Σελίδες
- Αρχική σελίδα
- Δημήτριος Γκόγκας (βιογραφικό σημείωμα)
- ΑΝΑΣΕΣ από την Καμπούλ
- «16 αριθμοί και 24 γράμματα» / Β΄Μέρος
- «16 αριθμοί και 24 γράμματα» / Α΄Μέρος
- Δέκα [10] μικρά ταξίδια
- Ξέρω ένα Τόπο / Α΄
- Ξέρω ένα Τόπο / Β΄
- Ξέρω ένα Τόπο / Γ΄
- Ξέρω ένα Τόπο / Δ΄
- Ένα τετράδιο για το Στρυμονικό / Α΄μέρος
- Ένα τετράδιο για το Στρυμονικό / Β΄μέρος
- Ένα τετράδιο για το Στρυμονικό / Γ΄μέρος
- Ωράρια Επιστροφών / Α΄μέρος
- Ωράρια Επιστροφών / Β΄μέρος
- Ωράρια Επιστροφών / Γ΄μέρος
- Ωράρια Επιστροφών / Δ΄ μέρος
- Κάμπος μιας Νιότης (απόσπασμα)
- Σημείο Συνάντησης [Δ.Γκόγκας/Ρ.Τριανταφύλλου]
- Απανθίσματα [Δ.Γκόγκας/Ρ.Τριανταφύλλου/Χ.Γαλιάνδρα]
- Ταξίδια Πολύτιμα του Νου[Δ.Γκόγκας, Σ.Σκουλίκα, Α.Βλαχιώτης, Ε. Δράτσελος],
- 199 χρόνια Ελεύθερης Ζωής +1 (αφιέρωμα στην Ελληνική Επανάσταση του 1821)
Σάββατο 9 Απριλίου 2022
Προσφύγων Νόστος : Παρουσίαση της Ανθολογίας Ποίησης Κυπρίων Ποιητών και Τέχνης Κυπρίων Καλλιτεχνών την 15 Απριλίου 2022
Παρασκευή 8 Απριλίου 2022
Τι είναι ποίηση;
γράφει ο Δημήτριος Γκόγκας
Από τον Αργεντινό λογοτέχνη: Χόσε Λουίς Μπόρχες, ο οποίος την προσδιόρισε ως την «… έκφραση του ωραίου, διαμέσου λέξεων περίτεχνα υφασμένων μεταξύ τους», έως τον Κώστα Καρυωτάκη (Ἡ ποίηση είναι το καταφύγιο που φθονούμε), τον Γεώργιο Σεφέρη (Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα) ή τον Μανόλη Αναγνωστάκη (Η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε, αλλά ὁ καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας) καθώς και πληθώρα ορισμών από σπουδαίους ποιητές, η ποίηση δεν μπορεί παρά να είναι η συνείδηση της ψυχής. Είναι ο ουσιαστικότερος τρόπος με τον οποίο ο κάθε ποιητής βλέπει τη ζωή, τις πτυχές της (αγάπη, έρωτας, ειρήνη, χρόνος, τόπος, κ.ο.κ) από τη δική του σκοπιά. Έτσι πολλές φορές το ερώτημα πως όλα έχουν γραφτεί, τι απομένει; από μόνο του δίνει την απάντηση. Αυτό που πάντα αναμένει είναι να γραφτεί η νέα εκδοχή, ένα καινούργιο ποίημα για κάθε τι που βιώνουμε, που βιώνεται.
Η επισήμανση
ότι είναι ανεδαφική η προσπάθεια ορισμού της ποίησης, καθώς διαπιστώνεται αδυναμία
τοποθέτησή της στον χρόνο (πότε ξεκίνησε η γραφή της;) και στο χώρο (που μπορεί
να βρεθεί, να καρπίσει;) θεωρείται λανθασμένη. Η ποίηση γέννημα-
θρέμμα της ανθρώπινης υπόστασης, ζει αιώνια, είναι απέθαντη. Είναι ένας αναστάσιμος
λόγος, πότε λιτός, πότε πυκνός, άλλοτε χυμώδης, που παίζει σημαίνοντα ρόλο στη
πνευματική ζωή του ανθρώπου. Περικλείει το σύνολο των συναισθημάτων επί πάντων,
ορατών και αοράτων, στη γη και στον ουρανό. Μοιάζει με πνεύμα Θεού, που εκχέει
Λιβάνι και Σμύρνα στις καρδιές και στις ψυχές των ανθρώπων. Λειτουργεί ως
κινητήριος δύναμη, στην αρχή, σε κάθε στάση και στο τέλος κάθε διαδρομής. Τέλος, κατέχει το κλειδί της γλώσσας σε κάθε αλφάβητο του κόσμου όλου.
Αξιολόγηση της Ποιητικής Συλλογής «Τέσσερα τέταρτα» από τον ΕΠΟΚ ως Βιβλίο Χρονιάς 2021-2022
Δημήτρης Γκόγκας, «Τέσσερα τέταρτα»
Μια ποιητική συλλογή στην οποία εμπνευστής είναι ο Δημήτρης Γκόγκος με πλεύση δράσης στην έκδοση ωραίων ποιημάτων και εκδόσεων. Είναι όντως μια λαμπρή, καθαρή κατασταλαγμένη ποίηση που δημοσιεύει ο εμπνευστής του βιβλίου «Τέσσερα τέταρτα» όσον και των συνεργατών του που προσεγγίζουν τη ζωή, τη φυσική ομορφιά, τον έρωτα και τον θάνατο, και την καθημερινότητα. Δεν ξεχνούν την ημικατεχόμενη πατρίδα και το δράμα της Κύπρο. Στο τέλος υπάρχει η ελπίδα, η πίστη για το αύριο, για όλους τους Κυπρίους πρόσφυγες.....
Χρόνος Ανάτασης * του Δημητρίου Γκόγκα
Την ώρα που ανθίζανε οι πασχαλιές στον κάμπο,
στους λόγγους και στις λαγκαδιές φυτρώνανε λειχήνες,
ψηλά στα όρη, στα βουνά, αστράφτανε οι ήλιοι,
κάποιες ακτίνες γυάλιζαν ξυστά στα κυπαρίσσια.
και τ΄ άσπρα σύννεφα φιλούσανε το ίσο της θαλάσσης.
Στην πλώρη κάθε καραβιού στεκόταν μια γοργόνα.
Μαρμαρωμένος βασιλιάς που χάθηκε κινούσε.
Το κάθε κύμα έφερνε τη δόξα της Ελλάδας.
Στο χώμα δάκρυ – φίλημα, στα χέρια μία σπάθη
και δυο φτερά στους ώμους της, αετός και περιστέρα.
Σ΄ ώρες αλύτρωτες ακούγονταν το κλάμα και ο θρήνος,
και μέσα σε κρυφό σχολειό ανάβανε φιτίλια
ως η ψυχή μπαρούτιαζε μ΄ ένα αμβλύ αγέρι!
Σπέτσες, Ψαρά. Το Ζάλογγο που εχάθη,
παντιέρες ανεμίζανε στο μέσο του Αιγαίου,
κι όλα τ΄ αδέλφια σμίξανε κάτω απ΄ τη Παναγιά μας.
λέγαν με μια τρανή φωνή, φωνή στον κόσμο όλο:
«Ελευθερία ή Θάνατος» Ελευθεριά στη μνήμη
στον χρόνο τον καρτερικό, η δόξα της Πατρίδας.
Πέμπτη 7 Απριλίου 2022
ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΠΟΥΛΙ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ του Βενέτη Βενετίου
Το μεγαλύτερο πουλί της Μεσογείου,
στην Κύπρο βρέθηκε εντός γηροκομείου.
Μα γερασμένο ήταν και να σηκωθεί,
δεν ημπορούσε κι όλο κοίταγε τη γη.
Μικρό σαν ήτανε ποτέ δεν ενοχλούσε.
Στην εφηβεία κάπου- κάπου τα χαλούσε.
Έβγαλε μούσι και μακρύναν τα μαλλιά του.
Κοκορευότανε παντού η αφεντιά του.
Σαν άνδρας έγινε, πετούσε στους αιθέρες.
Μ΄ άλλα πουλιά ανοίγανε παντιέρες.
Οι καρδερίνες, οι όρνιθες κι οι χήνες,
με φόβο κρύβονταν μέσα σε σωλήνες.
Ποτέ δεν ήθελε μες στο κλουβί να μένει,
τα βράδια του άρεσε για τσάρκες να πηγαίνει.
Για να ξεφύγει άνοιγε το φερμουάρ
και δεν το έπιαναν ποτέ τους τα ραντάρ.
Σαν έγινε μεσήλικας στο χρόνο,
μια πέτρα του προκάλεσε ένα πόνο.
Οι φίλοι του τον στείλαν στο γιατρό
και κείνος έμεινε με στόμα ανοικτό.
«Πουλί μεγάλο, που στο μήκος είσαι στέκα,
Έχεις λιθίαση και λοίμωξη στα χείλη
Αν θέλεις όμως θα σου βρούμε εμείς λύση,
Η θεραπεία σου θα είναι μυστική
Όμως σαν έφτασε τα εξήντα και πιο πέρα.
Τα αχαμνά του σκίασε τρελή φοβέρα.
Άσπρα μαλλιά, σαν χιόνι η κεφαλή,
κακά μαντάτα για το δύσμοιρο πουλί!
Τα περασμένα μεγαλεία του θυμάται
και κάθε σούρουπο κλαίει και συλλογάται!
Κι όλοι το ξέρουνε στης Κύπρου το νησί,
πως ήταν κάποτε το μέγα το πουλί!
«Τι ωραία που σου πάνε τα κόκκινα πατέρα!» * του Δημητρίου Γκόγκα
Ως το πληγωμένο γόνυ λύγιζε,
το μπλε τ΄ ουρανού μύριζε καμένη ελευθερία.
Ως χτυπούσε το σήμαντρο της εκκλησιάς
και η ψυχή μεσουρανούσε στ΄ ανυπότακτα στήθη,
του αετού η ματιά γυαλί κοιτούσε,
στου ανέλπιδου και εαρινού αγριοπόταμου τη ράχη.
Κι η ποθητή ανάσταση όσο αργούσε,
θόλωνε το βλέμμα του [βαθειά στη κόλαση ενός τάφου]
νύχτωνε στο κοιμητήριο μονάχη.
καθώς η χαίτη άλουστη κάλυπτε την κάρα,
κι ένα φωτοστέφανο αγίου στο μέτωπό του.
Στης έρμης στεγνής φυλακής το ξέφωτο.
Και το υγρό της θλίψης, μαύρο στη ματιά,
τσεμπέρι στης δόξας την λαβωμένη ακτίνα.
Ένα πικρό περιστέρι ξεκοκάλιζε μια αιμορραγούσα άνοιξη
κι ένα πεταμένο αγρίμι τίναζε τη βαριά χλαίνη της ιστορίας.
[αέρηδες οι προδότες, χείμαρροι οι Φαρισαίοι
και στα στενά πάντοτε φυλούσαν καραούλια]
στα ριζωμένα ακριανά του σώματος.
Πέντε δάκτυλα όλη η γης και το βιός του.
Επτά νίκες οι κομμένες ανάσες στο κατόπι του εχθρού.
Βαλτέτσι, Δολιανά, Τριπολιτσά, Δερβενάκια, Αγιονόρι, Μεχμέταγα, Αράχωβα.
Ένας ανάδελφος χείμαρρος κι ένας σπόρος να σπάει,
γιομίζοντας με χρώμα κόκκινο, τραγικά αιμάτινο, το ξανθό πρόσωπο,
το κατάκοπο κορμί, τα ακούραστα χέρια,
τα τρύπια τσαρούχια λερά και νοτισμένα
στάζουνε ολάκερη του γραικού τη μοίρα,
την ασυγκίνητη υποκρισία των απόλεμων,
στην ταπεινωτική άδεια της επαιτείας,
το ευσυγκίνητο της χλόης, τον καιρό που διάλεξε ο θεός για τη λευτεριά,
η παπαρούνα και το γιασεμί μυριστικά επάνω του,
το αδιαίρετο της ζωής του, ως ανθρώπου και ως έλληνα
και τη φωνής της κόρης περίτρανα να διαλαλεί:
«Τι ωραία που σου πάνε τα κόκκινα πατέρα!»