α. στην καταγωγή των πρώτων κατοίκων της κοινότητας που σύμφωνα με την παράδοση προήλθαν από την περιοχή του όρους Όρλιακα στον νομό των Γρεβενών.
https://suno.com/song/4a0700d6-e357-4b76-8966-ef4be88dae1a
https://suno.com/song/037872f9-c4b7-4c83-a9c9-51f746e1f33c
Μπορείτε να το ακούσετε και ως τραγούδι : https://suno.com/song/5858475b-7163-4aa9-b621-76b55d239cdb
του Δημητρίου Γκόγκα
Συνήθως, ο όρος χρησιμοποιείται από πολιτικούς αντιπάλους για να περιγράψει θέσεις όπως:
Στο δημόσιο πολιτικό διάλογο, τέτοιες κατηγορίες έχουν κατά καιρούς απευθυνθεί (επισημανθεία) προς πολιτικές δυνάμεις όπως το ΑΚΕΛ, ανερχόμενα πολιτικά κόμματα ή μικρότερες ομάδες που προβάλλουν περισσότερο τον «κυπριωτισμό» ως πολιτική και εθνική ταυτότητα. Από την άλλη πλευρά, οι ίδιες αυτές δυνάμεις απορρίπτουν τον χαρακτηρισμό και υποστηρίζουν ότι εκφράζουν πατριωτική στάση υπέρ της ανεξαρτησίας και της ειρηνικής συνύπαρξης στην Κύπρο. Μια στάση φυσικά που εκμεταλεύεται η Τ/Κ (υπό την σκιά της Τουρκίας) προς όφελός της.
Αντίθετα, κόμματα όπως ο ΔΗΣΥ, το ΔΗΚΟ, το ΕΛΑΜ ή και η ΕΔΕΚ (ακόμα και μικρότερα κόμματα ή πολιτικές πατριωτικές ομάδες και σωματεία) συνδέονται συχνότερα — σε διαφορετικό βαθμό — με πιο ελληνοκεντρικές ή εθνικές αναφορές.
Ιστορικά, αυτή η αντιπαράθεση έχει ρίζες σε γεγονότα όπως:
Αναρωτιέμαι εάν τελικά είναι μια σύγκρουση πολιτικής και ιστορικής ερμηνείας παρά για ξεκάθαρο διαχωρισμό «φιλελληνικών» και «ανθελληνικών» κομμάτων ή όχι.
Μπορείτε να το ακούσετε και ως τραγούδι :https://suno.com/song/cb440d58-91cf-479a-bc15-65ef3b3f81a1
και στο https://www.youtube.com/watch?v=-2dHAHZFCgk
ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ ΜΕ ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ :https://suno.com/song/3268fda5-3ba9-48d5-814c-97d760584fcc
γράφει ο Δημήτριος Γκόγκας
Το τελευταίο διάστημα έγινε λόγος περί της νομιμότητας της έγερσης της Ελληνικής Σημαίας στην μαρτυρική Κύπρο, ύστερα από μία τοποθέτηση αντιπροέδρου πολιτικού κόμματος της Κύπρου και υποψήφιας βουλεύτριας κατά τις βουλευτικές εκλογές του Μαίου 2026, στην οποία ανέφερε ότι θα πρέπει στην Κύπρο να ανεμίζουν μόνο οι Κυπριακές Σημαίες (όχι οι ελληνικές και όχι οι ελληνοκυπριακές). Φυσικά κανείς δεν κατάλαβε μέχρι και σήμερα την διαφορά της Κυπριακής σημαίας από αυτή της Ελληνοκυπριακής!
Υπάρχουν όμως ορισμένα σημεία που έχουν σημασία και θα πρέπει να προσεχθούν ιδιαίτερα:
Για την νομιμότητα της ανάρτησης ή έγερσης της Ελληνικής σημαίας στη μεγαλόνησο υπάρχει σχετική συνταγματική πρόβλεψη. Το βασικό κείμενο είναι το Άρθρο 4 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Συγκεκριμένα, το άρθρο αναφέρει ότι:
«Αι αρχαί της Δημοκρατίας … αναρτώσι την σημαίαν της Δημοκρατίας και έχουσι το δικαίωμα να αναρτώσι κατά τας εορτάς ταυτοχρόνως ομού μετά της σημαίας της Δημοκρατίας την ελληνικήν και την τουρκικήν σημαίαν.»
Αυτό δείχνει ότι το ίδιο το Σύνταγμα αναγνωρίζει ρητά τη δυνατότητα ανάρτησης της ελληνικής σημαίας σε συγκεκριμένα πλαίσια.
Το σημαντικό είναι ότι:
ΑΡΘΡΟΝ 4
1. Η Δημοκρατία έχει ιδίαν σημαίαν ουδετέρου σχεδίου και χρώματος, την οποίαν επιλέγουσιν από κοινού ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας.
2. Αι αρχαί της Δημοκρατίας και οιονδήποτε νομικόν πρόσωπον δημοσίου δικαίου ή οργανισμός κοινής ωφελείας ιδρυόμενος δια ή συμφώνως τω νόμω της Δημοκρατίας αναρτώσι την σημαίαν της Δημοκρατίας και έχουσι το δικαίωμα να αναρτώσι κατά τας εορτάς ταυτοχρόνως ομού μετά της σημαίας της Δημοκρατίας την ελληνικήν και την τουρκικήν σημαίαν.
3. Αι κοινοτικαί αρχαί και τα ιδρύματα αυτών έχουσι το δικαίωμα, να αναρτώσι κατά τας εορτάς ταυτοχρόνως ομού μετά της σημαίας της Δημοκρατίας την ελληνικήν ή την τουρκικήν σημαίαν.
4. Πας πολίτης της Δημοκρατίας ή οιαδήποτε οργάνωσις αποτελούσα ή μη νομικόν πρόσωπον, εξαιρουμένων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, της οποίας τα μέλη είναι πολίται της Δημοκρατίας, έχουσι το δικαίωμα να αναρτώσιν επί της κατοικίας ή του καταστήματος αυτών την σημαίαν της Δημοκρατίας ή την ελληνικήν ή την τουρκικήν σημαίαν, άνευ οιουδήποτε περιορισμού.
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Συλλογικό έργο
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Λουκάς Αξελός – Βασίλης
Ασημακόπουλος
Τα 50 χρόνια που πέρασαν
από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και την πτώση της Απριλιανής δικτατορίας
αποτελούν τον χρόνο ζωής της Γ ́ Ελληνικής Δημοκρατίας. Φυσικό, λοιπόν, είναι
όλοι μας να θελήσουμε να κάνουμε έναν απολογισμό. Αλήθεια, ποια Ελλάδα
παραλάβαμε, ποια ήταν η Ελλάδα που ονειρευόμασταν και σε ποια Ελλάδα καταλήξαμε
να ζούμε; Αυτό σημαίνει ότι ο απολογισμός οφείλει να κινηθεί στο πραγματικό
πεδίο της ιστορίας και όχι του εξωραϊσμού ή της αγιογραφίας της. Γιατί, αυτός
που ισχυρίζεται ότι η απάντηση είναι τέλος καλό, όλα καλά, είτε, απλά, είναι
αφελής, είτε λέει ψέματα.
Με βάση αυτό το σκεπτικό επιχειρήσαμε να
φέρουμε εις πέρας ένα διαφορετικό, κριτικού χαρακτήρα, αφιέρωμα στα ήδη
συντελεσθέντα. Δυστυχώς τα νερά δεν είναι πιο βαθιά· είναι, πιθανόν, άπατα.
Αυτό ακριβώς φρονούμε ότι εννοούσε ο Αντόνιο Γκράμσι μιλώντας για την εποχή των
τεράτων. Είναι, πλέον, όχι μόνο ζήτημα ηθικής και ιστορικής αποκατάστασης, αλλά
και πολιτικής αναγκαιότητας, να αναγνωρίσουμε ότι η αποκατάσταση της
Δημοκρατίας στην Ελλάδα, τον Ιούλιο του 1974, προέκυψε ως αποτέλεσμα της
καταστροφής της Κύπρου. Και είναι, επίσης, ιστορικά αναγκαίο, να τονιστεί ότι η
απόκρυψη της ανάπηρης Ανεξαρτησίας, αποτελεί συνειδητό έγκλημα δια παραλείψεως.
Η Ελληνική και η Κυπριακή Δημοκρατία είναι δύο ανάπηρα κράτη, που εξακολουθητικά,
αδυνατούν να ασκήσουν τα κυριαρχικά δικαιώματά τους.
Η πραγματικότητα, λοιπόν, είναι άλλη από την
εμφανιζόμενη. Η μεταπολίτευση, όπως τα στοιχεία αποκαλύπτουν δεν τροποποίησε,
ούτε άλλαξε τις πολυπλόκαμες δομές εξάρτησης της χώρας. Αντίθετα, εκλεπτύνοντας
ορισμένες πλευρές σε σχέση με το παρελθόν, πιεζόμενη και από τον λαϊκό
ριζοσπαστισμό, έδωσε μορφή σε νέες πιο εκσυγχρονισμένες μορφές εξάρτησης, όπως
τις ζήσαμε την τελευταία 15ετία και όπως αποτυπώθηκαν στην ανοικτή διακυβέρνηση
της χώρας από την τρόικα και την υποθήκευση του δημόσιου πλούτου για 99 χρόνια.
Η σημερινή, καθολική, ομολογουμένως, χρεοκοπία
της χώρας, είναι ο μεγαλύτερος και ουσιαστικότερος δείκτης του απολογισμού της
μεταπολίτευσης. Οι πανηγυρισμοί του πολιτικού κόσμου για τα 50 χρόνια, χωρίς
ιδιαίτερη αναφορά στην χρεοκοπία, στο τι αυτή αφήνει ως δεσμά για την χώρα για
τις επόμενες δεκαετίες και τι κοινωνικούς και εθνικούς ακρωτηριασμούς
συνεπάγεται, είναι το μέγα ζητούμενο. Σε αυτό και τα ερωτήματα και τα διλήμματα
που αυτό θέτει, προσπαθούν με επιχειρήματα να απαντήσουν οι είκοσι πέντε
συγγραφείς του παρόντος τόμου.
γράφει ο Δημήτριος Γκόγκας