https://suno.com/s/9xKADDghoshQFssc
Όσο θυμάμαι το χωριό,
θα λέω για τον Δημητρό
και τον Αντώνη.
Για του Δεκέμβρη την δροσιά
της μάνας μου την αγκαλιά
που δεν παγώνει.
Σε μια αυλή από πηλό,
είχαν στην στέγη
είχαν στην στέγη πελαργό
και χελιδόνια.
Που ξενιτεύονταν θαρρώ
με της βροχής τον ερχομό
τα πρώτα χιόνια.
Κάθε πρωί, πριν το σχολειό
από το χέρι με κρατούσε
ο παππούς μου.
Και με ταξίδευε μακριά
μ΄ ένα μπισκότο λιχουδιά
θυμάται ο νους μου.
Ζεύει τα ζώα ο Δημητρός
«άσε γυναίκα ο αγρός
γεννά χορτάρι,
από τα βάσανα εγώ
και τον Αντώνη.
Για του Δεκέμβρη την δροσιά
της μάνας μου την αγκαλιά
που δεν παγώνει.
Σε μια αυλή από πηλό,
είχαν στην στέγη
είχαν στην στέγη πελαργό
και χελιδόνια.
Που ξενιτεύονταν θαρρώ
με της βροχής τον ερχομό
τα πρώτα χιόνια.
Κάθε πρωί, πριν το σχολειό
από το χέρι με κρατούσε
ο παππούς μου.
Και με ταξίδευε μακριά
μ΄ ένα μπισκότο λιχουδιά
θυμάται ο νους μου.
Ζεύει τα ζώα ο Δημητρός
«άσε γυναίκα ο αγρός
γεννά χορτάρι,
από τα βάσανα εγώ
δεν θα γλυτώσω, κι αν
ο χάροντας με πάρει»
ο χάροντας με πάρει»
Μες στο τσεμπέρι τ΄ αργυρά
στην υφασμάτινη ποδιά
το χαρτζιλίκι.
Βόλοι, κρυφτό και γλυτωμό
και ένας ήχος ξύλινος
απ' το τσιλίκι.
Και απ΄ των συννέφων την δροσιά
σαν από κάδρου ζωγραφιά
πάνω σε άτι,
μ΄ άσπρα φτερά ο Αντωνιός
και ο παππούς ο Δημητρός
σ΄ ένα παλάτι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου