεμάτα με άμμο τσουβάλια. 
Μάνα, γυναίκα σκεπαστή με γκρίζα μπούρκα
Μηνά τον θάνατο και την φυγή,
Λίγο μακρύτερα απ΄ το παράθυρό σου
Λίγο μακρύτερα από την Άνοιξη.

Εσύ όμως έδειξες θαρρώ, νωρίς τον χαρακτήρα,
Μακριά απ΄ των καθημερινών πολέμων το χαμπάρι,
Κι έγραψες την θεία δίκη, στο χαρτί ενός ευαγγελίου
Στο στενόμακρο δωμάτιο, όπου η αχτίδα του ήλιου
Σπρώχνει την λευτεριά να μπει κι εκείνη αρνείται
Σαν να φοβάται.
Φυλακή μα θες.

Ψηλά στην χιονισμένη φυλακή,
Που μετράς τις κορυφές των βουνών
Τετράγωνο δίχτυ στα μάτια μετράς
Και στα κελιά των βουνών,
Που κρύβουν μυστικά
Που ποτέ δεν θα μάθεις
Κάνεις πάντα μια στάση
Προζύμι να δώσεις
Παρέα με κλέφτες και αρματολούς.


 




ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Τέλος Ιούνη

--Καθώς γεννιότανε ο θεός,
                                                Ποιητή μου τι είδες;

--Σταυρωμένους λαούς,  στ΄ ουρανού τις τσιμπίδες.

-Καθώς γελούσε το παιδί,
                                               γράψε ποιητή μου, τι είπες;

--Είπα: χαρές θα σκοντάφτουνε στο σεργιάνι
                                     κι οι λύπες θα κερνούν την οικουμένη.

-Καθώς πονούσε ο θεός, ποιητή μου,
                                     Πες μας τι απομένει;

-Δάκρυ που στάζει στην άκρια της γης
                                    κι αναβλύζει ως μύρο απ΄ το ασκί της ζωής.