Σάββατο 25 Μαΐου 2019

Τουρκική Εισβολή/ Δημήτριος Γκόγκας




Εγώ την τουρκική εισβολή τη γνώρισα μικρός
Από δεύτερο χέρι
Άπλυτη και ξεθωριασμένη
Σαν κείνα τα ρούχα που πουλάνε στα παλιομάγαζα
Και τους πάγκους της λαϊκής


Μα όταν μας χαιρετούσαν
Μα όταν μας κάλεσαν
Έβγαλα το ξεφτισμένο πουκάμισο
Και το έστειλα πακέτο
Μαζί κι ένα γράμμα
Καλή αντάμωση.


Ποίημα με το οποίο συμμετείχα στο Λογοτεχνικό Ημερολόγιο 2019 του περιοδικού "Κέφαλος'

Πέμπτη 9 Μαΐου 2019

...ρατσισμός

Δεν μπορεί παρά να δεχτείς ότι ζεις σε μια ρατσιστική κοινωνία. Δεν μπορεί παρά να δεχτείς πως ότι και να κάνεις το μικρόβιο, ο ιός του ρατσισμού δεν μπορεί να καταπολεμηθεί με επαρκείς τρόπους, με θεραπείες που θα θέσουν τέλος στην καταστροφική πορεία του, στο σώμα του ανθρώπου, της κοινωνίας, της πολιτείας. Πάντα θα κρατείται μυστικά στα συρτάρια του νου και της ψυχής μας, το χρυσό χάπι. Οι άνθρωποι θα συνεχίσουν, διότι η παιδεία που τους χορηγείται είναι ανεπαρκέστατη, να συμπεριφέρονται απαξιωτικά και υπεροπτικά απέναντι σε ότι είναι διάφορο της μέσης οδού, που έχουν ορίσει κάποια διευθυντικά μέσα, να καλουπώνουν μια στυγερή καθημερινότητα. Μια αντιδημοκρατική σκέψη, μια λανθασμένη αντίληψη των πραγμάτων. Ακόμα και στην λέξη ρατσισμός ή αντιρατσιστικός, υπάρχει ο ρατσισμός. Το μόνο που μπορείς είναι να συνεχίσεις μια καταδικασμένη σε αποτυχία προσπάθεια, με την ελπίδα ότι η ελπίδα σου να δεις ένα άσπρο φως, ζει, υπάρχει και μπορείς να κρατηθείς ζωντανός ανάμεσα σε όλα όσα θεωρείς ότι αξίζουν. Και αξίζουν όλα...

Τρίτη 7 Μαΐου 2019

Ο φόβος μιας γυναίκας





Έπιασε το χέρι του και όχι από συνήθεια. Τον αγαπούσε τον σύντροφό της. Το χέρι του ήταν μια σταθερά στη ζωή της. Χτύπησε τη πόρτα του ιατρείου. Άρχισε να μιλά, μόλις της δόθηκε ο λόγος, για την δική της ασθένεια: «Ο άνδρα μου γιατρέ δεν προσέχει καθόλου την υγεία του». Αναφερόταν σε αυτά που την ενοχλούσαν χωρίς σταματημό, στο μικρό της ταξίδι την συντρόφευαν δάκρυα. Έσφιγγε ακόμα περισσότερο το χέρι του άνδρα της. Εκείνος δεν μιλούσε. Άκουγε!
«Κυρία, κυρία Ευτυχία» είπε ο γιατρός «μιλήστε μου για σας, για τον δικό σας πόνο, από τι πάσχετε;»
«Από φόβο γιατρέ. Αν πάθει κάτι ο άνδρας μου, αν φύγει από κοντά μου, δεν θα έχω κανένα στήριγμα. Από φόβο πάσχω!»

Κυριακή 28 Απριλίου 2019

Ο ποιητής πριν από την Πύλη.


Οίκος ευγηρίας / 28 Απρ 2019

Τη μέρα που δοξάστηκε η νίκη επί του θανάτου, τη μέρα ετούτη επέλεξε να πάει στον αγαπημένο του ποιητή. Και ήταν εκεί, ξαπλωμένος στο μονό κρεβάτι, σκεπασμένος ως το λαιμό, μόνη διέξοδος του κορμιού μια σκιά κρανίου, με το περιποιημένο μούσι και τα μάτια ορθάνοιχτα.
Του χάιδεψε το κεφάλι, κρύο και ρίγησε. «Ποιητή, με ακούς;» «Ποιητή με ακούς;» επανέλαβε εκείνος, στον χρόνο που κλωθογύριζε,  τη ζωή, η άνοια και η λήθη. Το βλέμμα ακούνητο, τα χείλη στεγνά. Χέρια γαντζωμένα στο αόρατο κουπί, που δεν θέλει να κουνήσει. Απρόβλεπτος ο συνομιλητής της ζωής. Δεν θέλει να τηρήσει την συμφωνία. Βιάζεται και η βάρκα παρασέρνεται από το ποτάμι, έτοιμη να διαβεί την πύλη, όπου η σιωπή κυβερνά και άρχει το αιώνιο. «Ποιητή ακούς;»

Παρασκευή 26 Απριλίου 2019

Επτά ψυχές / Δημήτριος Γκόγκας



Ανάμεσα στις ευθύνες κινείται η σοκαρισμένη κοινωνία της Αφροδίτης. Υποκριτικά ονειροπαρμένη αναστατώνεται καθημερινά από κτυπήματα του Εγκέλαδου στην ελαφρότητα της καρδιάς της και ζητά ματαίως δικαιοσύνη δηλώνοντας τον συγκλονισμό της. Ουδέν δάκρυ επί των εκκλησιών. Που να περισσέψει. Εδώ καλά – καλά δεν μπορούμε να δούμε την έκφραση του πτώματος, πόσο μάλλον την δική μας. Στοιχεία συλλέγονται για την αθώωση των θεσμών όχι φυσικά του δράστη. Μας δυσκόλεψε ο μπαγάσας. Να ήτανε τουλάχιστον αλλοδαπός.
Ανάμεσα στο εύρος της όρασης, κινείται η οπτική μας επί των ψυχών που χάθηκαν. Τόση ήταν η δύναμή τους για ζωή, που συνάχθηκαν στον παράδεισο για ανέλπιδη δικαιοσύνη. Ο Έρωτας, τις αγκάλιαζε ασφυκτικά καθώς πάλευαν να ξεφύγουν από την σιδερόφρακτη φυλακή της πρότασης: «Μα για μια Φιλιππινέζα νοιάζεσαι σιορ»
Η ζωή τους καθρέφτης, μας θρυμματίζει. Ξεπεσμένη όπως όπως η πολιτεία, χωρίς ντροπή, ενδύεται την υποκρισία και το ψέμα, οραματιζόμενη τις καλύτερες μέρες που θα έρθουν μέσα στον άνθρακα, τη πίσσα και τα αργύρια. Οι άτεγκτες  συνειδήσεις δεν παραιτούνται. Προσαρμόζονται, σιωπούν προσωρινά, παραφυλούν κι ύστερα ως ερπετά σφικτήρες, τυλίγονται γύρω από πολίτες που βαφτίζονται θύματα και σηκώνουν τις μαύρες σημαίες με πρόσημο: «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε; Και τώρα πούστηδες θα δείτε…» δείχνοντας φανερή την ενόχλησή τους καθήμενοι επί ακούνητων καρεκλών πλησίον των περιγέλαστων γραφιάδων των «τα του Δήμου»
Και όλα αυτά ως την αποκάλυψη, την ανάσταση και το πέρασμα σε μια άλλη κοινωνία που δεν φαίνεται στο άμεσο μέλλον.