Μ΄ ένα μολύβι κουπί ως που να φτάσεις;

Ποίηση Δημητρίου Α. Γκόγκα

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2016

Ακολουθώντας τον δαίμονα …..



Παρακολουθούμε καθημερινά τους απίστευτους τύπου, ιδιοκτήτες κρατών και εθνών να χαριεντίζονται μεταξύ τους  φορώντας τα ακριβά κουστούμια και τις όμορφες γυναικείες ενδυμασίες που μάλλον κολακεύουν περισσότερα την ανδρική τους πλευρά, να υποκρίνονται θρασύτατα ότι τάχα, δήθεν κατανοούν τα προβλήματα του κόσμου, του κοσμάκη.
Και εμείς βολεμένοι στη ζεστή γωνιά του καναπέ, ανίκανοι τελείως μα τελείως να χειριστούμε τις τύχες μας, τις τύχες που μας καθόρισαν σα ριζικό όλοι  που συνθέτουν τον μαγικό αριθμό των 300, παρασυρόμαστε σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι λήθης, με αποτέλεσμα να βυθιζόμαστε ακόμα περισσότερο στην ανέχεια και στο βούρκο του μηδενισμού.

Οδηγείς στο δρόμο και έχεις την αίσθηση ότι και άλλοι μαζί με σένα οδηγούν έχοντας στο τιμόνι όχι τα χέρια και το μυαλό τους αλλά τον αυτόματο πιλότο. Δεκάδες, εκατοντάδες σκέψεις έχουν απλώσει τα πλοκάμια στη ψυχή στην καρδιά, έχουν ακινητοποιήσει τη θέληση, έχουν εκμηδενίσει τον δυναμισμό. Και ακούς, ακούς ,  ακούς

Τις ίδιες ….μαλακίες που δυναμιτίζουν τάχατις (!) το πολιτικό σκηνικό και αφήνουν την κοινωνία στην ώρα μηδέν. Δίπλα σε αυτούς που ξεστομίζουν  τις βοθρολογίες ένας στρατός κυβερνητικής εξουσίας, πλήρως εφοδιασμένος με όλα τα απαραίτητα πολεμοφόδια, σε κρατούν καλά φυλακισμένο: Στο σπίτι. Στο αμάξι, στο γραφείο, μέσα στα ρούχα που φοράς, που φοράω και εγώ, που φοράμε όλοι μας. Ποιοι είναι τούτοι: Δημοσιογράφοι και δημοσιογραφίσκοι,  υπάλληλοι μιας καλοπληρωμένης κυβέρνησης, περισπούδαστοι καθηγητάδες, αχάπαροι πανεπιστημιακοί, τραπεζικοί και τραπεζίτες,  κάθε λογής διευθυντάδες και φυσικά όλοι οι πούστηδες της κακιάς ώρας (εννοώ στη ψυχή) που μας παρασέρνουν σε ένα παιχνίδι μη πραγματικότητας. Πως γίνεται στο τέλος να βγαίνουν πάντα νικητές αυτοί;

Διεκδικούν το αλάθητο και το έχουν ως άλλοι πάπες. Πασάρουν την ιστορία κατά το δοκούν, λοιδορούν τον πραγματικό άνθρωπο, τσιμεντοποιούν τον ανθρωπάκο, θησαυρίζουν στις πλάτες κάθε περιθωριακού τύπου. Χειροκροτούν τον μετανάστη, τον πρόσφυγα, κλαίνε για τη θρησκεία της ειρήνης που σκορπά τον θάνατο μπροστά στις κάμερες, (παρακαλώ ο φακός να εστιάσει στο μαύρο δάκρυ) , εξοργίζονται γιατί τους μισούν αυτοί που βλέπουν τις πατρίδες τους καταρρακωμένες, άδειες σε όλα, από τις δικές τους παρεμβάσεις και αρχίζουν πάλι τις διπλωματικές  πίπες με κράτη δολοφόνους, παρακαλώντας την να μην στείλει άλλους μετανάστες. Και τώρα αν μας λείψουν οι μετανάστες με τι θα ασχολούμαστε;

Μαζεύονται γύρω από στρογγυλά τηλεοπτικά τραπέζια, έτοιμα να φάνε τον  τηλεθεατή που απλώς ρωτά γιατί; Δεν έχει το δικαίωμα της ερώτησης μα της θλιβερής σιωπής, της υποταγής, της ανένταχτης υποταγής. Εξάλλου όλοι από την ίδια πάστα σκατών είναι.

Και εμείς αναμένουμε. Το πρωί θα διασκεδάσουμε με τους παντογνώστες της βλακείας, θα δούμε γλάστρες και κήπους να στολίζουν τα σπίτια μας, να μας μαγειρεύουν, να μας παχαίνουν και μετά να μας αδυνατίζουν, να μας διασκεδάζουν Σάββατα και Κυριακές, να μας χορεύουν στο ταψί και να μας δείχνουν και λίγη τσόντα αργά το βράδυ, έτσι για να στανιάρουμε. Φλυαρούμε συνεχώς και χάνουμε τους χρόνους μας. Παγώνουμε τις μέρες μας και δεν αγωνιούμε για την Άνοιξη που δεν έρχεται. Βαυκαλιζόμαστε.
Ποιος Κολοκοτρώνης και ποιος Καραϊσκάκης. Οι νέοι ήρωες είναι εδώ, στα έδρανα της βουλής μας. Με τερατο-γεννήσεις γνώσεων και αποφάσεων δεν μας μένει παρά να (παρά) μορφωθούμε και να ακολουθούμε τους επιστάτες (με βήμα σημειωτόν, εν δυο ο λοχίας στα αριστερά πίσω) στον κατήφορο.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου