Τετάρτη 14 Φεβρουαρίου 2024

ΑΓΑΜΗΜΕΝΗ ΜΟΥ / Ποίημα από την συλλογή : ΑΝΑΣΕΣ από την Καμπούλ / Δημήτριος Γκόγκας

 

26 Νοεμβρίου


ΑΓΑΜΗΜΕΝΗ ΜΟΥ

Τι να σου κάνει μια καληνύχτα στην ερημιά του στρατοπέδου;
Πως προσπαθώ να ξεγελάσω την μοναξιά
με μια βουβή καληνύχτα κολλημένη στο κόκκινο των χειλιών
μεταφέρει τραύματα από στόμα σε στόμα και
από μια ανδρική αγκαλιά σε μία άλλη κλειστή.
Πόσες φορές να την πω,
πόσες φορές μπορώ να την ακούσω,
να ξεγελάσω τις σκιές
που άλλοτε μονάχες και άλλοτε ζευγαρωτές,
περπατούν με τις κάνες των όπλων
να εκλιπαρούν τους ουρανούς των δωματίων,
να συγκατανέψουν στο πόνο, το κλάμα,
τον βουβό οίστρο μιας σύντομης συνάντησης μέσα στο όνειρο.
Δειλά υποκλίνομαι δεχόμενος και έναν εφιάλτη.

ΣΤΑ ΑΓΕΝΝΗΤΑ ΦΕΓΓΑΡΙΑ / Ποίημα από την συλλογή : ΑΝΑΣΕΣ από την Καμπούλ / Δημήτριος Γκόγκας

 

2 Νοεμβρίου

 


ΣΤΑ ΑΓΕΝΝΗΤΑ ΦΕΓΓΑΡΙΑ


Στ΄ αγέννητα φεγγάρια 
αγάπες μου προσεύχομαι.
Να λάμπουνε σαν άστρα.

Ακάνθινους δρόμους γυρισμού ας χαράξουνε
Κι αφού διαβώ 
των ακριτών τ΄ απόρθητα κάστρα,
τα στήθη ορνέων γυναικών,
σεμνά και σεβάσμια θα ψηλαφίσω.


Μην πέσω, 
μην υποκύψω στης αμαρτίας την εντολή
Κι ύστερα 
                 θα οσμίζω τα δάκρυα της γης,
Κι ύστερα,
                 ανάσα και πάλι ανάσα.

Δευτέρα 29 Ιανουαρίου 2024

"Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ΄εμπροστά μας" Πέντε ποιήματα που αναγνώστηκαν στην εκδήλωση της 10ης Ιαν 2024 στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών στη Λάρνακα.

 


ΕΓΧΩΡΙΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ / Ανδρέας Τιμοθέου

 
Φτάσαμε στην πράσινη γραμμή των υδάτων.
Ο Dean Martin χαμήλωσε για λίγο
και η ξεναγός με φωνή ανταποκριτή
χωρίς φόβο, αλλά με βέβαιο πάθος
κατέθετε γεγονότα
απ΄ το ΄63 μέχρι το ΄74.
Τα Βαρώσια πρόβαλλαν περίλαμπρα
σαν καρτ ποστάλ που συναντάς
σε αποσκευές περαστικών.
Πιο πέρα είναι ο τόπος μας.
Ο τόπος μας…
Από παιδί ζήλευα
όσους είχαν το σπίτι της γιαγιάς για εξοχικό.
Το σπίτι στο βουνό
το σπίτι στη θάλασσα
το σπίτι που ήταν για όλους μια δεύτερη ευκαιρία.
Εγώ είχα μόνο το σπίτι στον συνοικισμό.
Παλάτι και Φρούριο
Καταφύγιο και Διωγμός
Χαρά και Βάσανο
ώσπου σκόνη έγινε
και περιμένει.
Η ρίζα χάθηκε ολότελα.
Ο τόπος μου, τσίμπι τζιαι κλώσι ραμμένο πάνω μου
εν η Σκάλα τζιαι τα Λεύκαρα που αγάπησα.
Η Καρπασία, χωσμένη μες στα σύννεφα
κάμνει πιπίλες τζιαι κεντήματα,
πλουμιά της βούφας
βουβά τζιαι ξηλωμένα.
Αννοίω το ερμάρι μου
τζιαι συντυχάνω με το χώμα της.
 
τσίμπι τζιαι κλώσι: τα κυριότερα είδη τελειώματος του λευκαρίτικου κεντήματος
χωσμένη: κρυμμένη
πιπίλα: πλεγμένο τελείωμα υφαντού σε διάφορα σχέδια
βούφα: αργαλειός
αννοίω: ανοίγω
συντυχάνω: συνομιλώ
 
 
**
ΜΠΕΡE  VERSUS… ΜΠΕΡΕ / Ιωάννας Παπαντωνίου
 
Αμοντάριστα τα πλάνα...
Βαραίνουν τις οθόνες μας…
Διάτρητο το σκοτάδι από τις σφαίρες.
Αιμορραγεί σε σεντόνια λευκά και είναι οι αλήθειες
ανάμεσα στους δύο κόσμους πληγές που δεν επουλώνονται.
Αδειάζουν οι σήραγγες και τα υπόγεια καταφύγια…
Υπέργειες γέφυρες ανυψώνονται για τη διαφυγή των άδειων μπόγων.
Δίχως προορισμό τα καραβάνια των αμάχων…
 
Το τελευταίο ανακοινωθέν…
Τα πηγάδια στερεύουν.
Θρύμματα το ψωμί στα χέρια της μάνας.
Το μάννα εξ ουρανού δυσεύρετο στις μαύρες αγορές.
Ανάμεσα στα μπαχαρικά μιας άλλης Ανατολής
δηλώνεται προς πώληση…
Στη σκακιέρα με τα γυάλινα πιόνια
σε θέση μάχης τα στρατιωτάκια.
Παρατημένα τόπια και σβούρες στα χαλάσματα.
Σαν τα παιδιά πετροβολούν
χάρτινοι πύργοι γκρεμίζονται…
Μα τόσες λεπτομέρειες σε μια Γκουέρνικα;
 
Αραδιάζω τα χρώματα στην παλέτα.
Τα πινέλα ακολουθούν εκείνο το κορίτσι
με τα μεγάλα μάτια και τα λυτά μαλλιά…
Μια Μούσα αναζητούν, να’ ναι ο πίνακας αλλιώτικος.
Μα εγώ δεν είμαι ο Σιαγκάλ…
Και οι άγγελοι;
Αιχμάλωτοι κι αυτοί δηλώθηκαν στη λίστα της ανταλλαγής…
Ίσως για την επόμενη εκεχειρία…
 
**
ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ / Αγγέλα Καιμακλιώτη
 
Διανύεις αποστάσεις
επί τόπου
κρατώντας πυξίδα
ένα μισοφέγγαρο ήλιο
που ανατέλλει και δύει
μαζί σου.
Φαύλη ανακύκλωση ευχών.
Του χρόνου στα σπίτια μας.
Του χρόνου στα σπίτια μας.
Του χρόνου!
Ποιου χρόνου;
Πορεύεσαι.
Εναποθέτεις ελπίδες.
Μνήμες ανακαλείς.
Πορεύομαι πλάι σου καιρό.
Δεν ξεχνώ
αλλά ούτε και θυμάμαι.
 
 
(Εκ του Σύνεγγυς, εκδόσεις Φαρφουλάς, 2014)
 
**
ΚΑΠΟΙΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ / ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ
 
Κάποιες στιγμές που χάνονται μαζί μας
βαθιά στην κοιμισμένη γη.
Σκορπίζονται όπως η ψυχή μας,
σαν στάχτη ενός άδοξου ποιητή.
 
Νομίζω πως μιλούν με τ΄ έγκατα μας
και με των δένδρων τα ριζώματα.
Ανθούνε σαν καρποί, μες στ΄ αίματά μας
του φθινοπώρου τα φυλλώματα.
 
Την πλάτη μας χτυπούνε κι αντηχούνε
τα γέλια παν΄ στων τάφων την σιγή
και φτάνουν στις καρδιές όσων πονούνε
γιατί έχουν γίνει βράχοι μοναχοί.

**
Ευαισθησίες / Μαρία Χριστοδούλου
 
Τα πουλιά θα μάθουν
πού κρύβεται το βόλι;
 
Ο χρόνος σβήνει.
Σπουργίτια
ζητούν ελεημοσύνη
χελιδόνια
ψάχνουν φωλιές
περιστέρια
διψούν για την ειρήνη
αετοί
θηρεύουν στις κορφές.
 
Κραυγάζει ο Μουνκ
απ’ του Άδη τα σύνορα:
Άστε τα πουλιά
ξέγνοιαστα να πετούν.
Ψάχνουν ήλιο
στην ανηφόρα του Θεού.
 
Τα πουλιά έμαθαν το βόλι
στις σκιές του δάσους
με την πρώτη φωτιά.