του Δημητρίου Γκόγκα
Ήμουν αν
θυμάμαι πολύ καλά, οκτώ χρονών. Χρονιά του 1972. Ο Παππούς μου ο μπάρμπα-
Δημητρός, είχε ξεκινήσει από πολύ νωρίς για την Ηράκλεια, την Τζουμαγιά, για να
μας φέρει ένα γουρουνάκι. Ξεκινούσε βλέπετε το πανήγυρι της και μπορούσε ο
καθένας να βρει εκεί και «του πουλιού το γάλα». Σηκώθηκε χαράματα, έζεψε το
κάρο με τα δύο γαϊδούρια και αφού μας αποχαιρέτησε κίνησε για το
μεγαλοχώρι. Επειδή η απόσταση ήταν πολύ μεγάλη για τα δεδομένα εκείνης της
εποχής, προτίμησε να μην μας πάρει μαζί του. Θα ερχότανε εξάλλου πολύ αργά το
βράδυ. Το συνήθιζε αυτό το μικρό ταξιδάκι τα τελευταία χρόνια.
«Του χρόνου όμως θα με πάρεις παππού;» ρώτησα «Έτσι δεν είναι;»
«Ναι» μου απάντησε, «του χρόνου θα είσαι μεγαλύτερος και θα αντέξεις την
διαδρομή».
Αγόραζε το γουρούνι της χρονιάς, το τάιζε, το έθρεφε και τα Χριστούγεννα, είχε
όλη η οικογένεια, χοιρινό κρέας. Κρέας που αρκούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η μέρα
προχωρούσε και ο παππούς δεν φαινότανε. Εγώ και ο αδελφός μου κουρασμένοι από
το παιχνίδι της ημέρας, πέσαμε κατάκοποι στο μεγάλο σιδερένιο κρεβάτι.
Κοιμόμασταν μαζί. Που χωριστό κρεβάτι και πόσο μάλλον διαφορετικό δωμάτιο.
«Το γουρουνάκι θα είναι δικό μου» είπε ο αδελφός μου.
«Καλύτερα να το ταΐζουμε και οι δυο. Έτσι θα μεγαλώσει πιο γρήγορα» του
απάντησα.
Γύρισε το κεφάλι και μου φάνηκε ότι συμφώνησε. Κάναμε πως κοιμόμασταν αλλά
περιμέναμε να ακουστεί το κάρο να μπαίνει στην αυλή και τον παππού να φωνάζει
την κυρά Πασχαλίνα, την γιαγιά μας με τα μαύρα ρούχα και το τσεμπέρι πάντα στο
κεφάλι.
Αργά, πολύ αργά ξυπνήσαμε από
τις φωνές των τσομπανόσκυλων του θείου Γιάννη, που είχε ένα μαντρί μπροστά
ακριβώς από το σπίτι του παππού. Βρωμιά και δυσωδία ειδικά τους μήνες του
Χειμώνα. Όταν μάλιστα έβρεχε πολύ και το συνήθιζε ο ουρανός τους τελευταίους
μήνες η λάσπη ανακατεμένη με τα κάτουρα και τις κοπριές των προβάτων, ανέδυαν
μια αποπνικτική μυρωδιά που σε έφερνε λιποθυμία. Πάντα μας φώναζε να κλείνουμε
το παράθυρο η μητέρα, λες και η μυρωδιά θα στεκότανε μόνη της έξω.
Ο Παππούς είχε έρθει. Το μικρό γουρουνάκι, τσίριζε δεμένο μέσα στο σακί. Ο
παππούς του έδωσε μια με το χέρι και του φώναξε: «Ουστ, σκάσε θα ξυπνήσεις τον
κόσμο. Πασχαλίνα, που είσαι;».
Ήδη η γιαγιά
είχε βγει έξω και τον περίμενε στην πόρτα.
Ξέζεψε τα γαϊδούρια, τα έβγαλε το χαλινάρι και τα έδεσε στην Μουριά της αυλής.
«Τα παιδιά που είναι; Κοιμούνται;» ρώτησε.
«Ναι από νωρίς έπεσαν. Κάνουν όμως ότι κοιμούνται. Σε περίμεναν Μήτσο!»
«Άντε φώναξέ τα να το δούνε. Το καλύτερο πήρα και είναι και θηλυκό!»
Ο παππούς πήρε
με προσοχή το μικρό γουρουνάκι και αφού μας είπε για μια ακόμα φορά ότι ήταν θηλυκό
το τοποθέτησε στο κουμάσι, μια μεγάλη ξύλινη κατασκευή σε σχήμα ρόμβου, που
είχε ετοιμάσει εδώ και πάρα πολύ καιρό. Εκείνο αφού εξέτασε τον χώρο, κούρνιασε
κυριολεκτικά σε μια γωνία και κοιμήθηκε. Από την άλλη μέρα ήταν το παιχνίδι,
αλλά και η παιδική φροντίδα μας. Γάλα σκέτο, με «χάπκες», πίτουρα, αλεύρι και αργότερα
από το δικό μας φαγητό. Το γουρουνάκι μεγάλωνε, πάχυνε και έγινε μέλος της
οικογενείας μας. Το λατρεύαμε τα παιδιά, ακόμα και όταν στις αρχές του
Δεκεμβρίου, είχε φτάσει τα 120 κιλά. Τόσο το υπολόγιζε ο παππούς. Πάντα με το
μάτι.
Παραμονές
Χριστουγέννων. Είχε αρχίσει από νωρίς το σφάξιμο των γουρουνιών και ομάδες από
νέους άνδρες αλλά και πεπειραμένους παλαιότερους, γύριζαν το χωριό και έσφαζαν
τα γουρούνια του κόσμου. Η μητέρα, όταν έφτασαν στην αυλή μας, φώναξε να μπούμε
μέσα να μην δούμε την σφαγή του γουρουνιού μας.
«Ελάτε γρήγορα μέσα» μας φώναξε. «Δεν χρειάζεται να το δείτε αυτό».
Εγώ φοβήθηκα. Δεν θυμάμαι εάν έκλαψα, αλλά ο αδελφός μου, τσίριζε να μην το
σφάξουν. Δεν ήθελε να αποχωριστεί την γουρουνίτσα του, έλεγε. Βίαια τον τράβηξε
η μητέρα μέσα στο σπίτι.
«Έτσι πρέπει να γίνει. Πως αλλιώς θα φας κρέας αύριο;» μας είπε και τον πήρα
στην αγκαλιά της να τον ηρεμήσει.
Κρύφτηκα δήθεν
πίσω από το χαμηλό παράθυρο. Την γουρούνα την πήρανε με σχοινί που είχανε δέσει
στα πόδια της οι δυνατότεροι άνδρες. Την βγάλανε έξω από το κουμάσι, με βία και
την χτυπήσανε στο κεφάλι με το πίσω μέρος του τσεκουριού. Εκείνη θυμάμαι πολύ
καλά, έκανε ένα βήμα πίσω αλλά δεν υπέκυψε. Δεύτερο χτύπημα και έπεσε στο
έδαφος με κρότο. Πέσανε όλοι πάνω της να την ακινητοποιήσουν. Άλλος έπιανε τα
πόδια, άλλος το κεφάλι. Την κατάλληλη στιγμή, ένας εκ των
ανδρών έμπηξε με δύναμη το μαχαίρι στον λαιμό της γουρούνας. Φώναζε, τσίριξε,
δεν είχε χάσει τις αισθήσεις της και μετά η φωνή της χάθηκε στον αέρα.
Ο αδελφός μου έκλαιγε, εγώ βουβάθηκα.
Μετά άρχισε η
διαδικασία του ξυρίσματος του δέρματος με καυτό νερό, το κόψιμο του κεφαλιού,
των ποδιών και το κρέμασμα στο χαγιάτι.
«Το κόψιμο θα
το κάνουμε την άλλη μέρα» είπε ο παππούς. «Θα έχουμε πολύ κρέας φέτος».
Ευχαρίστησε τους άνδρες, η μάννα μου και η γιαγιά κέρασαν τους σφαγείς και η
μέρα έκλεισε με λίγο τσιγαριστό κρέας. Τσιγαρίδες. Ο αδελφός μου στην αρχή
αρνήθηκε αλλά η μυρωδιά και η νοστιμιά τελικά κέρδισε.
Το βράδυ μας
πρόλαβε στο κρεβάτι. Αργά πολύ αργά, τα σκυλιά του θείου γαύγιζαν περισσότερο
από κάθε άλλη φορά. Ο παππούς είπε να μην βγει έξω κανείς. Πήγε ως την πόρτα,
άνοιξε το μικρό παραθύρι.
«δεν είναι κανείς» είπε «κανένας λύκος ή καμιά νυφίτσα» και κοιμήθηκε και
αυτός.
Αυτό που
θυμάμαι την άλλη μέρα, ήταν οι φωνές του,
«Μας πήραν το γουρούνι».
Ήρθε ο αστυφύλακας, ο αγροφύλακας στο σπίτι, είπαν θα κάνουν μια έρευνα, θα
ψάξουν να βρούνε το σφάγιο. Δεν έγινε τίποτα. Ποτέ δεν βρέθηκε. Και μέχρι και
σήμερα παραμένει άγνωστο ποιος την πήρε.
* Ιστορία βασισμένη σε πραγματικό γεγονός στο Στρυμονικό Σερρών
επεξηγήσεις:
κουμάσι = μικρός χώρος εκτροφής γουρουνιών=Προέρχεται από το μεσαιωνικό «κουμάσιον», που σήμαινε το οίκημα των ορνίθων (κοτέτσι)
Χάπκες: μεγάλες, λαίμαργες μπουκιές ή καταβροχθίσιμο φαγητού. Στο φαγητό του γουρουνιού χάπκες λέγαμε τις μεγάλες βουκιές ψωμιου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου