Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2020

Μικρές εξορίες: Ποιητική Συλλογή της Ρούλας Τριανταφύλλου / Εισαγωγικό





γράφει ο ποιητής Δημήτριος Γκόγκας

Διαβάζουμε την τέταρτη κατά σειρά Ποιητική Συλλογή της Ρούλας Τριανταφύλλου, είχαν προηγηθεί: οι «Ματιές της ζωής από το κέντρο του Αιγαίου» Αυτό-έκδοση το έτος 2013, οι «Πληγές που θρέψαμε» από τις εκδόσεις: Διάνυσμα το 2015 και «Τα ανέγγιχτα του χρόνου» και πάλι από τις εκδόσεις Διάνυσμα δύο χρόνια μετά το 2017. Μεσολάβησε η συμμετοχή της σε ένα συλλογικό έργο και η έκδοση ενός βιβλίου διηγημάτων με τίτλο: «Μνήμες» Και σε αυτή την συλλογή ποιημάτων, η ποιήτρια ακολουθεί την μοναχική της πορεία όπου δεσπόζει η συνεχής προσπάθεια για λύτρωση από τις «πληγές που θρέψαμε» Καιροφυλακτούν ανάμεσα στους στίχους, αδιάκοποι πόνοι, η αγωνία της ψυχής της που δεν καταλαγιάζει και δεν «απνάζει» χαμένες αγάπες, διαρκή ερωτηματικά και μια ανάγκη φυγής που δεν έχει ακόμα εκπληρωθεί.

Πουλί ξενιτεμένο, πουλί διαβατάρικο και αποδημητικό, βρίσκεται σε μια ακάματη αναζήτηση φωλιάς και μόνιμης πατρίδας. Απάγκιο της η ποίηση όπου καθηλώνεται σαν σε τελματώδη καροτσάκι, αδυνατώντας να ξεφύγει από το μοιραίο. Το καθήκον του ποιητή και της ποιήτριας να γράφει και να αναζητά την αλήθεια, το φως, το τέλος. Διαβάζουμε χαρακτηριστικά στο ποίημα της: Εδώ είναι ξένος τόπος, που ανοίγει και τον κύκλο των ποιημάτων:

Θεέ μου, εδώ είμαι ξένος.
Εδώ είναι ξένος τόπος.
Ψάχνω σε άλλες εποχές, σ΄ άλλους κόσμους
στη μητρική μου γλώσσα, μια ξεχασμένη πατρίδα.

Στο ομότιτλο ποίημα του βιβλίου: Μικρές Εξορίες, διακρίνεται καθαρά η αγωνία της για τους δρόμους που θα πρέπει να ακολουθήσει καθώς η ίδια ισορροπεί ανάμεσα στο υπαρκτό φθαρτό και το αιώνιο άφθαρτο.

Πώς να κρατήσω τον δικό μου ουρανό
Με τι χέρια ν’ αγγίξω τα άστρα;
Δάκρυ με οδηγεί και με πνίγει.
Οι καιροί συνωμοτούν με την καρδιάς μου.
Πότε ζω και πότε χάνομαι …
στη σκόνη του χρόνου, οι μικρές μου εξορίες
Άνεμε!

Μέσα σε αυτή τη δίνη της ζωής αναζητά «τεχνάσματα αποπροσανατολισμού» με μοναδικό στόχο να βρει την δύναμη να ανταποκριθεί με επάρκεια και αποτελεσματικά στην καθημερινότητα που συνεχώς διαβρώνεται αλλά κυρίως διαβρώνει την ψυχή και το σώμα. Και εκεί έρχεται μια αχτίδα τύψης να επιδεινώσει την κατάσταση και να την φέρει και πάλι αντιμέτωπη με την διαφορετικότητα που η ίδια βιώνει στην μικρή της πατρίδα. Μια πατρίδα που ίσως ταυτίζεται με την εστία, με την οικογένεια, με τον τόπο που ζει και μεγαλώνει, μεστώνει όχι μόνο ανθρώπινα αλλά ανθρώπινα ποιητικά.
Επώδυνη εξορία να είσαι διάφορος…
Στο θάνατο ισότιμοι!
Στο αβέβαιο με κρατάει η νύχτα, ξεχασμένο δεσμώτη

Η ποιήτρια φαίνεται να είναι εγκλωβισμένη εντός των τειχών που η ίδια έχει χτίσει η δική της ελευθερία. Μια περιορισμένη ελευθερία που της επιτρέπει αποδράσεις του νου και της ψυχής σε παραδείσους μυστικούς και πατρίδες που το σώμα και η καρδιά της αποζητά και τις έχει ανάγκη. Πατρίδες μόνιμες και όχι πατρίδες μετανάστες.

Γκρεμίσαμε τείχη, κόψαμε συρματοπλέγματα.
Ανοίξαμε δρόμους σε δύσβατα μονοπάτια.
Χτίσαμε ξανά γκρεμισμένες γέφυρες.
Η μικρή πατρίδα πάντα μέσα μας.
Σιμά το όνειρο της λευτεριάς.

Η ποίηση για την ίδια είναι, η αποκάλυψη της ψυχής της. Ένα εσωτερικό ξέσπασμα, το δάκρυ που πρέπει να κυλήσει, να πέσει στη γη στη γη και να καρπίσει μια νέα ελευθερία ιδεών και χρωμάτων, να βρει η ποίηση νερό να ξεδιψάσει, πέτρα να ξαποστάσει και ήχο για να ντύσει τον κόσμο όλο. Κάπως έτσι συλλέγει τα στοιχεία που της υπολείπονται για να σκαλίσει τον ορισμό της ποίησης στον δικό της κόσμο. Η ποίησή της είναι η δική της ελευθερία. Και πρέπει να της αποδοθεί ο σεβασμός που της αρμόζει!

Του λόγου τέχνη
Μελωδία της καρδιάς
Της ψυχής ξέσπασμα.
Κρύβομαι..
Αποκαλύπτομαι!
..
Ποίηση!
Εκεί που λογική δεν χωράει …
Κι ο χρόνος κυλά, ο χρόνος αλλάζει
Ελευθερώνομαι!

Θα ήταν σοβαρή παράλειψη να μην αναφερθούμε στη γλώσσα που χρησιμοποιεί. Στρωτή και κατανοητή. Όλης της η προσπάθεια επικεντρώνεται στην παρουσίαση με απλότητα, χωρίς περιττούς επιθετικούς προσδιορισμούς των τρίσβαθων της ψυχής της. Απλώνει ένα κατάλευκο σεντόνι στο τεντωμένο σύρμα της αυλής για να το στεγνώσει το αυγινό αεράκι. Υπάρχουν βέβαια στιγμές που η γλώσσα θαρρείς πως σταματά, σαν τον διαβάτη μπροστά στο άγνωστο, σαν ένας ξερός κόμπος στο λαιμό. Μια στιγμιαία παύση στους στίχους, στις λέξεις, στις προτάσεις της ζωής, ένας βραχύς αναστεναγμός, ίσα να ακουστεί στον περίβολο της ποίησης, ένα πνιγηρό αχ, ένα αστροπελέκι χτυποκάρδι για αυτά που έφυγαν και γι αυτά που γλυκά θα έρθουν.
Αγαπητοί αναγνώστες αυτής της ποιητικής συλλογής
η ποιήτρια Ρούλα Τριανταφύλλου βαδίζει μοναχικά στο δύσκολο ποιητικό μονοπάτι που άλλοτε οδηγεί σε γκρεμούς και άλλοτε σε ουράνιους και επίγειους παραδείσους. Εύχομαι οι πόνοι της ψυχής να επουλώνονται μέσα από το ελεύθερο των στίχων γιατί όπως η ίδια χαρακτηριστικά γράφει:
[…]

Ξεδιπλώνω την ψυχή μου.
Σε χρόνους ξύλινους κρατώ τις μνήμες ...
Στο παρελθόν ψάχνω τις μελλοντικές μέρες.
Η διαδρομή μέσα μου απαλύνει την μοναξιά.
Γιατί!…
Ποτέ κανείς δεν κατάλαβε ότι δεν έφυγα;

Ο χρόνος είναι αυτός που θα υποδείξει την ποιητική ίαση και η ίδια η ποιήτρια θα βρίσκει πάντα την δύναμη να συνεχίσει αυτό το ταξίδι, κάνοντας μικρές στάσεις, παίρνοντας μικρές ανάσες, υποδεικνύοντας με όση δύναμη της απομένει τις πληγές. Όταν οι πληγές κλείσουν, θα έχει φτάσει και στο τέρμα, εκτός εάν το τέρμα δεν είναι άλλο παρά ένα τέλος. Ένα οποιοδήποτε τέλος!

[…]

Μακάρι!
Να πέταγα σε τόπους που αγάπησα
κι ας πέθαινα πετώντας.


Η ΣΥΛΛΟΓΉ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΤΕΙ ΣΤΗ ΣΕΛΙΔΑ:https://issuu.com/dimosvelenjas/docs/_____________________14-1-20

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2020

Ακραία φαινόμενα στην μεγαλόνησο.

Ακραία φαινόμενα στην μεγαλόνησο. Από που να αρχίσεις και που να τελειώσεις. Η μυσταγωγία της άθλιας καθημερινότητας ελκύει όλο και περισσότερους. Πρωτοστάτες υπάρχουν πολλοί, με το βλέμμα απλανές, τρομοκράτες του πολίτη, άθλιοι και ελεεινοί εργάτες της διασποράς ψευδών ειδήσεων και μιας μεγαλομανίας που τρομάζει. Απούσα η ευγένεια του λόγου, η ευγένεια της συμπεριφοράς, απούσα η καθαρότητα των χαρακτήρων και δηλώνουν παρών πάντα η υποκρισία, η έφεση στη συκοφαντία και η φράση ασπίδα της κουμπαριάς "ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε;" 

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2019

Το έλατο που ήθελε να γίνει χριστουγεννιάτικο δένδρο


Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε στη κορυφή ενός βουνού ένα έλατο που ήθελε να γίνει χριστουγεννιάτικο δένδρο. Κάθε λοιπόν που πλησίαζαν τα Χριστούγεννα παρακαλούσε να ανέβει σιμά του ένα ξυλοκόπος, να το κόψει και να πουληθεί σ’ ένα σπίτι. Να στολιστεί με τα ομορφότερα στολίδια και λαμπιόνια. Από τα καταπράσινα κλαδιά του να κρέμονται τα δώρα των μικρών παιδιών. Μα του κάκου, οι ξυλοκόποι δεν ανέβαιναν ποτέ. Έκοβαν τα δένδρα που βρίσκονταν στους πρόποδες του βουνού και έφευγαν. Αυτό συνεχίστηκε χρόνια ολόκληρα. Το μικρό έλατο από παιδάκι, έγινε έφηβος, ανδρώθηκε και τώρα μοιραία πλησίαζε τα βαθιά γεράματά του.
Κι έφτασε ο χρόνος που ο θεός το λυπήθηκε και στα φετινά Χριστούγεννα τύλιξε το έλατό μας, μ΄ ένα τεράστιο σύννεφο, στόλισε τα κλαδιά του με κατάλευκο χιόνι, έστειλε την Πούλια με τα επτά άστρα της να φωλιάσει στο κεφάλι του και παρήγγειλε στους δώδεκα αστερισμούς να φωτίζουν πολύχρωμα κάθε κουκουνάρι του. Κάλεσε δε όλα τα ζώα του βουνού να κουρνιάσουν στις ρίζες του. Το έλατο έλαμψε από χαρά, ξανάνιωσε και τίναξε τα κλαδιά του από ευγνωμοσύνη προς τον πλάστη του. Τα φετινά Χριστούγεννα θα είναι τόσο διαφορετικά και τόσο χαρούμενα. Πιο ανθρώπινα, πιο θεϊκά!

Τα 12 αγγελάκια /Δημήτριος Γκόγκας



Πάλι τα 12 αγγελάκια Στη σειρά με τσακισμένα τα άσπρα τους φτερά. Και πάντα μπροστά του η ίδια δικαιολογία. Έσπασαν στη μεταφορά.
Άναψε τον οξυγονοκολλητή κι άρχισε δουλειά. Τ΄ αγαπούσε αυτά τα αγγελάκια. Από μικρό παιδί, στόλιζαν, τις παραμονές των εορτών του δωδεκαήμερου την πλατεία του χωριού και δενόταν μαζί τους, με την εικόνα τους. Μετά τα Θεοφάνια τα μάζευαν χτυπημένα, λερωμένα, βανδαλισμένα. Δεν σέβονταν όλοι την παρουσία τους.    
Οι σκέψεις και οι τύψεις σπινθήριζαν στο μυαλό του. Ζήτησε συγνώμη σιωπηλά, καθώς κολλούσε φτερά, πρόσωπα, σώματα και καθάριζε ότι λερώθηκε από την ασχήμια των συγχωριανών του. Τα φύσηξε στο στόμα, τα κοίταξε στα μάτια. Κάνοντας μια ευχή, τα χτύπησε στους ώμους και είπε: πετάξτε. Εκείνα υπάκουσαν κι ανεβήκανε ψηλά στον ουρανό.



Σημείωση : η φωτογραφία είναι από τη σελίδα: https://sentra.com.gr/kastoria-ekptwtoi-aggeloi-1-000-evrw-thliveroi-dhmotikoi-stolismoi/

Παραιτήσου ‘Αι Βασίλη / Δημήτριος Γκόγκας




Αγαπητέ Αι Βασίλη. Σε είδα σήμερα σε διαφήμιση. ‘Ήσουν ανάμεσα σε φτωχά παιδιά της Αφρικής, να καμαρώνεις, σαν εκφράζανε τις ευχές τους. «Να έχω νερό» έλεγε ένα, «να τρώω κάθε μέρα, να μην φοβάται η μητέρα μου το άλλο, να έχει δουλειά ο πατέρας μου. Δεν ζήτησαν ούτε μπάλα, ούτε τρενάκι. Κι ύστερα χάθηκες τρέχοντας στην έρημο τη στιγμή που ένας ήλιος ανέτειλε ή έδυε. Δεν ξεχώρισα καλά…
Εκεί να μείνεις Άι Βασίλη. Να παραιτηθείς και να μείνεις στην Έρημο. Γιατί δεν λες την απλή αλήθεια; Πως κάθε χρόνο, δώρο δίνουν και παίρνουν όσοι έχουν χρήματα και πως κάποιοι φροντίζουν τα παιδιά εκείνα να ξυπνούν και να βλέπουν τους ίδιους καλικάντζαρους να πριονίζουν ακατάπαυστα το δένδρο της γης και της ζωής.