Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2023

Σμύρνη, πόλη μου Αγαπημένη *… του Δημητρίου Γκόγκα

 

 


«Συνωστίζονταν;»
«Συνωστίζονταν» αδελφές μου;
Αμαρτία εκ θεού.
Με το σχολικό βιβλίο να κραδαίνει στο δεξί μου χέρι,
έτρεχα να τους προλάβω τη λάθος ανάγνωση.
Δεν ήμουν εγώ, παρά ένας ασύνορος άνδρας χωρίς πλούτη,
χωρίς τη πόλη μου, όπως όλοι εκείνοι που δεν πίστεψαν στο χαμό της.
Η πίστη φορές λαθεύει!
 
Ήμουν τριών ετών, τώρα υπερήλικας.
Κάποτε – κάποτε το προτιμώ να σβήνω τρία κεριά στη γενέθλια μέρα,
γιατί τότε τελείωσε η ζωή μου.
Πονούσα, σα με κρατούσε η μάνα μου το χέρι.  
 
Σμύρνη πόλη μου αγαπημένη, κόρη του σιωπηλού γιαλού,
που τ΄ όνομά σου σημαίνει θλίψη.
Τι παράξενη φασαρία είναι αυτή;
Οχλαγωγία από την Αγία Φωτεινή που στενάζει, ως τον Μπουρνόβα.
Φωνάζουν αλλόφρονες οι Αρμένιοι, ουρλιάζουνε οι προδομένοι Έλληνες
καθώς ανοίγουνε οι κερκόπορτες στους δρόμους.
Ρακένδυτοι στρατιώτες χάνονται μέσα στο φως τους.
 
Βιαστικοί που είναι οι ανθρώποι, καλή μου μάνα.
Πως τρέχουν ασύντακτοι, τρομαγμένοι.
Οι ώρες βιάζονται και κείνες να τελειώσουν τη μέρα.
Συνθλίβεται το στήθος της από τους κτύπους των γροθιών.
Τρέχουνε μάνα –τρέχουνε- να ξεφύγουν
από τη σκιές των μαύρων σύννεφων που στραγγίζουνε οι Τσέτες
Δες τους, ορμούν με το μίσος και τη καταχνιά στα μάτια τους,
παραμονεύουν στις γωνιές με το χαλάζι στα χέρια,
και το σουγιά στο ζωνάρι.
Τα άλογα ποδοπατούν την αιμόφυρτη ειρήνη,
χλιμιντρίζοντας τη πανούργα ωραιοπαθή Πανδώρα.
 
Πως μικραίνει μάνα έτσι ο ουρανός;
Πως μακραίνουν πατέρα έτσι οι δρόμοι;
Χάνεται ο κόσμος μας, μια θάλασσα αλμυρή μας πνίγει.
Σπαραγμός.
Ο θάνατος ολοένα και πλησιάζει,
με την αιμάτινη ρομφαία να κυματίζει στην προβλήτα.
Να προλάβουμε;
Θα προκάμουμε;
 
Μας κυνηγά ένας καπνός και μια φωτιά στα στήθια.
Πέφτουν βαριές οι σκεπές και χτίζουν μαύρους τους τάφους μας
αναποδογυρίζουν τα όνειρα
και ένας δροσερός αγέρας παράταιρος μέσα στο Σεπτέμβρη τα παρασέρνει
μέσα σε μπόγους μια ζωή,
[χωρά η ζωή σε μπόγους;]
στα ορθάνοιχτα μάτια των παιδιών,
στο κλάμα των ανήμπορων γερόντων.
Σβήνω μαζί με τα κάρβουνα, σβήνω ζωή μαζί σου.
Σπονδή με το κρασί του Φθινοπώρου.
 
Ο αγέρας λιγοστός κυκλοφορούσε ελεύθερος ανάμεσά μας
ώσπου κουράστηκε και αυτός,
έπεσε βαρύς στα τσιμεντένια κεφαλόσκαλα,
βαριανάσαινε, μαζί με τις κοπελιές που πνίγονταν στα δάκρυά τους.
Οι βιαστές γδύνανε τη παρθενιά τους.
 
Και ο δίκαιος χρόνος ας γράψει πως δεν οδεύαμε σε ταξίδι αναψυχής,
δεν είχαμε εισιτήρια α΄ θέσης, παρ εκτός κάτι διαρκείας για τις ψυχές μας.
Κι αυτή η απέραντη γελαστή και μυριστικά ευωδιαστή πόλη μου,
δεν έχει θέση στη καρδιά τους, δεν έχει θέση στην ιστορία των απολίτιστων.
 
Αυτά να πείτε και να γράψετε για τους ανθρώπους.


*Το ποίημά : Σμύρνη πόλη μου αγαπημένη, έλαβε Τιμητική διάκριση στον Η' Ποιητικό Διαγωνισμό της Εταιρείας Γραμμάτων και Τεχνών του Πειραιά και επιλέγει να συμπεριληφθεί σε σχετική έκδοση της Εταιρείας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου