Άνοιξη
ήρθε, με τον χειμώνα της.
Μαύρο φορούσε η χελιδόνα της.
Δεν λέω τάχα, πως αγαπήθηκα,
Μονάχα ξέρω, πως πυρπολήθηκα!
Μάρτης
κι Απρίλης, οι στρατηλάτες μου.
Ο Μάης πέφτει βαρύς στις πλάτες μου.
Κυνηγημένος το χθες παρέσυρα
ως το γκρεμό μου, το εγώ μου διέσυρα.
Μαύρο φορούσε η χελιδόνα της.
Δεν λέω τάχα, πως αγαπήθηκα,
Μονάχα ξέρω, πως πυρπολήθηκα!
Ο Μάης πέφτει βαρύς στις πλάτες μου.
Κυνηγημένος το χθες παρέσυρα
ως το γκρεμό μου, το εγώ μου διέσυρα.
κλείσε το μάτι με ματοτσίνορο!
Και πες της μάνας, που με μεγάλωσε,
ήτανε λάθος που δεν με μάλωσε!
ότι κι αν βρήκα, ότι κι αν έψαξα.
Ότι δικό μου κι ότι μου χάρισαν,
καράβια ήταν που δεν σαλπάρισαν!
και την αγκάλη κάπως μισάνοικτη,
να κοιμηθώ, να βρω την έννοια σου
τη μεταξένια, τη ζαχαρένια σου!
Στον άλλο πάνω, μνήμες γκρεμίζουνε.
Και κει στο τέρμα που ακούγονται φωνές,
είναι δικές μου και είναι μαχαιριές!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου