Ποίηση Δημητρίου Α. Γκόγκα

Τετάρτη, 30 Αυγούστου 2017

Λόγος περί των πολλών ποιητών και των πολλών ποιήσεων


    Ο ποιητής Γιώργος Παυλόπουλος σε ομιλία του στην εκδήλωση τού περιοδικού «Γράμματα και Τέχνες» πού έγινε προς τιμήν του στο «Σπίτι της  Κύπρου» στις 8-12-1997, είπε πως είχε γράψει το παρακάτω χαϊ-κού:

Όλοι χωράμε
Οι ζωντανοί και οι νεκροί
Σ΄ ένα ποίημα.

   εννοώντας προφανώς ότι η τέχνη της ποιήσεως  μπορεί να υπηρετηθεί από όλους τους ανθρώπους και πως χωράει μέσα της ολόκληρη η «μνήμη του κόσμου»

    Αναφέρομαι δε σχετικά με παρακάτω λόγια,  γιατί αισθάνομαι άσχημα όταν διαβάζω να γράφεται σε διάφορους ποιητικούς τόπους του διαδικτύου αλλά και στα λεγόμενα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πως,  οι ποιητές έγιναν πολλοί, με τέτοιο τρόπο όμως που να υποδηλώνει με στόμφο ότι θα έπρεπε να είναι πολύ λιγότεροι, στοχοποιώντας ουσιαστικά τους αδυνάτους στη τέχνη της γραφής και εξαιρώντας αυτούς (ζωντανούς και νεκρούς) που είτε έχουν καταξιωθεί ως ιερά τέρατα της ποιήσεως, οπότε κανείς μα κανείς δεν μπορεί να τους πιάσει στο στόμα του και να πει και μια δεύτερη κουβέντα ( πέθανε ένας καλός ποιητής, κατά το όμοιο: πάει ένας καλός άνθρωπος, ήταν ένας  καλός άνθρωπος) είτε έχουν ανεβεί το δρόμο του Γολγοθά, έχουν σταυρωθεί και τώρα οι Ποιητικές τους Συλλογές βρίσκονται στα δεξιά του πατρός της Ποιήσεως.
       Και ενώ με ασάφεια προσδιορίζεται από ετεροδημότες αυτής της τέχνης, η κατηγορία εκείνων των ανθρώπων που έχουν το δικαίωμα στο χτίσιμο ποιημάτων, δεν συγκεκριμενοποιείται αυτή η κατηγορία. Έχουν λοιπόν δικαίωμα ποιήσεως οι χτίστες, οι σοβατζήδες, οι καλουπατζήδες, οι σιδεράδες, οι απλοί εργάτες και γεωργοί ή μόνο οι διδάκτορες Πανεπιστημίων, φιλόλογοι, φιλόσοφοι, διάσημοι αστέρες του χώρου του θεάματος, τραγουδοποιοί και γενικά αυτοί που έχουν σπουδάσει το αντικείμενο της γλώσσας; Ή τελειώνοντας θα αναγνωρίσουμε αυτό το δικαίωμα σε όλους μα όλους τους ανθρώπους; Αλλιώς,  γιατί να αναφερόμαστε σε πολλές ποιήσεις σε εκείνους που δεν γεννήθηκαν ποτέ ή σε εκείνους που χαθήκαν, σκοτώθηκαν, εξαφανιστήκανε;
      Κατά τον ίδιο τρόπο θα μπορούσαμε να αναφερθούμε και σε εκείνους που ασχολούνται με τον αθλητισμό. Δεν θα μπορεί κανείς να ασχοληθεί πλην εκείνων που η επιστήμη θα δικαιώσει την αξία τους και θα μπορούσαν να γίνουν πρωταθλητές. Τότε όμως, τότε πως θα μπορούσε να σταθούν όλα αυτά τα πρωταθλήματα, όλες αυτές οι κατηγορίες αθλημάτων όπου δεκάδες νέοι, γέροι και παιδιά ασχολούνται με το σώμα τους, ώστε να στεγαστεί εκτός  από τον απαίδευτο νου και η ματαιοδοξία τους. Αθλούνται,  καταναλώνοντας τον προσωπικό ελεύθερο τους χρόνο και περιμένουν την κατάλληλη στιγμή που η προσπάθειά τους θα αμειφθεί  με μία ανώτερη κατηγορία, με μία πρωταγωνιστική θέση, με ένα μετάλλιο. Και ενώ λοιπόν όλοι έχουν το δικαίωμα να αθλούνται λίγοι θα ξεχωρίσουν και ελάχιστοι, οι καλύτεροι, οι μέγιστοι, οι άριστοι θα οδηγούν μπροστά. Μήπως,  κάπως έτσι,  θα πρέπει να δεχτούμε και την ενασχόληση των ανθρώπων με την ποίηση;
       Στη νέα εποχή, τουλάχιστον στην επικοινωνία που ξημέρωσε και συνεχώς βελτιώνει τις επαφές των ανθρώπων, θα πρέπει να έχουμε τη θέληση και να μπορούμε να ακούμε και να διαβάζουμε τον καθένα. Άλλοι θα γράψουν καλά, κάποιοι καλύτερα και άλλοι, ίσως οι εκλεκτοί και προικισμένοι με εκείνο το χάρισμα του θεού, που αντί για δάκτυλα θα έχουνε πέννες και οι άλλοι που η σκληρή εργασία θα τους καταστήσει μπροστάρηδες, θα συνθέσουν τα άριστα, τα καλύτερα, τα ιερότερα των ποιήσεων. Πριν από χρόνια με είχε απασχολήσει και εμένα προσωπικά το θέμα, αναρωτηθείς: «μα καλά τι χρειάζονται τόσοι ποιητές» και μάλιστα το είχα συζητήσει και με ορισμένους άλλους συνοδοιπόρους.  Με τη σκέψη αυτή όμως,  χωρίς να το επιθυμούμε χτίζαμε, ανεπίτρεπτο φυσικά, τοίχους και φράχτες. Σήμερα η σκέψη αυτή έχει διαγραφεί  οριστικά από το αλφαβητάρι της ποίησης.

Αν η ποίηση λοιπόν,
είναι μία έκρηξη συναισθημάτων,
εάν η ποίηση είναι ένα όνειρο,
εάν η ποίηση είναι η ζωή των τεσσάρων εποχών,
εάν η ποίηση είναι γνώση,
εάν η ποίηση είναι έρωτας και πόνος,
εάν η ποίηση είναι ανάγκη,
είναι ομορφιά μα και ασχήμια,
είναι το θελκτικό μα και η αποστροφή,
είναι το αληθινό μα και το ψεύτικο,
είναι ο πόλεμος μα και η ειρήνη,

ποιος θα μπορούσε να πει με απόλυτη σιγουριά, πως αυτός ή εκείνος, πως αυτοί αλλά και οι άλλοι δεν έχουν δικαίωμα να προσπαθήσουν να γίνουν ποιητές, να εκφραστούν και να εκθέσουν τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τις δράσεις του εγώ τους, τη ζωή τους, μέσα από το κατανοητό και το ακατανόητο.

  Ο Γιώργος Σεφέρης έγραψε πως : «Η  ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα.» και πως «είναι παράξενο πως γράφει κανείς ποιήματα»
Ο Κώστας Καρυωτάκης είπε: «Η Ποίηση είναι το καταφύγιο που φθονούμε»
Ο Κώστας Μόντης αναρωτήθηκε: «Αφού δεν είπες τίποτα κύριε ποιητή, γιατί ενόχλησες τις λέξεις;»
Ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες επισήμανε: « Όταν διαβάζουμε ένα καλό ποίημα, φανταζόμαστε πως κι εμείς θα μπορούσαμε να το έχουμε γράψει, πως το ποίημα προϋπήρχε μέσα μας»

Και δεκάδες άλλοι άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών τόνισαν την αναγκαιότητα των ποιητών και της ποίησης, που θα ήταν αδύνατο να αναφέρουμε στις λίγες αυτές σελίδες αυτής της ανάρτησης.


    Ας αφήσουμε λοιπόν τους απλούς κτίστες αυτού του κόσμου να γράφουν ποιήματα, σε μια προσπάθεια να βρούνε το καταφύγιό τους. Αν η προσπάθεια δεν έχει το τέλος που θα προσδοκούσαν και πεθυμούσαμε μπορούμε να ρωτήσουμε γιατί ενοχλήθηκαν οι λέξεις. Να είστε όλοι σίγουροι, πως στο τέλος η θάλασσα θα ξεβράσει κάθε τι άσχημο και πως θα αφήσει επάνω της να πλέουν,  στα καταγάλανα νερά της τα ωραιότερα και οι σπουδαιότεροι. 

Τρίτη, 29 Αυγούστου 2017

Ανθολόγιο Ποιήσεως από τις Εκδόσεις ΟΣΤΡΙΑ (Καλοκαίρι 2017) (Συμμετοχή του Δημητρίου Γκόγκα)

Στο Ανθολόγιο Ποιήσεως των εκδόσεων ΟΣΤΡΙΑ (Καλοκαίρι 2017) συμμετείχα με τα παρακάτω  ποιήματα 




ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗ


Στεκότανε μ΄ ένα άτολμο μειδίαμα, μα βουβός  κι άκουγε τη καρδιά του. 
Χτυπούσε στις Αλκυονίδες μέρες πιο δυνατά απ΄ το ανάλαφρο του αέρα. 
Ζούσε ακόμα, κι ας προτιμούσε τον γρήγορο θάνατο. 
Στο απέναντι σιδερόφρακτο μπαλκόνι μια λυγερόκορμη κόρη,  
άπλωνε τ΄ ασπρόρουχα της, όμορφη θέα στα μάτια μας. 
Έριχνε κλεφτές ματιές στους άνδρες που διασταύρωναν τον δρόμο. 
Ο μαύρος καφές πάντα πικρός μαλάκωνε ένα ξερόβηχα.
Ότι απέμεινε απ΄ την εποχή της δικτατορίας.
Ούτε αγώνες, ούτε σημαίες, ούτε συνθήματα. 
Μόνο ένας ξερόβηχας που τράνταζε τα σωθικά του. 
Όχι τώρα πως πήγαιναν καλύτερα τα πράγματα.
Στις λαϊκές αγορές, πίσω από τους πάγκους,  
όπου στήνονταν μικρές συνεδρίες, 
μιλούσε πλέον όλο και λιγότερο. 
Φοβότανε.
Το βράδυ ξάπλωνε συνήθως μόνος. 
Κοίταζε τη πρασινογάλαζη θάλασσα που κρεμότανε στο τοίχο.
Στη παραλία πεταμένα φύκια, μισά όξω απ΄ τη κινούμενη άμμο. 
Μια σκουριασμένη βάρκα τσαλακωμένη στο κάδρο
κι ένας γλάρος που ποτέ του δεν πέταγε. 
Κι όμως,  πάντα τον έβρισκε ένα πόντο πιο πέρα.

ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΗ ΔΡΑΠΕΤΕΥΣΗ

Ότι αγόραζε μισο τιμής,  του χάλαγε σε λίγες μέρες. 
Έτσι ήταν σκέφτηκε. Ότι πληρώνεις παίρνεις. 
Μια ζωή, στα παζάρια της Τρίτης, στα πεταμένα φτηνιάρικα.  
Για σταθερό αποκούμπι κράτησε μια φωλιά από τούβλα στο χωριό του.
Να ΄χει ένα κεραμίδι πριν το τέλος που δεν θ΄ αργούσε. 
«Τι να το κάνει τότε…» μονολόγησε. 
Σαν η καρδιά δεν αγαπά, τι να κάμεις το σώμα; 
Άδειο κιβώτιο σε θάλασσα. Μουλιάζει, σαπίζει, χάνεται. 

Έσκαψε σαν γκρίζος κάστορας την τρύπα του. 
Ζώστηκε τους χρόνους γύρω από τη μέση του. 
Δεν ξεχώριζε τώρα από το υπόλοιπο σώμα. 
Ρύθμισε  τον πυροκροτητή στην ώρα που έπρεπε. 
Όταν βγήκε στην άλλη πλευρά. 
Δείλιασε. 
Πάλι ένα τούβλο και μια κεραμίδα τον περίμεναν. 
Η πολυπόθητη δραπέτευση που σχεδίαζε απέτυχε. 
Στο φως που σβήνει δεν έφτασε ποτέ του. 

Τρίτη, 15 Αυγούστου 2017

Κύπρος: Μην αφήσετε το όνειρο να γίνει εφιάλτης. Το βουνό με τα πέντε δάκτυλα ήδη μας μουντζώνει.

Και τώρα τι; Τι απομένει ; Η ελπίδα ότι μόλις συμφωνήσουμε θα έχουμε την ίδια ώρα; Και οι χάρτες; Οι νέοι κόκκινοι χάρτες; Κυκλοφορούν λέει ήδη στο διαδίκτυο και πιάνουν, θεέ μου πόσες χώρες αγκαλιάζουν κάτω από το ζεστό κόκκινο φεγγάρι, ημισέλινο θαρρώ το έχουνε βαφτίσει, οι σφαγείς της ιστορίας κι είναι σαν να ρέει το αίμα από την Μεσόγειο μέχρι τον Ευφράτη ποταμό. Κι όμως εμείς, τόσο μα τόσο πια ιδεαλιστές, που αντί να γίνουμε οι γλύπτες της ιστορίας, μακαρίζουμε τις μέρες και τις ώρες, που ο καλός κοινός θεός (γιατί βρε παιδιά ένας είναι να το ξέρετε) μας έκανε γειτόνους και όσο και εάν τινάζουν τα χαλιά από πάνω μας και πετάνε τα σκουπίδια τους, εμείς εκεί να τους τρατάρουμε το γλυκό της Κυριακής.

Δεν αρκεί να διαβάζουμε τα ποιήματά τους, δεν αρκεί να ακούμε τη μουσική της, δεν αρκεί ν΄ αγκαλιάζουμε τους δικούς μας εγκλωβισμένους τόπους και ανθρώπους, δεν αρκεί να παρακαλούμε …..δεν καταλαβαίνετε δεν αρκεί….

Πόσες ακόμα ενδείξεις θα πρέπει να υπάρξουν σε τούτα τα χρόνια, πόσες φορές θα πρέπει να μας φτύσουν για να πιστέψουμε πως η ντροπή δεν είναι δική μας, πόσο καιρό έχουμε να διαβάσουμε τη λέξη περηφάνεια και αξιοπρέπεια, τους ορισμούς της. Ω! μην αφήνετε τους εαυτούς σας, μην αφεθούμε όλοι μας να γίνουμε επαίτες της ήδη χαλκευμένης ιστορίας και μην παρασύρεστε από ηλίθιες συζητήσεις που αναμασούν τα ίδια, τα ίδια, τα ίδια χρόνια ολάκερα.

Μας λένε ότι τα δεδομένα άλλαξαν. Τα δεδομένα είναι ίδια (εισβολή, κατοχή, αγνοούμενοι) εμείς αλλάζουμε. Αλλάζουμε και όσο περνάει ο καιρός οι ίδιοι τρομάζουμε τους εαυτούς μας. Μην αφήσετε το όνειρο να γίνει εφιάλτης. Το βουνό με τα πέντε δάκτυλα ήδη μας μουντζώνει. 

Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

Η ΚΛΗΡΩΣΗ



Την ειδοποίησαν πριν από μία εβδομάδα. Σήμερα θε έπρεπε να πάει στο σχολείο, είχανε γιορτή. Μια νέα γιορτή. Την κλήρωση του σημαιοφόρου και των παραστατών στην παρέλαση. Αιφνιδιάστηκε. Νόμιζε πως ο γιος της, άριστος σε όλα, ο καλύτερος μαθητής, το συνετό παιδί της γειτονιάς και του χωριού θα σήκωνε την σημαία. Όμως, όπως της είπε ο δάσκαλος, υπάρχει μια νέα εξέλιξη και θα πρέπει να παρευρεθεί, να είναι παρούσα όπως και οι υπόλοιπες μανάδες και πατεράδες του χωριού.
Έβαλε τα καλά της, λίγο κόκκινο κραγιόν στα χείλη, αποχαιρέτησε τον άνδρα της που κινούσε για τα χωράφια και ξεκίνησε κόβοντας τον δρόμο από σοκάκια για το σχολείο. Ανάμεσα στα σπίτια δεχότανε τα συχαρίκια των γειτόνων, των συγχωριανών. «Να τον χαίρεσαι» «Πάντα πρώτος» κοκκίνιζε από ντροπή και περηφάνεια. Οι βαθμοί του, έλαμπαν, η διαγωγή του κοσμιωτάτη. Έλαμπε από χαρά.
Απ΄ ότι κατάλαβε, από τα μισόλογα του δασκάλου, όλα τα ονόματα των μαθητών γραμμένα με γραμματοσειρά arial 12, (έγραφε και η ίδια κάποιες σκέψεις στο FB και στο ίντερνετ, αλλάζει ο κόσμος γείτονα!) σε άσπρα χαρτάκια (σύμβολο της αγνότητας) θα τοποθετούνταν σε διάφανη γυάλινη γαβάθα ( για το αδιάβλητο της διαδικασίας) και ο δάσκαλος, ίσως και κάποιο αθώο παιδάκι θα τραβούσε ένα- ένα τους …λαχνούς. Οι τυχεροί θα σήκωναν την σημαία και οι λιγότεροι τυχεροί θα τους πλαισίωναν, ενώ οι άτυχοι θα ακολουθούσαν σε τριάδες ή τετράδες ξοπίσω. Λογικό της φάνηκε, όχι όμως και δίκαιο. Από την άλλη, όσο σκεφτόταν ότι ο Μέγας Κολοκοτρώνης δεν είχε βγάλει το σχολείο αλλά μας ελευθέρωσε, όπως και ο Μακρυγιάννης. Θυμήθηκε τον Πλάτωνα, τον Σωκράτη…Έλεος μπερδεύτηκε. Η Κοινωνία αλλάζει ψέλλισε. Θα δούμε.
Στο σχολείο είχαν μαζευτεί και άλλοι γονείς. Εκεί και η πόρνη μάνα της Καιτούλας, εκεί ο ρουφιάνος μπαμπάς του Γιαννάκη, εκεί και οι θετοί γονείς του Μιχαλάκη που καλλιεργούσαν φούντα για να τα βγάλουν πέρα. ‘Ήταν εκεί όμως και ο Ιερέας του χωριού (πόσο μα πόσο άδικα κατηγορήθηκε πέρυσι για το άδειο παγκάρι) εκεί και ο κοινοτάρχης που από την μια στιγμή στην άλλη βρέθηκε με στρέμματα στον κάμπο, εκεί και ο αστυνομικός που κάλυπτε με επιμέλεια τις μπαγαποντιές του μικρού του, όταν έσπαγε για πλάκα τα τζάμια των αποθηκών, εκεί τέλος και οι γείτονες που κόπιαζαν ολημερίς για τα παιδιά τους αλλά τούτα δεν έπαιρναν τα γράμματα. Εντάξει σκέφτηκε, οι γονείς είναι, οι εικόνες που έχουν τα παιδιά θα είναι άλλες. Μικρά είναι δεν γνωρίζουν ακόμα. Χαιρετίστηκε με όλους, εξάλλου τα πήγαινε καλά με όλους αυτούς. Δεν τους χώριζε και τίποτα.
Κάθισαν σε θρανία στην αίθουσα του τμήματος Α1. «Να σε δούμε τώρα κυρά Βαγγελιώ, αν ο μικρός σου δεν τύχει τον λαχνό. Μας έπρηξες όλα αυτά τα χρόνια, με το χαμόγελό της πρωτιάς». Κοκκίνισε και πάλι. Μα καλά όλα τα απωθημένα σήμερα θα τα βγάλουν; Φρόντιζε το παιδί της κατά πως ήξερε και κατά πως ήθελε η χρηστή κοινωνία. Πατρίς – θρησκεία- οικογένεια. Τι τους έφταιγε.
Πρόσεξε πως πάνω από τον πίνακα δεν υπήρχε η εικόνα του Χριστού ( ε είπε ανεξιθρησκεία έχουμε, καλή είναι και η εικόνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης), δεν είδε σηκωμένη την σημαία στο προαύλιο, ( ε καλά θα την πήγαν για πλύσιμο, να προσέχουν όμως γιατί αν πλυθεί στους 60 βαθμούς μπορεί και να ξεβάψει) οι μαθητές δεν έκαναν προσευχή ( ε καλά ούτε στο σπίτι κάνουν αυτό μας πείραξε!) Τίποτα δεν την πείραζε πλέον. Απορούσε με την εαυτό της. Αριστερή μεν αλλά …. Δεν ξέρω τι σημαίνει αριστερή….. Αν αριστερά είναι να καταργείς ότι έκανε η δεξιά αλλά αποδεχότανε η κοινωνία, είναι και αυτό μία πρόοδος. Είναι μία εξέλιξη!
Στην έδρα καλέσανε τον γιό της. Ο καλύτερος μαθητής θα τραβούσε τον λαχνό. Όπως και στο λαχείο. Η ομορφότερη των καλλιστείων γυρνά την λαχειοφόρο, βγαίνει το νούμερο και μοιράζει χρήματα. Για ένα καλύτερο αύριο. Ο Οργανισμός Λαχείων στηρίζει την διαφορετικότητα, ενισχύει τον πολιτισμό! Ο κανακάρης της τράβηξε τον λαχνό. Κι ο κλήρος πέφτει στον Γιαννάκη.
Κανείς δεν ξέρει τον Γιαννάκη. Είδε τον κόσμο τη να χάνεται. Εντάξει όλα τα παραπάνω ήταν σκέψεις. Καλές – κακές μα ήταν σκέψεις . Και να η πράξη. Είναι πολύ δύσκολο στην πράξη. Πήγε να σηκωθεί, να φωνάξει. Το χέρι στον ώμο την θύμισε. Τι πας να κάνεις Βαγγελιώ. Είμαστε στην Εξουσία. Τώρα κανείς δεν φωνάζει!

Δευτέρα, 10 Ιουλίου 2017

ΟΙ ΔΟΥΛΕΣ ΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ



Στην κεντρικότερη οδό, αρχή της Μακαρίου
που οδηγεί πλατύτερα, στου Ταχυδρομείου
το κτίριο, τις Κυριακές, βλέπω και τις αργίες,
τις δούλες να μαζεύονται. Την θλίψη ενός αντίου
μοσχοπουλούν σε γέροντες που ξύνουν τις κοιλιές τους
κι αργοπεθαίνουν ευτυχείς βαθιά στις ηδονές τους.

Ξημέρωμα, ως είπα αργιών, απλώνουν την πραμάτεια.
Πολύχρωμα φλαμίγκο στη ξηρά που γυρνούν στις αλυκές κοπάδι.
Απ΄της δουλειάς την κούραση, σφαλίζουνε τα μάτια
κι ανοίγουν όταν γίνονται των κυνηγών σημάδι.
Στων Φοινικούδων το πλατύ ξαπλώνουνε δειλά.
Mέρος μιας τύψης γίνονται κι αμαρτωλή ματιά.

Κάποιες αφήνονται γλυκά στο χάδι του ανέμου.
Να της τρατάρει το φιλί, που είναι Κυριακή.
Άλλες εξανεμίζονται στου ανεμοδαρμένου
χρόνου που σπαταλήσανε. Ίσως και μια ζωή.
Κάτι απ΄ της μοίρα σκόρπισαν κι αντλούν απ΄τα όνειρά τους,
ότι φτηνό περίσσεψε μες στ΄ αναφιλητά τους.

Και φτάνει το απόγευμα. Η μέρα χτίζει δείλι.
Σιγά- σιγά μαζεύονται στα σπίτια που δουλεύουν.
Το σώμα ψάχνει μια γωνιά στο δώμα για να γείρει,
Καθώς δυο χέρια αισθάνονται κρυφά να τις χαϊδεύουν.
Ξυπνούν από τον λήθαργο και τις αυγές σιωπούνε
Και μέχρι να ΄ ρθει Κυριακή καμώνονται πως ζούνε.

Σηκώνονται με πόνο συνεχή, στην πλάτη μαντρωμένο.
Να ετοιμάσουν πρωινό, να πλύνουν, ν΄ απλώσουν,
του μάστρου το πουκάμισο να΄ ναι σιδερωμένο.
Πως είναι όλα στη σειρά με φόβο να δηλώσουν.
Ύστερα μια σκούπα θα κρατούν πάνω στα πεζοδρόμια

Και θα κοιτούν ότι  πετά και πράγματα παρόμοια. 


παρατήρηση του ποιητή: Από τις πλέον ευχάριστες στιγμές για μένα (πιστεύω και για δεκάδες άλλους που ασχολούνται με την ποίηση ή τον στίχο ) είναι όταν δημιουργούν απλά ποιήματα που περιγράφουν με μέτρο μία κατάσταση ή κάποια εικόνα . Σκεπτόμενος αυτό που κάποιοι συνδημότες, μου έχουν πει ότι γίνεται, πέφτοντας στην αντίληψή μου κάποια γεγονότα ίσως ασήμαντης αξίας τις Κυριακές ή τις Αργίες, ακόμα και διαβάζοντας σχετικά άρθρα στις εφημερίδες που κυκλοφορούν στην πόλη, σκέφτηκα να αναφερθώ με τον δικό μου τρόπο στις ΔΟΥΛΕΣ ΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ αν και αρχικά είχα σκεφτεί να δώσω άλλο τίτλο. Ο άλλος όμως τίτλος θα αναφερότανε σε όλες όσες ασχολούνται με το αρχαιότερο όπως λένε επάγγελμα του κόσμου, ενώ ο τίτλος που δόθηκε ανήκει στην συμπαθέστατη τάξη των ....δούλων της Λάρνακας, που ορισμένες εξ αυτών για να προσθέσουν στο εισόδημά τους, αναγκάζονται (!) στην ενασχόληση του ..πεζοδρομίου. Το αφιερώνω σε όλες αυτές τις γυναίκες ...

Τετάρτη, 5 Ιουλίου 2017

Ανθολόγιο Χαϊκού (Α΄Πανελλήνιος Διαγωνισμός Χαϊκού 2015)






Κρατώ στα χέρια μου το Ανθολόγιο Χαϊκού που επιμελήθηκε ο Ποιητής Άθως Χατζηματθαίου, ως τελικό αποτέλεσμα του Α΄Πανελλήνιου Διαγωνισμού Χαϊκού 2015. Εκτός των βραβευμένων Χαϊκού, στο καλαίσθητο Ανθολόγιο μπορείτε να αναγνώσετε διακριθέντα Χαϊκού 55 Ποιητών που συμμετείχαν στον διαγωνισμό. Στον Α΄Πανελλήνιο Διαγωνισμό Χαϊκού 2015, όπως αναφέρεται και στο σημείωμα του Εκδότη- επιμελητή συμμετείχαν 106 ποιητές με 514 ποιήματα. Ανάμεσα στα ανθολογημένα Χαϊκού και δύο (2) δικά μου. 





Φθινόπωρο!
Τα κίτρινα φύλλα
Ερμηνεύουν τη βροχή. 

Εσύ λες ελπίδα. 
Εγώ μέρα που έφυγε
Παγίδα του χρόνου. 

Σάββατο, 1 Ιουλίου 2017

Το προσωπείο / Δημήτριος Γκόγκας

Το προσωπείο


Του αγόρασε - πολύ μικρός ήτανε-  
του είχε αγοράσει ένα προσωπείο ο πατέρας του
-εθνικιστής με σοσιαλιστικές ιδέες μέχρι που διορίστηκε στο Δημόσιο-
και ήτανε τόσο όμορφο, μα τόσο ωραίο
χαιρότανε όχι μόνο να το κουβαλά παραμάσχαλα
αλλά να το βάζει ως κράνος στο κεφάλι του,
μην του χτυπήσουν και αιμορραγήσει οι περίεργες ιδέες
που ένωναν ακόμα πιο περίεργα τους ανθρώπους και το κόμματα.
Τις τελείες, τις οξείες, τα αποσιωπητικά. Και εσχάτως και τα πνεύματα.

Καθώς μεγάλωνε είχε καταντήσει πόρνος του πεζοδρομίου
δινότανε με περισσή ευκολία και άνεση στο προσωπείο,  δώρο του πατέρα του
αλλά πλέον είχε προχωρήσει περισσότερο.
Αντάλλαζε τα προσωπείο κατά πως πήγαινε ο άνεμος.
Μα προσωπείο ήταν η σταθερά.

Με τον τρόπο αυτό είχε δικά του όλα όσα ποθούσε και
κυρίως μπορούσε να αποκτήσει και όλα όσα δεν ποθούσε,
με ένα κούνημα του προσωπείου, σημαία, αυλαία, παντιέρα, λάβαρο
που άλλοτε γινότανε κόκκινο, άλλοτε μπλε ή μαύρο, πορτοκαλί, ή πράσινο.

Κάποιες φορές
επαναστατούσε,
συμβιβαζότανε,
νικούσε,
προχωρούσε,
προσχωρούσε
μα ποτέ δεν νικιότανε,
ποτέ δεν μιλούσε ο ίδιος για ήττες,
δεν υπήρχε καθόλου χρόνος για ήττες.
Συνεχώς ένας πόλεμος, μια πάλη ιδεών και σωμάτων.

Ισόβια σκοπιμότητα της ζωής του.
Οι λεκέδες στο μυαλό του μ΄ αυτό το προσωπείο φάνταζαν αιώνια ρητά.

Σταθερές ηθικές αξίες και ιδανικά.