Ποίηση Δημητρίου Α. Γκόγκα

Παρασκευή, 23 Φεβρουαρίου 2018

Δημήτριος Γκόγκας: 1η Ομαδική Ποιητική Συλλογή Εκδόσεων ΔΙΑΝΥΣΜΑ

μπορείτε να διαβάσετε τη Ποιητική Ομαδική Συλλογή πατώντας στον παρακάτω σύνδεσμο: 



Συμμετοχή του Δημητρίου Γκόγκα  με τα ποιήματα:

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΓΙΑ ΕΝΑ ΘΑΝΑΤΟ

Με το μολύβι σβήνει ένα φως.
Έρχεται θάνατος
και σε τυλίγει σαν ένα πελώριο δένδρο με κίτρινα φύλλα.
Δεν στοχάζεται πλην των άλλων
που θα φωνάξουν με δύναμη
και θα πούνε: Αθάνατος
καθώς ένα μικρός λεμονανθός θα σβήνει.

Είναι ο Χειμώνας που λιώνει στην ζωή,
κι ανθίζει η Άνοιξη.
Η προσμονή σέρνεται με το φίδι
ανάμεσα στους στίχους του ευαγγελίου.
Είναι το ίδιο φίδι που μας έδωσε την ζωή να την ζήσουμε
και εάν προλάβουμε να ρωτήσουμε λέμε: την ζήσαμε;

Κι εσύ ζήτησες για μαξιλάρι το μπράτσο μου
και μέσα στο στρατσόχαρτο το όνειρο σου
σύννεφο να στάζει.

Η κραυγή σου πορεύεται
καθώς το ατσάλι σπάει την σιωπή
και το μαύρο την γεύεται.

Το μάτι μου κλείνει σαν πόρτα
Σαν παραθύρι με πόμολο μια πένα
Κι απλώνεται στις λιάστρες να το ξεράνει ο άνεμος.

Μέσα στο μέτρο σκάλισες την καμαρούλα σου
σε διάφανο βάζο η στάχτη κι ένα γαρύφαλλο
στην κεφαλή.

Τότε δεν μπορείς να αποφύγεις τον μέλλοντα.
Ναυαγός στη γραμμή του θανάτου.
Μ΄ ένα μολύβι κουπί ως που να φτάσεις;

*****
Λίγο πριν κοιμηθεί ένας καλός άνθρωπος

Όταν πλαγιάζει και κρυώνει
βάζει τα χέρια κάτω απ΄ το πάπλωμα
μην τ΄ αγγίξει η παγωνιά και τα σπάσει
Μερικές φορές κοιτά
με την άκρη του ματιού του την γυναίκα
που κοιμάται δίπλα του
και πιάνει την καρδιά του
Δεν θέλει να πεθάνει πρώτος
Θέλει να είναι δεύτερος όπως πάντα

Κάτω απ΄ την σκιά των σκεπασμάτων
μπορεί να δει πιο καθαρά
τους δικούς του που έφυγαν,
τους άλλους που κοιμούνται
και κείνους που έρχονται
για να γεράσουν μαζί του.
Όταν τον παίρνει ο ύπνος
είναι σίγουρος ότι έκανε το σωστό
αλλά πάντα στο βαθύ της ψυχής του
πεταρίζει ένα μικρό πουλί
έτοιμο να του κλείσει τα χείλη
να του αρπάξει με το ράμφος
την άκρη του σκεπάσματος.

Φοβάται πολύ
τρέμει μην πεθάνει πρώτος.

Δημήτριος Γκόγκας

2η Ομαδική Ποιητική Συλλογή Εκδόσεων ΔΙΑΝΥΣΜΑ (Συμμετοχή με τα παρακάτω Ποιήματα)


Ο Δημήτριος Γκόγκας συμμετείχε στην 2η Ομαδική Ποιητική Συλλογή των εκδόσεων ΔΙΑΝΥΣΜΑ με τα παρακάτω ποιήματα: 




ΤΡΙΑ ΤΡΑΥΜΑΤΑ


1.

Κάποτε θυμάμαι
 
υποφέραμε από ανομβρία 
γιατρικό δεν υπήρχε
στάλα στάλα μαζεύαμε 
το δάκρυ μας σε μεγάλα ντεπόζιτα
Τώρα που βρέχει 
δουλειά δεν έχουμε 
τρυπάμε τα ντεπόζιτα. 


2.
 

Κάποτε θυμάμαι
 
οι γονείς μας δικάστηκαν 
ερήμην 
γίνανε αριθμοί. 
Το παιδί
έβαλε στόχο 
να γίνει μαθηματικός. 
Δεν το πέτυχε. 
Μπλέχτηκε στις πράξεις. 

3.
 

Κάποτε θυμάμαι
 
κέρδισε η ελπίδα 
στις κάλπες. 
Η ελπίδα εκείνη 
δεν ήταν παρά 
μέλανας ζωμός 
συνοδεία λωτού. 
Η Κίρκη έβγαινε στο τέλος. 

 ***

ΕΚΛΟΓΗ ΣΥΝΕΝΟΧΩΝ

Κάθεσαι στον καναπέ σου
(τον αγόρασες θυμάμαι,
εσύ ούτε που το είχες λογαριάσει,
σε τιμή ευκαιρίας,
πάντα έτσι έλεγες)
και κλαις.
Με μια κίνηση,
να έτσι
κόβοντας τον αέρα,
κλείνεις και την κουρτίνα στον ήλιο.
Σε λίγο πεθαίνεις και με λυγμούς
Φωνάζεις: «Φοβάμαι τη ζωή»
Δεν είναι ζωή ο θάνατος!
Άλλη ώρα θα το συζητήσουμε!
Το χτύπημα στη πόρτα
Σου σκούπισε αστραπιαία το δάκρυ
Μην σε δούνε κλαμένη.
Ντρέπεσαι.
Ντρέπεσαι για τη ψυχή σου
Χρόνια μια φοβισμένη ζωή, κατοικούσε μέσα σου.
Ή όχι;


Τώρα γινήκατε δύο
Και κείνος
είχε φύγει τρέχοντας απ΄ τους δρόμους
Κλείστηκε στις μουχλιασμένες κάμαρες
Μες τις ζωντανές κολάσεις
Όπου οι ψυχές καθαγιάζονται
Μονάχα με γραφές.






****




Πληροφορίες για την Ομαδική Ποιητική Συλλογή μπορείτε να βρείτε στον παρακάτω σύνδεσμο, καθώς και να αναγνώσετε τους Ποιητές που συμμετείχαν:


3η Ομαδική Ποιητική Συλλογή των εκδόσεων Διάνυσμα (Ποιήματα ΟΡΑΣΗ και ΑΚΟΗ )

Ο Δημήτριος Γκόγκας το 2016 συμμετείχε στην 3η Ομαδική Ποιητική Συλλογή των εκδόσεων ΔΙΑΝΥΣΜΑ με τα ποιήματα : ΟΡΑΣΗ και ΑΚΟΗ. Μάλιστα το ποίημα ΟΡΑΣΗ ήταν ανάμεσα στα 42 διακριθέντα του ποιητικού διαγωνισμού ΕΛΙΚΩΝ. 

 


ΟΡΑΣΗ

Μέσα στην ερημική πόλη που ζούσε
στο καψαλισμένο μυαλό του φύτρωναν πυκνόφυλλα δένδρα
δάφνες τα έλεγαν έγραφε στους τοίχους.
Μασώντας τα φύλλα τους,
ένιωθε την πίκρα της ερήμου σαν την πίκρα της μοναξιάς
κέρναγε τον εαυτό του πάνω στο ασημοκέντητο τσεβρέ,
ένα πιατάκι γλυκό κι ένα φεγγάρι στο μπράτσο ραμμένο σταυροβελονιά
να μην αιμορραγεί -που καιρός για έξοδα στα νοσοκομεία-
Πέρσι το καλοκαίρι – και φέτος το ίδιο συνέβη-
απέναντι στην άλλη φάση της πανσελήνου
με τους δαιμονισμένους γέλωτες
μακρύ χέρι ενός ιδιώτη νόμου
έπεφτε βαρύ και έσβηνε με γομολάστιχα τη μορφή της Άνοιξης.
Τα φεγγάρια του Καλοκαιριού του άρεσαν πιο πολύ.
Του άρεσαν περισσότερο τα χρώματα
Του άρεσαν περισσότερα τα σχήματα
Μέσα στους χρόνους τα σχήματα των εποχών
Και κείνος μια γραμμή μαύρη στο σχήμα του φόβου
Καθώς η σκιά της συκιάς λάκτιζε από τον τοίχο
Η μορφή της –γυναίκα από πικραμύγδαλο-
έλιωνε στο πυρόξανθο της φωτιάς και του μίσους.
Βέβαια αυτός έκλεινε επιμελώς τα μάτια
Η όρασή του ουδεμία σχέση είχε με το έγκλημα.
Φόρεσε τα γυαλιά του για ν΄ αποκτήσει άλλοθι.

***


AKOH


Κι ύστερα, ποιος να το πίστευε, πως στις άδειες νύχτες
από χαρά(;) από λύπη(;) η ελπίδα θα περίσσευε
κι ένα χέρι θα την πετούσε στα άπλυτα σκυβαλοδοχεία,
 
έρμαιο των απελπισμένων. Εκείνων
 
που προσδοκούν Ανάσταση νεκρών και φίλιων συναισθημάτων.
 
Ήξερε, το γνώριζε πολύ καλά, πως οι χρόνοι,
 
εκείνοι οι χρόνοι που κουβαλούσε
ανάκατοι με λίγο ψωμί και μουχλιασμένο τυρί
 
στο τυλιγμένο από σκόνη δισάκι,
 
μια ιδρωμένη σκόνη σύντροφος, που ένωνε και χώριζε
αμείλιχτη σκόνη που δεν έφευγε απ΄ τα νερά των θαλασσών και των λιμνών
 
αόρατη σκόνη που θόλωνε τις ακροθαλασσιές της υπομονής
 
μια σκόνη τρέλα που στις νικημένες του νύχτες ούρλιαζε
 
ξέβραζε στην άκρη του δρόμου, μητέρες, παιδιά και γέροντες.
 
Αυτός δεν ήθελε ν΄ ακούσει.
Έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν άκουγε.
Έτσι και τώρα,
 
για καλύτερη απόδοση στην ανυπακοή και στο ψέμα.
Για απλούστερη υποταγή στην ανοχή που του επιβλήθηκε,
απέσυρε τ΄ ακουστικά και βούλωσε τ΄ αυτιά του.

Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου 2018

ΗΤΑΝ ΤΟ ΘΕΛΗΜΑ ΤΗΣ



Ήρθε ο γαμπρός και έκατσε δίπλα του
να μετρηθεί το ύψος και το πλάτος
και προπαντός οι αποστάσεις.

Η κόρη του είχε φτάσει τα είκοσι ένα χρόνια.
Μετρούσε, ξανά μετρούσε τόσα τα έβγαζε
και ο ίδιος είχε πατήσει τα εξήντα.

Αισθάνθηκε στην πλάτη το χτύπημα του χεριού
«μην ανησυχείς θα την προσέχω
κοίτα εσύ να γράψεις κείνο το χωράφι με τις ελιές»

Η μάνα είχε κοιμηθεί κάτω από κείνες τις ελιές.

Έβγαλε το χαρτί από την τσέπη, έβαλε την υπογραφή του
μια τζίφρα δηλαδή και του το δωσε.

Πήρε το χαμόγελο της κόρης, το έκαμε δαχτυλίδι
το φόρεσε στο δάκτυλο του γαμπρού
πήρε την μνήμη την έκαμε κεντητό
και είπε: «ήταν το θέλημά της…»

Κέρασε από μια ελιά στους καλεσμένους,

ύστερα βγήκε από το σπίτι
πήρε τον δρόμο για το χωράφι
ξάπλωσε κάτω από τις ελιές.

Τον πήρε και κείνο ο ύπνος.


Ποιητική Συλλογή: Ωράρια Επιστροφών 



ΡΗΜΑΓΜΕΝΑ ΚΑΦΕΝΕΙΑ



Πάσχιζε ταλαιπωρημένο το βλέμμα
να δει τις χώρες  πίσω από τα γεμάτα βαγόνια με ανθρώπους
-μετανάστες τους λέγανε στα χαρτιά με κείνες τις πύρινες γλώσσες-
Κι εσύ, με την τεμαχισμένη σου ψυχή
κόχλαζες σα λάδι σε καρβουνιασμένο τηγάνι
ως αγκάλιασε σταγόνες βροχής.
Έσταζε και στα στήθια της γης το νερό του Φθινοπώρου.

Δεν είχες πλέον δύναμη το μαύρο χέρι να σηκώσεις
Το είχες ακουμπήσει πάνω στο θρυμματισμένο γόνατο
απ΄  την ορθοστασία της ξενιτειάς που έβριζες πάντοτε.
Δεν άντεχες το χέρι να απλώσεις, 
τα άσπρο μαντήλι λερωμένο μονίμως στη τσέπη
και ιδού
αξύριστος μέρες – συνεχώς είχες πένθος-
με τις τρίχες πουρνάρια στις αυλακωμένες πλαγιές,
δικαιολογούσουν κάποτε – κάποτε
κι έλεγες περιγελώντας,
ο αχνιστός καφές σε ξεκούραζε
στα ρημαγμένα καφενεία που σύχναζες τα βράδια.

ΔΕΙΠΝΟ ΜΕ ΕΝΑ ΝΕΟ ΑΓΝΩΣΤΟ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ από τη συλλογή: Ωράρια Επιστροφών



Σήμερα θα δειπνήσω μ΄ ένα νέο άγνωστο στρατιώτη.
Θα καθίσουμε απέναντι,  σ΄ ένα καλό εστιατόριο,
σαν αυτά που σερβίρουν με ευγένεια τη ακρίβεια,
κι΄  αλλοίμονο  θ΄ ανεχτούμε την υπεροπτική ματιά, 
του τελευταίου τραπεζοκόμου.

Θα παραγγείλουμε όλα εκείνα που μας αναγκάζουν
να καθόμαστε αμέριμνοι,  σαν τις καλαμιές
έτοιμες να καούν στους κάμπους της υπαίθρου
και μας καθιστούν ώρες- ώρες δειλινές, 
όμορφα αγάλματα στα σαλόνια των φυλακών μας.

Θα πιούμε ένα γλυκύ ηδύποτο,  κοιτάζοντας
ο ένας στα μάτια του άλλου,
μέχρι ότου κουραστεί κάποιος και
κατεβάσει σιγανά τα βλέφαρα.

Ο ήλιος θ΄ αρμενίζει στις καρδιές
και θα ξεκουράζεται στις αγκαλιές των νέων
που πέφτουν αμαχητί στα χαρακώματα της ραστώνης
και υποκλίνονται στις συνήθειες των σοφών.
Πατρίς, αγκαλιά με τη  Θρησκεία και λίγη οικογένεια.
Μην ταραχτεί η χρόνια τάξη.
Μην λησμονηθούν και οι άγνωστοι στρατιώτες, 
εκείνων των χρόνων που δεν θέλει να θυμάται κανείς.
Μα είναι τόσο καλά δομημένες οι παρελάσεις, 
της λεβεντιάς και της υπερηφάνειας.

Δεν θα τον πιέσω με οχλήσεις του κοινού νου.
Δεν θα σκιάσω αυτή την έξοδο
από τις σκοτεινές πύλες της πολιορκίας.
Έτσι τα βλέφαρα κάποιος θα τα σηκώσει.
Θ΄ αντικρύσουμε και πάλι ο ένας τα μάτια του άλλου
βαθειά για να βρούμε καθαρό νερό στο βυθό της ίριδας.
Και πριν υπογραφή το συμβόλαιο του.
Θα τον ρωτήσω: Γιατί κινήθηκε από την πολυθρόνα του;
Ήρωας θέλει να γίνει;


 Ο Πίνακας είναι του ζωγράφου Θεόφιλου . Σύνδεσμος: http://ikivotos.gr/

Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018

Μουσική Περιήγηση: Από την Κωνσταντινούπολη ως την Κύπρο




 Συλλογή στοιχείων - πληροφοριών : Δημήτριος Γκόγκας
η φωτογραφία είναι από τον ιστότοπο:http://esxoleio.weebly.com/delta-epsilonnu972tauetataualpha-epsilonlambdalambdaetanuiotasigmamu972sigmaf-epsilonkappatau972sigmaf-sigmaupsilonnu972rhoomeganu.html 

Το Δημοτικό τραγούδι όπως όλοι γνωρίζουμε, είναι μία από τις σημαντικότερες εκφράσεις ενός λαού. Και ουσιαστικά δεν υπάρχουν λαοί στην υφήλιο που να μην έχουν αναπτύξει, δημιουργήσει κάποιο είδος δημοτικού τραγουδιού. Το Δημοτικό τραγούδι συνδυάζει την ποίηση με την μουσική και αναδεικνύεται πολλές φορές με τον χορό. Συντροφεύει δε τους ανθρώπους με ποικίλους τρόπους σε όλες τις δραστηριότητες του. Γεννήσεις, Γάμους, κηδείες κτλ. Το Δημοτικό τραγούδι αποτελεί μια διαχρονική έκφραση των βιωμάτων ενός λαού και μέσα από επαναλαμβανόμενα στάδια και μοτίβα, με πλούσιο θεματολόγιο, μεταφέρουν στους ώμους τους, τα συναισθήματα, τις ιδέες, τις αγωνίες, τις προσδοκίες ανά τους αιώνες.

Χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες:

α. Τα Δημοτικά τραγούδια  που αναφέρονται στις διάφορες εκδηλώσεις της ζωής του ανθρώπου όπως: της αγάπης, νυφιάτικα, νανουρίσματα, παιδικά, κάλαντα, αποκριάτικα και άλλα εορταστικά, τραγούδια της ξενιτιάς, μοιρολόγια, γνωμικά, τραγούδια της δουλειάς).
Β. Τα Δημοτικά Ιστορικά Τραγούδια: όπως τα ακριτικά και τα κλέφτικα και γενικότερα τα τραγούδια εκείνα που αναφέρονται σε συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα.
γ. Τα Δημοτικά  Τραγούδια που διακρίνονται για τον ξεχωριστό χαρακτήρα τους και προβάλλουν τα γεγονότα με άκρως αφηγηματικό και δραματικό τρόπο, όπως είναι τα επικά.

Στην παρούσα ανάρτηση δεν θα κινηθούμε με σκοπούς διδακτικούς. Δεν είναι ο ρόλος μας αυτός και ούτε θα προσπαθήσουμε να κατευθυνθούμε προς τα εκεί. Σκοπός μας είναι να σας παρουσιάσουμε ένα Δημοτικό Τραγούδι από κάθε περιοχή του Ελληνισμού. Από την Ανατολική Θράκη μέχρι και την Κύπρο. Η Επιλογή των τραγουδιών δεν έγινε τυχαία. Πέρα από την  λιτότητα των εκφραστικών μέσων και τρόπων, την οικονομία και την πύκνωση του ποιητικού λόγου, κύρια χαρακτηριστικά των Δημοτικών Τραγουδιών, επιλέξαμε Δημοτικά τραγούδια που ίσως να μην είναι τα πιο δημοφιλή, αποτελούν όμως σημαντικό κομμάτι της Δημοτικής μας Ποίησης. Πολλά από αυτά μεταφέρουν μνήμες, ειδικά στους παλαιότερους από εσάς. Ελπίζουμε στην καλή ανάγνωση και ακρόαση σας (για ακρόαση πατάτε επί των συνδέσμων. Τα πνευματικά δικαιώματα της εικόνα και του ηχητικού προϊόντος  του κάθε συνδέσμου ανήκουν στους δημιουργούς τους)

Το πρώτο τραγούδι που θα αναγνώσετε είναι από την περιοχή της
Ανατολικής Θράκης - Κωνσταντινούπολης

Δώδεκα Ευζωνάκια

Το τραγούδι εξυμνεί τον ηρωισμό των ελληνοπαίδων. Τα δώδεκα λοιπόν Ευζωνάκια, όσα και οι μήνες του χρόνου, όσοι και οι μαθητές του Ιησού Χριστού, αποφασίζουν να περάσουν τη Μαύρη Θάλασσα και να ελευθερώσουν την αιώνια πόλη. Στην προσπάθειά τους αυτή, εμπόδιο στέκεται η φουρτουνιασμένη θάλασσα που διαλύει τα μέσα μεταφοράς, οδηγεί προς τον θάνατο τα νεαρά παιδιά, μα πάντα η προστάτιδα Παναγία βρίσκεται εκεί να εισακούσει τους πόθους του λαού:

Βοήθα Παναγιά μου να τα γλιτώσουμε
κι όλα σου τα καντήλια Παναγιά μου θα στ’ ασημώσουμε


Δώδεκα ευζωνάκια τ’ αποφασίσανε
στον πόλεμο να πάνε Παναγιά μου
να πολεμήσουνε

Στο δρόμο που πηγαίναν στη Μαύρη θάλασσα
κακιά φουρτούνα πιάνει Παναγιά μου
ξεσκίζει τα πανιά

Δεν κλαίμε το καράβι δεν κλαίμε τα πανιά
μον’ κλαίμε τα ευζωνάκια Παναγιά μου
τα νιούτσικα παιδιά

Βοήθα Παναγιά μου να τα γλιτώσουμε
κι όλα σου τα καντήλια Παναγιά μου
θα στ’ ασημώσουμε

μπορείτε να το ακούσετε: https://www.youtube.com/watch?v=qcXVk0E1HRw

**
Από την Ανατολική Ρωμυλία έρχεται το Δημοτικό τραγούδι:
Κάτω στα Ρόδα
Χορεύεται ως χορός Παιτούσκα
Kάτου στα Pόδα, στα Pοδοπούλα
ξένους αγάπ'σι μια ρωμιοπούλα
κι η ρωμιοπούλα δεν τόνε θέλει.
Πάρτουν, κόρη μου, τουν ξένουν άντρα,
θα σι φουρέσει φλουριά κι χάντρα.
Δεν τόνε θέλω, δεν τόνε παίρνω,
δεν τόνε θέλω τουν ξένουν άντρα
κι ας μι φουρέσει φλουριά κι χάντρα.



**

Λίγο πιο κάτω στο Ανατολικό Αιγαίο  ένα Καράβι από την Χιο, στη Σάμο πήγε κι άραξε…Ερωτικό τραγούδι στους ρυθμούς του νησιώτικου μπάλου. Οι στίχοι αναφέρονται στην αξία του φιλιού και στο χτυποκάρδι των γυναικών με το αντάμωμα της αγάπης και του έρωτα.  

Ένα καράβι από την Χιο

Ένα καράβι από τη Χιο
με τις βαρκούλες του τις δυο
στη Σάμο πήγε κι άραξε
κι έκατσε και λογάριασε

Πόσο πουλιέται το φιλί
στη Δύση, στην Ανατολή
Της παντρεμένης τέσσερα
της χήρας δεκατέσσερα

Της λεύτερης είναι φτηνό
το παίρνεις με το χωρατό
κι αν σε φιλήσει μια φορά
αλλού ψάχνει να βρει χαρά



**

Από την ΔΥΤΙΚΗ ΘΡΑΚΗ ακούμε το τραγούδι: Εγώ στα ξένα περπατούσα
Τραγούδι που προέρχεται από τον νομό του Έβρου Δυτικής Θράκης.
Χορεύεται στα βήματα του «ΘΡΑΚΙΩΤΙΚΟΥ ΣΥΓΚΑΘΙΣΤΟΥ».

Εγώ στα ξε καλή μου μάνα,
εγώ στα ξένα περπατούσα
εγώ στα ξένα περπατούσα
τσ’ όμορφες παρατηρούσα
(εγώ στα ξένα περπατούσα
τσ’ όμορφες παρατηρούσα)

Όλα τα καλή μου μάνα,
όλα τα κορίτσια τα `δια
όλα τα κορίτσια τα `δια
με τα γέλια, με τα χάδια
(όλα τα κορίτσια τα'δια
με τα γέλια με τα χάδια)

Μια γαλά καλή μου μάνα,
μια γαλαζοφορεμένη
μια γαλαζοφορεμένη
την καρδιά μου έχει καμένη
(μια γαλαζοφορεμένη
την καρδιά μου έχει καμένη)

Δεν μπορώ, καλή μου μάνα
δεν μπορώ να τη γελάσω
δεν μπορώ να τη γελάσω
το χεράκι της να πιάσω
(δεν μπορώ να τη γελάσω
το χεράκι της να πιάσω)



**

Φτάνουμε στα Δωδεκάνησα: Το τραγούδι Ντιρλαντά λεγόταν όταν τραβούσαν οι ναύτες κουπί στις βάρκες, δημιουργώντας αυτοσχέδια σατυρικά δίστιχα τα λεγόμενα τσιμαριστά. Η αρχική προέλευση είναι από την νήσο  Κάλυμνο των Δωδεκανήσων. Κάποιοι λένε ότι οι σφουγγαράδες το τραγουδούσαν όλοι μαζί στους δύτες, όταν ανέβαιναν από τις καταδύσεις. Ήθελαν να τους κρατήσουν ξύπνιους και να αποφύγουν τη νόσο των δυτών.

Ντιρλαντα

Βρέ ντιρλαντά, ντιρλανταντά, βρε ντιρλαντά και τέζα όλοι
και πώς θα πάρουμε την Πόλη, ω ντιρλαντά, ντιρλανταντά
Από την πόλη την καλή ήρθε μια σκούνα με πανί.

Ω ντιρλαντά, ντιρλανταντά, ω ντιρλαντά και δεν τελειώνει
βρε ντιρλαντά με ζαχαρώνει,
Ω ντιρλαντά, ντιρλανταντά, να το χαρώ που με κοιτά
Ω ντιρλαντά βρε λεβεντόνια, βρε και της Μπαρμπαριάς γλαρόνια.

Ω ντιρλαντά, ντιρλανταντά, ω ντιρλαντά βρε και βραδιάζει
βρε κι η κουβέρτα αναστενάζει
Βρε και ο μάγερας φωνάζει, ω ντιρλαντά, ντιρλανταντά
Βρε ντιρλαντά και τέζα όλοι και πώς θα πάρουμε την Πόλη.

Από την πόλη την καλή, ήρθε μια σκούνα με πανί
Ω ντιρλαντά, ντιρλανταντά, αχ η Μαρία του Μηνά
Επάνω στ’ άσπρο της ποδάρι θα πάω να δέσω παλαμάρι.

Ω ντιρλαντά, ντιρλανταντά, ω ντιρλαντά θα δέσω κόμπο
βρε στον λαιμό τους των αρχόντων
Να πέφτει ο κόμπος στο κοπάλι, στην Κατερίνα του τσαγκάρη
Βρε θα τη βάλω μες στην πλώρη και θα της κάμω γιο και κόρη.

Ω ντιρλαντά, ντιρλανταντά, ω ντιρλαντά και σεις λεβέντες
βρε θα σας δώσω εγώ βιολέτες
Θα δώσω σ’ όλους από δύο βρε και του Γιώργη δε του δίνω
Ω ντιρλαντά, ντιρλανταντά, ω ντα ντα ντα, ντιρλανταντά
Ω ντιρλαντά, ντιρλανταντά...



**

Στην Δυτική νησιωτική Ελλάδα και από τα ΕΠΤΑΝΗΣΑ έρχεται η Δούλα. Αποτελεί Λευκαδίτικη Καντάδα που την τραγουδούσαν οι κάτοικοι της Λευκάδας την περίοδο του Καρναβαλιού.


Ακούσατε τι έπαθε στο Τζάντε
με μια δούλα
για να τη μπλέξει σ’ έρωτα
του `καψε την καρδούλα

Μια μέρα την συνάντησε
της έκλεισε το μάτι
και κείνη αποκρίθηκε
στο διάολο χωριάτη

Καρναβαλάκι ήτανε
και βράδυ μοναχούλα
τότε που αποφάσισε
να εκδικηθεί την δούλα

Την έβαλε και έκατσε
σε καναπέ με σούστα
κι ολονυχτίς του έκανε
του έρωτα τα γούστα

Περίπολα τον πήγανε
εις την εισαγγελία
"τη δούλα την παντρεύομαι
χωρίς διαμαρτυρία"

Εισαγγελείς κατάλαβαν
πως είναι ερώτου λύσσα
σε γάμο τον τιμώρησαν
και τόνε απολύσαν



**

Απέναντι από τα Επτάνησα στέκεται αγέρωχη η ΗΠΕΙΡΟΣ. Στο μεγάλο ερώτημα Πως το τρίβουν το πιπέρι βρίσκουμε απαντήσεις μέσα από τους στίχους αυτού του τραγουδιού. Πως το τρίβουν το πιπέρι . Διαβάζουμε σχετικά σε αναφορές για αυτό το τραγούδι: «Το τραγούδι συνοδεύει αργό αντρικό χορό «στα τρία», όπου τα βήματα εναλλάσσονται με ομαδικές μιμητικές τελετουργικές κινήσεις.»

Πως το τρίβουν το πιπέρι

Πώς το τρί βλάχα μου
πώς το τρίβουν το πιπέρι;

Με το πόδι τους το τρίβουν
και το ψιλοκοπανίζουν.

Πώς το τρίβουν το πιπέρι
καλογριές κι οι καλογέροι;

Με τη φτέρνα τους το τρίβουν
και το ψιλοκοπανίζουν.

Πώς το τρί βλάχα μου
πώς το τρίβουν το πιπέρι;

Με το γόνα τους το τρίβουν
και το ψιλοκοπανίζουν.

Πώς το τρίβουν το πιπέρι
καλογριές κι οι καλογέροι;

Με το χέρι τους το τρίβουν
και το ψιλοκοπανίζουν.

Πώς το τρί βλάχα μου
πώς το τρίβουν το πιπέρι;

Με την γλώσσα τους το τρίβουν
και το ψιλοκοπανίζουν.

Πώς το τρίβουν το πιπέρι
καλογριές κι οι καλογέροι;

Με τη μύτη τους το τρίβουν
και το ψιλοκοπανίζουν.

Πώς το τρί τσούπρα μου
πώς το τρίβουν το πιπέρι;

Με τον κόπανο το τρίβουν
και το ψιλοκοπανίζουν.




**

Η περιοχή της ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ μας δίνει το παραδοσιακό τραγούδι:  ΑΧ Πατρίδα μας γλυκιά
Το τραγούδι έγινε ευρύτερα γνωστό μέσα από την ερμηνεία του Πάνου Τζαβέλα.


Τι έχουν τα ματάκια σου και είναι δακρυσμένα
ο φασισμός εσκέπασε τη χώρα μας μια μέρα

Αχ πατρίδα μας γλυκιά αγαπημένη Ελλάδα
Αχ πατρίδα μας γλυκιά πόσο σ’ αγαπώ πιστά

Τη χώρα μας αρχίσανε να την λεηλατούνε
άντρες γυναίκες και παιδιά όλους να μας χτυπούνε

Αχ πατρίδα μας γλυκιά αγαπημένη Ελλάδα
Αχ πατρίδα μας γλυκιά πόσο σ’ αγαπώ πιστά

Μα το κακό δεν βάσταξε και ξέσπασε μια μέρα
εμείς τα ελληνόπουλα σηκώσαμε παντιέρα

Αχ πατρίδα μας γλυκιά αγαπημένη Ελλάδα
Αχ πατρίδα μας γλυκιά πόσο σ’ αγαπώ πιστά

Τον φασισμό να διώξουμε Χίτλερ και Μουσολίνι
στη χώρα μας να φέρουμε παντοτινά ειρήνη

Αχ πατρίδα μας γλυκιά αγαπημένη Ελλάδα
Αχ πατρίδα μας γλυκιά πόσο σ’ αγαπώ πιστά



**

Από την ΚΡΗΤΗ ακούμε το Τραγούδι : Αγρίμι και αγριμάκια μου. Τραγούδι «ΛΕΥΚΟΡΕΙΤΙΚΟ» (ριζίτικο)με προέλευση από τα ορεινά του Νομού Χανίων Κρήτης.

Αγρίμια κι αγριμάκια μου

Αγρίμια κι αγριμάκια μου αγρίμια κι αγριμάκια μου,
‘λάφια ε… ‘λάφια μου με… μερωμένα …να μερωμένα
πέστε μου που …ου είν’ οι τό… πέστε μου που είν’ οι τόποι σας.

------

Πέστε που είν’ οι τόποι σας πέστε μου που είν’ οι τόποι σας,
και που ε… και που (ν)τα χει… χειμαδιά σας τα χειμαδιά σας
γκρεμνά είν’ εμάς …άς οι τό… γκρεμνά είν’ εμάς οι τόποι μας.

------

Γκρεμνά είν’ εμάς οι τόποι μας γκρεμνά είν’ εμάς οι τόποι μας,
λες και(ς) να λες και(ς) τα χει… χειμαδιά μας τα χειμαδιά μας
τα σπηλιαρά… …άκια του τα σπηλιαράκια του βουνού.

------

Τα σπηλιαράκια του βουνού τα σπηλιαράκια του βουνού,
είναι να είναι τα γο… γονικά μας τα γονικά μας
αγρίμια κι α… αγριμά… αγρίμια κι αγριμάκια μου.


**

ΚΥΚΛΑΔΕΣ

ΘΑΛΑΣΣΑΚΙ ΜΟΥ

Τραγούδι εξευμενιστικού χαρακτήρα προς τη θάλασσα με προέλευση από τη Νάξο Κυκλάδων. Ο Δημοτικός τραγουδιστής ικετεύει, παρακαλεί την θάλασσα να ηρεμήσει και να φέρει πίσω τους αγαπημένους.
Χορεύεται στα βήματα του «ΣΥΡΤΟΥ παραλλαγής ΚΥΚΛΑΔΩΝ».

Θάλασσα θάλασσα τους θαλασσινούς θαλασσάκι μου
θάλασσα θάλασσα τους θαλασσινούς θαλασσάκι μου,
μην τους θαλασσοδέρνεις θαλάσσακι μου εσύ ‘σαι το μεράκι μου
μην τους θαλασσοδέρνεις θαλάσσακι μου εσύ ‘σαι το μεράκι μου.

Ροδόσταμο ροδόσταμο να γίνεσαι θαλασσάκι μου
ροδόσταμο ροδόσταμο  να γίνεσαι θαλασσάκι μου,
την πλώρη τους να ραίνεις θαλάσσακι μου εσύ ‘σαι το μεράκι μου
την πλώρη τους να ραίνεις θαλάσσακι μου εσύ ‘σαι το μεράκι μου.

Θάλασσα κι αλμυρό νερό να σε ξεχάσω δεν μπορώ,
να σε ξεχάσω δεν μπορώ θάλασσα κι αλμυρό νερό.

------

Θάλασσα θάλασσα που τον έπνιξες κι ωχ αμάν
θάλασσα θάλασσα που τον έπνιξες κι ωχ αμάν,
της κοπελιάς τον άντρα θαλασσάκι μου να φέρεις το παιδάκι μου
της κοπελιάς τον άντρα θαλασσάκι μου να φέρεις το παιδάκι μου.

Κι η κοπελιά κι η κοπελιά είναι μικρή θαλασσάκι μου
κι η κοπελιά κι η κοπελιά είναι μικρή θαλασσάκι μου,
και δεν της πάν’ τα μαύρα θαλασσάκι μου να φέρεις το παιδάκι μου
και δεν της πάν’ τα μαύρα θαλασσάκι μου να φέρεις το παιδάκι μου.

Θάλασσα κι αλμυρό νερό να σε ξεχάσω δεν μπορώ,
να σε ξεχάσω δεν μπορώ θάλασσα κι αλμυρό νερό.


**

Να και η Κύπρος μας. Τραγούδι ερωτικού περιεχομένου το : Λούλα μου Μαρούλα μου

Εψές η νύκτα ’σιόνιζεν,
Λούλλα μου, Μαρούλλα μου
τζαι τα πουλιά μαρκώσαν.
Τζ’ εγιώνι μεσ’ τ’ αγκάλια σου,
Λούλλα μου, Μαρούλλα μου
κρυότην εν ένωσα.

Εψές η νύκτα μια ήτουν, Λούλλα μου...
τζαι πόψε δκυό γινήκαν.
Τζ’ εν οι καμοί σου μουζουρού, Λούλλα μου...
τζ’ εξηφανερωθήκαν.

Νωστά π’ αγαπηθήκαμεν, Λούλλα μου...
έππεφτα τζ’ εν εκάμμουν.
Τζ’ ελάλουν: Παναΐα μου! Λούλλα μου...
οι άλλοι πώς βαστάγνουν!

Εις τον γυρόν της θάλασσας, Λούλλα μου...
να πα’ να ορκιστούμεν.
Τζ’ ωσπόσ’ η θάλασσα νερόν, Λούλλα μου...
να μεν ποχωριστούμεν.



**

Στην ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ και πιο συγκεκριμένα στην περιοχή ΣΙΑΤΙΣΤΑ ΤΟ ΤΡΑΓΟΎΔΙ : Μήλο μου Κόκκινο. Συγκαταλέγεται στα Τραγούδια του  γάμου
και χορεύεται στα βήματα του «ΣΥΡΤΟΥ παραλλαγής ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ».

Μήλο μου κόκκινο

Μήλο μου κόκκινο ρόιδο βαμμένο
μήλο μου κόκκινο ρόιδο βαμμένο
γιατί με μάρανες τον πικραμένο
γιατί με μάρανες τον πικραμένο

Παένω κι έρχομαι μα δε σε βρίσκω
παένω κι έρχομαι μα δε σε βρίσκω
βρίσκω την πόρτα σου μανταλωμένη
βρίσκω την πόρτα σου μανταλωμένη

Τα παραθυρούδια σου φεγγοβολούνε
τα παραθυρούδια σου φεγγοβολούνε
ρωτώ την πόρτα σου "πού πάει η κυρά σου;"
ρωτώ την πόρτα σου "πού πάει η κυρά σου;"

Κυρά μ’ δεν είνι δω πάεισι στη βρύση
κυρά μ’ δεν είνι δω πάεισι στη βρύση
πάεισι να πιει νερό και να γεμίσει
πάεισι να πιει νερό και να γεμίσει



**

Στην ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ απαντάμαι το τραγούδι: Από ξένο τόπο Τραγούδι με προέλευση από την Σμύρνη χερσονήσου Ερυθραίας Μικρά Ασίας. Πρόκειται για τραγούδι της αγάπης και χορεύεται ως συρτός ή και μπάλος. Έχει τραγουδηθεί  σε πολλές και διαφορετικές παραλλαγές. Εντοπίζεται σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο (Ελλάδα, Τουρκία, Αίγυπτος κλπ). Στις ελληνικές παραλλαγές εμφανίζεται σε αρκετά διαφορετικά τραγούδια, όπως το "Έχασα μαντήλι" ή του "Εσκούταρι".

Aπό ξένο τόπο κι απ’ αλαργινό
ήρθ’ ένα κορίτσι, φως μου, δώδεκα χρονώ

Ούτε στην πόρτα βγαίνει ούτε στο στενό
ούτε στο παραθύρι φως μου, δυο λόγια να της πω

Έχει μαύρα μάτια και σγουρά μαλλιά
και στο μάγουλό του, φως μου, έχει μιαν ελιά

Δε μου τη δανείζεις δε μου την πουλάς
την ελίτσα που `χεις, φως μου, και με τυραννάς

Δε σου τη δανείζω, δε σου την πουλώ
μόν’ να τη χαρίσω θέλω σε κείνον π’ αγαπώ



**


Φτάνοντας στην ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟ, δεν μπορούμε παρά να σταθούμε στο πασίγνωστο δημοτικό:

Μαντίλι Καλαματιανό

Μαντήλι καλαματιανό,
φορείς στον άσπρο σου λαιμό.
Να σε χαρεί, να σε χαρεί,
εκείνος που σε λαχταρεί.

Έλα, πουλί μου έλα,
αν μ’ αγαπάς κι εμένα
πες το μάτια μου το ναι,
δε θα βρεις άλλον σαν κι εμέ.

Εσύ είσαι ένας ήλιος
φεγγάρι λαμπερό
που θάμπωσες το φως μου
και δεν μπορώ να ιδώ.

Λάμπεις και ακτινοβολείς
σαν το αστέρι της αυγής.
Στην Καλαμάτα ήπια νερό
και δε μ’ αφήνουν να σε δω.

Έλα, πουλί μου έλα,
αν μ’ αγαπάς κι εμένα
πες το μάτια μου το ναι,
δε θα βρεις άλλον σαν κι εμέ.

Να σε χαρεί που σ’ έχει
και που σε λαχταρεί
και που σε καμαρώνει
λεβέντικο κορμί.

Σαν πας στην Καλαμάτα
και `ρθεις με το καλό
φέρε μου ένα μαντήλι
να δέσω στο λαιμό
αμάν, καλέ μεταξωτό.



**

ΠΟΝΤΟΣ

Από την περιοχή του πόντου ένα τραγούδι αφιερωμένο στον άγνωστο πολεμιστή της περιοχής: Αϊτέντς επαραπέτανεν

Αϊτέντς επαραπέτανεν


Αϊτέντς επεριπέτανεν
Ψηλά σαν επουράνια
Ούι αμάν αμάν.

Είσεν τσαγγία κόκκινα
Και το τσαρκούλ’ νατ μαύρον
Ούι αμάν αμάν.

Εκράνε και σαν κάρτσια του
Παλικαρί βρασ(ι)όναν
Ούι αμάν αμάν.

Αϊτέ μ’ για δώσ’ μ’ ασό κρατείς
Για πέ(ι)με όθεν κείται
Ούι αμάν αμάν.

Ασό κρατώ κι δίγω σε
Αρ’ όθεν κείται λέγω
Ούι αμάν αμάν.

Εκεί σο πέραν το ρασίν
Σε ελάτα επ’ εκεί μέρος
Ούι αμάν αμάν.

Τραντέλλεναν εσκότωσαν
Και κείται ματωμένος
Ούι αμάν αμάν.

Μαύρα πουλία τρώγν’ ατόν
Και άσπρα τριγυρίσκουν
Ούι αμάν αμάν.

Ση θάλασσα κολυμπετής
Σ’ ομάλια πεχλιβάνος
Ούι αμάν αμάν.

Σον πόλεμον Τραντέλλενας
Του πόντου παλληκάρι
Ούι αμάν αμάν.



**



Από την Στερεά Ελλάδα και πιο συγκεκριμένα από την περιοχή της Σαλαμίνας
Συναντάμε το τραγούδι : Που πας Αφέντη Μέρμηγκα / Αποκριάτικο τραγούδι


Πού πας αφέ , πού πας αφέντη μέρμηγκα
και είσ’ αρματωμένος, και είσ’ αρματωμένος
Λέλεμ του, λέλεμ του, λέλεμ του και βόι βόι βόι
Λέλεμ του, λέλεμ του, λέλεμ του και ταμ τουμ του

Έχω `να αμπέ , έχω `να αμπέλι στο γιαλό
και πάω να το τρυγήσω, και πάω να το τρυγήσω
Λέλεμ του, λέλεμ του...

Έχω έν’ αμπέ , έχω έν’ αμπέλι στο γιαλό
πού κάνει πέντε ρώγες, που κάνει πέντε ρώγες
Λέλεμ του, λέλεμ του ...

Μα πρώτα πά , μα πρώτα πάω απ’ το χωριό
να πάρω ένα γαϊδούρι, να πάρω ένα γαϊδούρι
Λέλεμ του, λέλεμ του ...

Στο δρόμο τα, στο δρόμο τα ποδάρια του
θα του τα κάνω ρόδες, θα του τα κάνω ρόδες
Λέλεμ του, λέλεμ του ...

Να τρέχει να, να τρέχει να ζαλίζομαι
να `μαι σαν μεθυσμένος, να `μαι σαν μεθυσμένος
Λέλεμ του, λέλεμ του ...

Να με κοιτά , να με κοιτάζουν τα πουλιά
να κόβετ’ η λαλιά τους, να κόβετ’ η λαλιά τους
Λέλεμ του, λέλεμ του ...

Κι όποιου δεν κό , κι όποιου δεν κόβετ’ η λαλιά
να φεύγει από τ’ αμπέλι, να φεύγει από τ’ αμπέλι
Λέλεμ του, λέλεμ του ...





**
Για τις παραπομπές σας ....παραπέμπω στη σελίδα:https://dimitriosgogas.blogspot.com.cy/2018/02/blog-post_23.html
Δημήτριος Γκόγκας