Τρίτη 9 Ιουνίου 2026

Άχνη * Του Δημητρίου Γκόγκα


 Τίτλος: Άχνη :  Αρχαία Ονομασία της Νήσου Κάσου κατά τον ιστορικό Πλίνιο
Συγγραφέας: Δημήτριος Γκόγκας
Ημερομηνία Έκδοσης: Ιαν 2015
Ψηφιακές Εκδόσεις: η αρχική έκδοση της ποιητικής συλλογής έγινε στην ιστοσελίδα : http://www.easywriter.gr/ebookcategories/item/8
Σελίδες: 42
Μορφή Αρχείου: dog
Γραμματοσειρά: arial (12)
e-mail επικοινωνίας: dimitriosgogas2991964@yahoo.com
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλου του βιβλίου, χωρίς την έγγραφη άδεια του ποιητή.

 

Αντί προλόγου

       Το 2009 η Κάσος αποτελούσε για εμένα, ένα άγνωστο κομμάτι γης,  μια πελώρια πέτρα στην άκρη του Αιγαίου που έπρεπε να κατοικήσω για περίπου 2 χρόνια. Ήταν μια μετάθεση στα πλαίσια της στρατιωτικής μου θητείας που όχι μόνο δεν με ικανοποιούσε προσωπικά αλλά διαιρούσε την  οικογενειακή μου ζωή.  Δεν θα απαριθμήσω τα προβλήματα που αντιμετώπισα, ίσως δεν έχουν καμιά απολύτως αξία για τον αναγνώστη. Εκεί, στην πέτρα αυτή του Αιγαίου, όπου οι κάτοικοί της ξεχωρίζουν για το βαθύ θρησκευτικό τους συναίσθημα, δεν μου προκάλεσε διόλου εντύπωση η ύπαρξη πολλών ξεχωριστών εκκλησιών, αλλά και τα διάσπαρτα μικρά εκκλησάκια σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του νησιού. Η Κάσος φιλοξενεί 102 περίπου εκκλησιές και εκκλησάκια στην έκτασή της, αριθμός πολύ μεγάλος εάν κανείς αναλογιστεί τη μικρότητά της αλλά και τον ελάχιστον πληθυσμό του νησιού. Ξεχωρίζουν ο Άγιος Σπυρίδωνας, που είναι και ο πολιούχος του νησιού, η  Παναγία, ο ναός της Αγίας Μαρίνας, ο Άγιος Δημήτριος στο Αρβανιτοχώρι, ο ναός της Κοιμήσεως στην Πέρα Παναγιά, οι έξι εκκλησιές στο χωριό Παναγία, ο Άι Γιώργης στις Χαδιές, ο Άγιος Μάμμας  και η εκκλησία της Παναγίας της Ποταμίτισσας.

     Κάπου εκεί στον ανηφορικό δρόμο που συνδέει την πρωτεύουσα  του νησιού το Φρυ με την Παναγιά, πέρασα μια σημαντική περίοδο, την τελευταία της στρατιωτικής μου ζωής. Πανοραμική η θέα του Αιγαίου και τριγύρω φυτεμένα στο βραχόκηπο τα  χωριά του νησιού, η Αγίας Μαρίνα, το Πόλι και το Αρβανιτοχώρι, το Φρυ, η Παναγιά.  Πίσω αγέρωχες υψώνονται  οι κορυφές: του  Πρίωνα, του  Περίολα,  του Κόρακα  ενώ ξεχωρίζουν αδιάβατες τοποθεσίες και μικροί ορεινοί όγκοι όπως: το Σύσφι, οι Τρούλλες, τα Δώματα, ο Άη Γιώργης  η Μυρτώ και ο Μούτσουνας.

    Τα παρακάτω ποιήματα – μικροί κι ασήμαντοι έμμετροι στίχοι- είναι μία μικρή κατάθεση για το νησί αυτό. Το σύνολο των στίχων γράφτηκε σιγοτραγουδώντας φάλτσα πάνω στο ρυθμό μιας μαντινάδας.  Γνώρισα απλούς  ανθρώπους, που χώρεσα μέσα στην ασημαντότητά τους, ασήμαντος όντας και εγώ,  κατά τέτοιο τρόπο που με έκαναν να αισθανθώ σημαντικός, σπουδαίος και μέρος της μικρής, κλειστής κοινωνίας τους. Για μένα εκείνοι, ήταν οι σπουδαίοι, πανάξιοι ακρίτες.

 

     Στο 2ο μέρος της Ποιητικής Συλλογής ο αναγνώστης μπορεί να βυθιστεί στην ιστορία διαβάζοντας για το Ολοκαύτωμα της Κάσου. Η καταγραφή μέρους της τραγικής μοίρας της Κάσου, δεν θα μπορούσε παρά να αποτελεί έναν απλό φόρο τιμής.

                                                                                                       Δημήτριος Γκόγκας


Α΄ΜΕΡΟΣ 

Η ΚΑΣΟΣ

Είπανε έριξε ο Θεός
μια πέτρα στο Αιγαίο
και έκανε την Κάσο μας
ένα νησί ωραίο.

Μοίρα καλή τη στόλισε
με χίλια εκκλησάκια
κι αμέτρητα καμπαναριά
με γκρίζα πετραδάκια.

Γνώρισε δόξες και τιμές,  
φουρτούνες και πολέμους.
Σκορπίσανε τα τέκνα της
στους τέσσερις ανέμους.

Ένα τραγούδι απόμεινε
στου Μούτσουνα* τα ύψη
η Κάσος τ΄ όμορφο νησί
ποτέ να μην τους λείψει.

Γιατί είναι μέσα στην καρδιά 
βαθιά μες στο μυαλό τους,
μια διαμαντόπετρα χρυσή 
στο μέσο δάκτυλό τους.

Που τη φυλούν ακοίμητη
οι κάτοικοι της Κάσου
κι όπου πατείς λουλούδι μου 
βαλέ την  στην καρδιά σου.
 
**

ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ ΣΤΟ ΦΡΥ*



Υγρό το Σάββατο στο Φρυ.
Κάποιος δεν τραγουδάει.
Κάποιον κρατούνε όμηρο,
μα δεν το μολογάει.

Βαρκούλες που γυρίζετε,
με δίχτυα φορτωμένες,
κάπου σιμά στην Αρμαθιά,
αφήστε τους αγέρες.
 
Κείνου μην του χρεώνετε,
το γέλιο που σκορπίζει,
όλα εκείνα που λογά
γιατί τον βασανίζει,

μια φτερωτή μέσα στο νου,
μια σκοτεινή τ΄ ανέμου,
σκληρός χρησμός ενός τρελού,
θεού ηλιοκαμένου.

Αυτό το Σάββατο στο Φρυ
σκόνη μες στο λιμάνι.
Χάνεται ο γλάρος στην βουτιά
και το γλαυκό τον φτάνει.

Παραγγελιές στον όμηρο,
τραγούδι που δεν λέει,
απ΄ τον Σκυλά* το δάκρυ του,
ορμητικό, να ρέει.


**

Ε΄ ΣΕΙΣ ΠΑΙΔΙΑ ΠΟΥ ΨΕΛΝΕΤΕ

Τον ήλιο της Ανατολής,
σε μια σημαία ράβει
και δένει τ΄ ακροτσίνορο
στη νήσο την Αστράβη*

Δυο μέτρα απ΄ την θάλασσα,
κεντούνε  την φωνή της,
στα άσπρα τα ξωκλήσια της,
μαρκάρουν το κορμί της.

Απρόσμενα στα Δώματα*
και κάτω απ΄ τις Καθίστρες*
η ματωμένη μου οργή
ραγίζει πολεμίστρες.

Ε’ σεις παιδιά που ψέλνετε,
στο ίσο σπάν τα σίδερα,
τις λευτεριές μου φέρνετε,
πιο πέρα απ΄ το αντίπερα.

Και σεις της Κάσου τ΄ αψηλά,
της Χέλατρου* χαλίκια
ποιος άναψε τα φλόγιστρα,
μαζί με τ΄ αρμυρίκια;


**

ΞΗΜΕΡΩΣΕ ΣΤΗΝ ΆΧΝΗ*


Ξημέρωσε, αφέθηκα
στο ξέχωρο τ΄ απείρου
και μισθοφόρος ξύπνησα,
στο Πόλι* του ονείρου.


Είχαν φουρκέτα μορφονιές,
ντυμένες κυπαρίσσια
στο κατά πόδι έτρεχαν,
τ΄ ανέμου τα  καπρίτσια.

Μα τι ζητώ καρτερικά,
-βροχή στο πρόσωπό μου--
ν΄ αφουγκραστώ στη Παναγιά,*
το αναφιλητό μου.

Και λάγνες λάμες σαν σπαθιές,
πίσω από πεταλούδες,
πριόνιζαν τα χρώματα,
πριν γίνουν κοπελούδες.

Ξημέρωσε. Το γκριζωπό,
μπαρούτι κι είναι λίγοι.
Της λευτεριάς ο άνεμος
την Άχνη* μου τυλίγει.

 **

ΟΝΕΙΡΑΤΑ ΣΤΗΝ ΚΑΣΟ

Έβρεχε ψιλή βροχή
στην Άγια Κυριακή*
όταν έδενε βαπόρι
στ΄ Αρβανιτοχώρι*.
χμ

Και στο Πόλι* είπαν τα παιδιά,
άραξαν καΐκια στην πλαγιά
και στης Χέλατρου* την αμμουδιά,
χόρευαν δελφίνια σταυρωτά.
χμ

Μες στο Φρυ* θεάθηκαν αργά,
ένας βασιλιάς, μια παπαδιά.
Στου Εμπορειού* την έρημη ακτή
έπαιζαν νεράιδες την αυγή.
χμ

Τσακιστές ακτές να κι η Μυρτώ*,
στις σπηλιές του Πρίωνα*  ν΄ αφανιστώ.
Μνήμες και ονειρέματα μαζί
στο μικρό αθάνατο  νησί.

**

ΠΙΣΩ ΑΠ΄ΤΙΣ ΒΟΥΝΟΚΟΡΦΕΣ

Πίσω απ΄ τις βουνοκορφές,
της Κάσου λένε κοιμάται
κάποια νεράιδα ξωτικό,
κανείς πια δεν θυμάται.

Πάνε με στάμνες πήλινες
κανάτια στολισμένα,
στο έρμο ξεροπήγαδο
για μυστικά θαμμένα.

Πήγα και γω ο καψερός
να πιώ νερό να γιάνω,
μα σαν φαρμάκι ήτανε
και είπα θα πεθάνω!

Τότε απ΄ της Άγιας Κυριακής*
τα απάτητα δρομάκια,
λάμψαν στους βράχους μπαλωθιές
άστρα σαν στρατιωτάκια.

Και που να βρω την λύση μου,
δεσμός είν΄ το φευγιό μου.
«Κάτσε και γίνε διάκονος»
λέει το ξωτικό μου.

«Κάτσε να πιείς γλυκό κρασί
επάνω στο μητάτο»*
«Θέλω ελεύθερη ζωή
το Φρυ* σε ένα  πιάτο»

**

ΣΠΗΛΙΕΣ ΤΗΣ ΑΝΤΙΠΕΡΑΤΟΥ*

Σπηλιές της Αντιπέρατου, αδήλωτες, κρυφές μου,
στα μυστικά περάσματα υπάρχουν οι κραυγές μου.
Με κρόκαλα των αμμουδιών στα χώματα γραμμένη,
η υστερνή διαθήκη μου που με περιμένει.

Σπηλιές της Αντιπέρατου, τάφοι των μυστικών μου,
προορισμοί μυριστικοί των νεκρό- αδειών μου.
Στις σκοτεινιές, στην Παναγιά* στα έξι εκκλησάκια*
στείλτε τα ξωτικά μακριά, μικρά χελιδονάκια. 

Σπηλιές της Αντιπέρατου, των λόγων μου το τέλος
του θαλασσόδρομου η βουή, αεικίνητό μου βέλος.
Μια στάση μόνο ζήτησα στων τέσσερων τον ώμο,
στων πολυβόλων τις γραμμές, εκεί σιμά στον δρόμο.

Να αφήσουν μακρινή φωνή, σαν λάμψη ν΄ αιωρείται
όπου σιωπά ο άνομος και δεν του συγχωρείται!

**

ΚΑΣΟΣ


Ο ήλιος ξαποσταίνει μες στο δειλινό,
της Κάσου αγναντεύει το βασίλειο.
 
Πίσω απ΄ το Φρυ  και μέσα   στα βουνά,
στην αγκαλιά χορεύει ενός θεού Σκυλά.
 
Ξεπηδούν γοργόνες μέσα από τα νερά,
ψάχνουνε να βρούνε των Κασίων τα παιδιά.
 
-Που είστε,
που είστε,
που είστε βρε παιδιά;
-Μέσα στις λέξεις της ζωής, στα αστραπόβροντα.
 
-Ναι είμαστε εδώ,
είμαστε εδώ,
είμαστε εδώ.
 
-Πάνω στις χιονισμένες μας κορφές,
στις ανθοστόλιστες μας εκκλησιές,
στις δροσερές πηγές, στα αλμυρά νερά
γεύοντας σιτάκα, δρίλα κι ΄  αλευρά.
 
-Φίλε,  απ΄ των αιώνων τις γραφές
των Κασιωτών  πλάθονται οι ψυχές
και σαν τ΄  αστέρια τ΄ ουρανού,  φεγγοβολούν
μάνες, ηρώων παίδων, αγρυπνούν.
 
-Που είστε,
Που είστε,
Που είστε βρε παιδιά ;
-Μέσα στο ροΰκιο της ζωής, στα μαύρα δάκρυα.
Στην Αγιά Μαρίνα, πάνω στα βουνά,
στις εκκλησιές και στ΄ αγιοκλήματα
 
-Στο Αρβανιτοχώρι, στο Φρυ στην Παναγιά
στον όρμο της Χελάτρου που βγαίνουν ξωτικά,
μια μυρωδιά τριγύρω από δρακοντιά,
Χειμώνα ευωδιάζουν μαρτολούλουδα.
 
-Κάσος , πατρίδα όλων των ακριτών,
των δοξασμένων άγρυπνων φρουρών.
Πού θε να σκύψω να προσευχηθώ
πως με της γης τα κρίνα να αρμαθιαστώ.   

**

ΣΤΟ ΠΕΛΑΓΟΣ ΤΩΝ ΑΡΜΑΘΙΩΝ*


Το πέλαγος των Αρμαθιών
χαράζει η ψυχή μου,
τα μαύρα ματοτσίνορα
η αστραπο- βροντή μου.

Κυματοθραύστης πετρωτός
κρατεί τα κύματά της,
μην μου ραγίσουν το πουρνό
μπλεχτώ στα νήματά της.

Παρέα με βαρύ γλυκό
στο γεια του κόσμου όλου,
κρεμάμενος σ’  ένα σταυρό
ακίδα ενός μόλου.
 
Ει σεις γλάροι της θάλασσας,
πουλάκια της αλμύρας,
σωπάστε καθώς χάνομαι
στο λάλημα της λύρας.

**

ΣΤΟΝ ΑΙ ΓΙΩΡΓΗ ΣΤΙΣ ΧΑΔΙΕΣ

Στον Αι Γιώργη στις Χαδιές*
χορεύανε οι κοπελιές
και βγήκαν τα μαχαίρια.
Σηκώθηκαν και δέκα νιοι
όπως ο ήλιος την αυγή
και πιάστηκαν στα χέρια.

Για το χατίρι μιας κυράς
μιας πέτρινης σκληρής καρδιάς
της μοναξιάς τα λόγια,
φέραν΄ φεγγάρι στην αυλή
κι ένα συρμάτινο σχοινί
χορεύανε τα βόλια.

Κι όταν του δράκου η θωριά
με φλόγιστρα κι αρματωσιά
λάβωσε την κόρη,
μπροστά του στάθηκε ευθύς
στην παραζάλη της γιορτής
ένα μικρό αγόρι.

Και μια και δυο και τρεις φορές
μαζί με δέκα χορευτές
τον δράκοντα σκοτώσαν.
Και στην Κασιώτισσα κυρά
που χάρισε δέκα φιλιά
χορό αφιερώσαν.

 

**

ΚΙ ΟΤΑΝ ΓΥΡΙΖΟΥΜΕ ΤΗ ΓΗ

Πίσω από τα χαλάσματα
που οι ποιητές κοιμούνται,
βασιλικοί ανθίζουνε
αυτά που καταριούνται.

Εκεί κι οι πέτρες που πετάς
αραδιασμένοι στίχοι,
πηλός, αλάτι και νερό
και χτίζεται ένα σπίτι.

Κι όταν πατούνε παν στη γη
ένα παιδί γεννιέται
κι η μαύρη πέτρα η στερνή
στην θάλασσα πετιέται.

Κι όταν γυρίζουνε αγκαλιά
με σταυρωτά τα χέρια,
από τα ξέπλεκα μαλλιά
πετούν τα περιστέρια.

Και ανταμώνουνε στην γη
οι ευχές που είχαν κάνει,
όλου του κόσμου οι ναυαγοί
που η ζωή τους χάνει.

Μέσα σ΄ αυτούς είσαι και συ
στην πλώρη και στην πρύμνη,
στο τέλος μα και στην αρχή
σε ποταμό και  λίμνη.

Κι έτσι αρχίζουνε ξανά
οι κύκλοι στην ζωή μας,
πότε αγγίζουν την καρδιά
κι άλλοτε την ψυχή μας.

Κι οι πόνοι φτερουγίζουνε
και παίρνουν άλλο χρώμα,
γιατί οι χαρές κοστίζουνε
και σου τρυπούν το σώμα.

Μα εκεί στο βάθος τ΄ ουρανού
είμαι και περιμένω,
στην άκρια ενός γκρεμού
να σ΄ αγκαλιάσω μένω.

 **

ΠΑΛΙ

 

Πάλι,

κι αν είναι Κυριακή το πλοίο έχει δέσει
σε μια γωνιά του λιμανιού.

Μα δεν θα περιμένει εμένα.

Και το ξέρουνε πως τούτο θα πονέσει.
Είναι μου λένε σκηνή,

από ζωή χαμένη.

Πάλι,

θ΄ ακούσω ανόητες κι αστείες ιστορίες
και θα κουνώ την κεφαλή

πως τάχα τις κατέχω.
Με πιάνει μια αποστροφή, σαν νάναι αλλεργίες
πως με κατάφερε η ζωή,

κανέναν μην αντέχω.

Πάλι,

σκιά θ΄ αναζητώ για να κρυφτώ από πίσω,
λέω να μην την κουβαλώ,

είναι μεγάλο βάρος,
την επομένη Κυριακή λέω να την αφήσω
σε μια απόμερη αμμουδιά,

για να την πάρει ο χάρος.


**

ΗΛΙΕ ΠΩΣ ΧΑΘΗΚΕΣ

Ήλιε πως χάθηκες,
μου το είπανε πως χάθηκες
και δεν γυρίζεις πίσω.
 
Και γω που τους πίστεψα,
ψέμα κι αν ήταν πίστεψα
και σαν κλαδί λυγίζω.
 
Ήλιε πως χάθηκες,
μου είπαν πως κουράστηκες,
να φέγγεις τους ανθρώπους.
 
Στη Κάσο ξενιτεύτηκες,
εκεί που ονειρεύτηκες,
να βρεις ήρεμους τόπους.
 
Ήλιε πως άντεξες,
να με αφήσεις άντεξες
στην Άχνη* και  να φύγεις.
 
Για μια στιγμούλα μύρισε
τον κόσμο. Πίσω γύρισε,
στον ώμο μου να γείρεις,
 
στο αλμυρό το δάκρυ μου,
βαθιά μέσα στο μάτι μου,
μια ελπίδα να μου σπείρεις.
 

 **

Η ΨΥΧΗ ΤΩΝ ΚΑΣΙΩΤΩΝ

 

Των Κασιωτών η ψυχή
σ΄ ενός βουνού την κορυφή
σημαία έχει γίνει.
Μάννα στης Κάσου τα βουνά,
λιώνει τα δάκρυα και πονά, 
ποτάμι τα αφήνει.
 
Κάνει σταυρό και προσευχή
την Παναγιά της προσκαλεί,
τον γιο της να προσέχει.
Κι αυτή ανοίγει τα φτερά
να αγκαλιάσει στοργικά,
όλους τους γιους που έχει.
 
Γεια σου μανούλα μου γλυκιά
θωρώ του χάρου την ματιά,
μ΄ αυτήν την προσπερνάω.
Κι αν είναι να οδηγηθώ
στον Αχέροντα τον ποταμό
σαν ήρωας ας πάω.
 
Των Κασιωτών οι ψυχές,
στις χιονισμένες κορυφές
σημαίες θε να γίνουν.
Μάνες στης Κάσου τα βουνά,
λιώνουν τα δάκρυα που πικρά
ποτάμια τα αφήνουν.

 **

Η ΚΑΣΟΣ

 

Πάνω στην Κάσο στέκονται, όμορφα σμιλευμένα
και στα κιτάπια του θεού υμνούνται ευλογημένα.
 
Είναι το Πόλι, η Παναγιά, οι φλόγες της ζωή μας,
παράδεισος στα μάτια μας, το χάδι στην ψυχή μας.
 
Ο ουρανός του ξάστερος, πουλιά να  τον γεμίζουν
και τα λουλούδια ζωγραφιές ,  την άνοιξη που ανθίζουν.
 
Κι οι Κάσιοι  στις βάρκες τους. Έρμαια των ανέμων.
Κι οι μάνες τους, μαύρα πανιά, φωλιές  ξενιτεμένων.
 
Είναι το Φρυ, η Αρμαθιά, οι κτύποι στην καρδιά μας,
που μας πετούν στα σύννεφα, κι΄ ορίζουν  τ΄ όνειρά μας.
 
Νησί γιομάτο εκκλησιές και με μικρές πλατείες
στων πλατανιών τις φυλλωσιές,  ερώτων ιστορίες.
 
Έχεις ανθρώπους όμορφους,  μάτια γεμάτα δάκρυ,
που έχουν γίνει ποταμός ,στης γης απ΄ άκρη  σ΄ άκρη.
 
**

ΑΠ΄ΤΟ ΜΕΛΑΝΙ Τ΄ΟΥΡΑΝΟΥ

 

Απ το μελάνι τ΄ ουρανού,
πού χω σ΄ ένα βαζάκι,
θα πάρω μπόλικη γραφή,
να πλάσω ένα στιχάκι.
 
Να πιάσω αγριολούλουδα
και τα ψηλά γεράνια,
και να ρωτήσω του θεού,
πως είναι στ΄ ουράνια;
 
Κι εκεί μέσα στα σύννεφα,
σβηστήρι η αγκαλιά σου,
αν δεν σ΄ αρέσει η ρήμα μου,
ας γίνω  φορεσιά σου.
 
Κάσος μου, όμορφο νησί,
του Αιγαίου δακτυλίδι
σ΄ έχει ο θεός στα δάκτυλα,
διαμάντι δακτυλίδι.
 
**

Θ΄ΑΦΗΣΩ ΤΗ ΝΗΣΟ

 

Θ ΄ αφήσω τη νήσο που τόσο αγάπησα
και πολύ μίσησα συνάμα,
θα πάρω το δρόμο που βράδυ ζωγράφισα
για να βρεθούμε αντάμα.

Το πλοίο θα δέσει στα άγρια κύματα
που φουρτουνιάζουνε με λύσσα,
θα πάρω τον δρόμο με γρήγορα βήματα
κι ας ήταν η νύχτα
αόρατη πίσσα.

Θ΄ αφήσω τον ήλιο να λούζει την άμμο
και βάρκες σκασμένες στο μέσο λιμάνι,
αντίο στα πεύκα και στ΄ αλμυρίκια μου
και κει που το κύμα  ποτέ του δεν φτάνει.

Και χάμω σαν φτάσω μπροστά στο λιμάνι
το χέρι μη ή γιατί να σηκώσω;
Το χρόνο που μ΄ ένωνε με το νησάκι μου
μ΄ ένα αντίο γλυκά να λαβώσω.

 ***

Ονομασίες περιοχών και σημείων της Κάσου που συναντάμε στους στίχους των ποιημάτων
 
Κοινότητες της Κάσου
 
Φρυ (πρωτεύουσα)
Αγία Μαρίνα,
Πόλι,
Παναγία, (χωριό των Καπεταναίων)
Αρβανιτοχώρι (χωριό των Αρβανιτών)
 
Νησίδες
 
Αρμάθια
Μακρονήσι
 
Βουνά της Κάσου
 
Πρίωνας (601 μ.)
Περίολας (504 μ.)
Κόρακας (494 μ.)
 
και ακολουθούν
το Σύσφι,
οι Τρούλλες,
ο Μούτσουνας,
τα Δώματα,
ο Άη Γιώργης και
η Μυρτώ.
 
Λοιπές περιοχές
 
Αντιπέρατος: Περιοχή της Κάσου, όπου ο ιστορικός τοποθετεί την είσοδο των Τουρκαλβανών κατά το 1824, ολοκαύτωμα της Κάσου
Δώματα
Καθιστρες
 
 
Γενικά
 
Άχνη, Αστράβη : Αρχαίες Ονομασίες της Κάσου
Έξι Εκκλησάκια: Έξι εκκλησάκια ενωμένα στο χωριό Παναγία. Καλύπτονται από μύθο με ξωτικά και νεραΐδες.
Άγια Κυριακή: Ξωκλήσι της Κάσου
Μητάτο: Μικρό κτίσμα όπου οι γεωργό κτηνοτρόφοι της Κάσου, ετοιμάζουν τα προϊόντα τους : Σιτάκα, γάλα, τυρί κτλ
Σκυλάς: Ξεροπόταμος της Κάσου που όταν βρέχει γίνεται ορμητικό ποτάμι
Χέλατρος: όρμος της κάσου
Εμπορειός: Λιμανάκι της Κάσου
 
Προιόντα της Κάσου
 
κασιώτικο τυρί (το λεγόμενο "αρμυροτύρι"),
η "σιτάκα",
η "ελαϊκή",
η "αλευρά",
η "δρίλα",
το κασιώτικο βούτυρο,
τα "αποψήματα".
 
 
Χλωρίδα
 
Το ροΰκιο,
χειμωνιάτικα μαρτολούλουδα,
η ανοιξιάτικη δρακοντιά,
η έρρικα,
το θυμάρι,
ρίγανη,
κρίνα της άμμου,
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου