Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανάσες από την Καμπούλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανάσες από την Καμπούλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ / ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ : ΑΝΑΣΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΜΠΟΥΛ / ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ

 Τελευταίες ημέρες Σεπτέμβρη,

Αρχές του Οκτώβρη


ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

Κίτρινο βαθύ Φθινόπωρο
κι ένας άρρωστος Σεπτέμβρης με συμπτώματα γρίπης.
Ενοικιαστήριο προσωρινό πληρώνει η ζωή μου,
σ΄ ένα αρσενικό αφιλόξενο στρατώνα. 
Έστρωσε ατάκτως τα ξεραμένα φύλλα του ο μεθυσμένος μήνας, σκεπάζοντας με το κίτρινο σεντόνι του,
της γης τα εναπομείναντα ζωντανά μέρη.
Κατοίκησε έσχατος και ντροπαλός μέσα μου,
αναπάντεχα και απροσδόκητα.
Μύριζε πρώιμη βροχή, μύριζε και ξαφνικό κρύο.
Χουχούλιασα και ρίγωσα μέσα στα σιδερωμένα χακί.
Τρεις μήνες ενέχυρο, συγχρόνως και η εξόφληση.

Δειλά ο μεστωμένος ήλιος
μεγάλωνε πάνω από τα κουρεμένα κεφάλια μας,
στο αυστηρό πρωινό
κι έπαιρνε αγκομαχώντας την υπέρ ταχεία του χρόνου,
να μπολιάσει στη νοτισμένη δύση της ημέρας τα σπασμένα κομμάτια.
«Σε παρακαλώ» μέσα απ΄ τη παγερή σιωπή
και τ΄ όμοιο σκοτάδι των απογευματινών καψερών ηλιαχτίδων.
Στη βρεγμένη σιωπή,
στα μουδιασμένα χαμόγελα των νιόφερτων ανδρών,
στις πρωινές ώρες του γριπωμένου Σεπτέμβρη.

Έπιανα την βαριά καρδιά μου, μια κρύα φλούδα πεύκου ξεκολλούσε.
Αντίκριζα το ψηλό βουνό,
τόσο μικρό αυτό το βουνό με σκονισμένα κυπαρίσσια.
Η εγκυμονούσα ψυχή μου μια μικρή σημαία που γνώριζε να σωπαίνει.
Πόσες μορφές να πάρει τούτη η σιωπή.
Όσες οι σιωπές τόσοι και οι άνθρωποι.
Μετρούσα την σιωπή της ψυχής
με το δεξί δείκτη υψωμένο κάθετα στα δύο χείλη.
Δεν μπορείς να μιλήσεις.
Δεν έχεις το δικαίωμα, ούτε θα έχεις την ευκαιρία.   
Μετρούσα τα βήματα των άλλων,
διαιρούσα κι έβγαζα τα δικά μου στο πηλίκο.
Επιτραπέζιο παιχνίδι στην αχανή αρένα
καθώς έβλεπα την αλλαγή φρουράς.
Μπροστά σκυφτός ο γέρος Δεκανέας, νέος γερασμένος χρόνος.
Άχρονος διαμελιστής σκοπών, ταχυδρόμος όπλων και φυσιγγίων.
Πέφτανε στάλες, ο σκουριασμένος τσίγκος  τις σιγοντάριζε.
Και πάλι εν δυο, ψηλά το ακούραστο χέρι, ίσιο το ακοίμητο όπλο, δυνατά το σταθερό πόδι.
Γυναίκα απάτη η διαρκής βροχή.
Πάλευε, ερωτοτροπώντας με το ξερό, ουδέτερο χώμα.
Αναζήτηση.

Εγώ, 
το άπλετο στενάχωρο εγώ, στο άνετο εμείς,
περίμενα απ΄ ώρα σε ώρα να σταματήσει
παίρνοντας τον δρόμο της ξενιτειάς
του αποχωρισμού, του Χειμώνα και της Άνοιξης. Τόσο θα διαρκούσε το ταξίδι αυτό στον πακτωλό ποταμό. Οκτώ μήνες και τρεις εποχές.


Πικροδάφνες πότιζαν οι μικρές και μεγάλες στάλες!

Μάνα ορφανή, καλή μου μάνα, πως στέκεσαι έτσι;
Μην καίγεσαι έτσι, κομμένη καλαμιά του κάμπου.

Στην μέση του κύκλου χορεύουν αντάμα,
Ο γκρίζος ουρανός κα ιη ετοιμόγεννη γη.
Μάχονται εντός μου

Κούφιο πικραμύγδαλο η ειρήνη και ένας λάγνος πόλεμος κοχλάζουν μέσα μου. Σύνθεση παράταιρη στα τραπέζια των λαών του κόσμου.
Ξερό, ετοιμόρροπο λαρύγγι να σπάσει.
Μια πλίθινη πηγή από έρημο στην έρημο.
Στέγνωσε από την αιώνια ανομβρία των λέξεων.
Πώς να ξεδιψάσω από το άνυδρο των χρόνων;
Τα αγιάτρευτα ερωτήματα μικτά μουσκεύουνε,
Πέφτουν από τις χαλασμένες ράγες των αρχαίων συρμών.
Οι επιταγές ανεξαργύρωτες με σκουριασμένες άγκυρες
Οπλισμένες περίτρανα και θανάσιμα.

Στενάζουν οι μολυσμένοι κοριοί.
Μικρές παγίδες, αλώνουνε το μισοφαγωμένο στρώμα.

Ο θεός μας έστειλε την φθινοπωρινή καταιγίδα.
Η αποδιωγμένη σιωπή μας, σταμάτησε με το αυστηρό αλτ του Δεκανέα.
Είχε τελειώσει η αλλαγή των δειλινών σκοπών.
Ο ήχος λόξιγκας μιας σταγόνας στο τσίγκο.
Χνώτο ζωγραφιστό πάνω στο λερωμένο τζάμι.
Τα θηκάρια είχαν γεμίσει από λάμες και σκέψεις.
Απλώσαμε τα κουρασμένα σώματα, στα μουχλιασμένα στρώματα, μουχλιάσαμε αμέσως και εμείς.
Το άνετο εμείς και το αγχωμένο εγώ!

Οι αεικίνητες φιγούρες κλαμένων γυναικών ξυπνήσανε,
Μέσα στα χιαστί πλέγματα των στεναγμών και των σιδερένιων κρεβατιών.
Βλέπαμε τους δρόμους της ζωής από δω.
Φταίει η δυνατή βροχή, ο μαύρος βαρύς ουρανός;
Οι φάλτσες ανδρικές φωνές από τους διπλανούς θαλάμους,
Μακρινά μοιρολόγια, μιμήσεις νεκρικών ακολουθιών
Που αψηφούν – λένε υστερικά-τον θάνατο,
Όταν παίρνει τα όνειρά μας στο παρόν και υποδαυλίζει το εμπρός.

Κόπασε επιτέλους η βροχή,
Το χέρι άπλωσε δυο στάλες δροσιά στα κουρεμένα μαλλιά.
Κόπασε και η σιωπή.

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2025

ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ / Ποίημα από τη συλλογή: ΑΝΑΣΕΣ από την Καμπούλ / 2015 του Δημητρίου Γκόγκα

 22 Μαρτίου 2003



ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ




Θέλησες να γλιτώσεις α
πό την πείνα,
Και πήγες στο Μαντράς.
Σε κείνο το κρυφό σχολείο
Σου δώσανε να πιείς αθάνατο νερό
και να γευτείς το φρέσκο όπιο.
Διδάχτηκες αρχές που αμέσως ξέχασεςκαι έγινες σοφός.
Τόσο μικρός τόσο σοφός.
Με ένα όπλο στα χέρια.
Η σοφία σου μετριέται – είπανε- με σφαίρες.

Τώρα σαν πολεμάς στης Κανταχάρ τις απόκρημνες κορυφές,
Τις χιονισμένες καρδιέςτων γυναικών έχεις ξεχάσει.


Η λάβα κυλάει και καίει τα σωθικά σου.
Ποιος θα ζεστάνει τις καρδιές των κοριτσιών;
Ποιος θα φιλήσει τα χείλη τους.

Είσαι μόνο στα δέκα οκτώ και έχεις ζήσει τον θάνατο.

Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2024

ΞΗΜΕΡΩΣΕ!/ Ποίημα από τη συλλογή: ΑΝΑΣΕΣ από την Καμπούλ / 2015 του Δημητρίου Γκόγκα

 

ΞΗΜΕΡΩΣΕ!



Χάλκινη μέρα ρόδισε
Ανάμεσα στις λέξεις και τους γαιόσακους.
Τις στεφάνωσε.
Στα όρη
Στην πεδιάδα
Στην θάλασσα

Έρημος, κίτρινη ρευστή μέρα!
Ήλιος από μετάξι.

Πουλιά στο κάδρο πέταξαν,
Χαμόγελα μας δέσανετην καλημέρα τσακίσανε.
Τώρα που πάνε;
Στα όρη
Στην πεδιάδα
Στην θάλασσα.

ΕΙΚΟΝΑ ΣΤΗ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΚΑΜΠΟΥΛ / Ποίημα από τη συλλογή: ΑΝΑΣΕΣ από την Καμπούλ / 2015 του Δημητρίου Γκόγκα

 

Τελειώνει ο μήνας Φεβρουάριος 2003



ΕΙΚΟΝΑ ΣΤΗ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΚΑΜΠΟΥΛ


Στης ζωής το πέλαγος με γεννήσανε.
Στ΄ άσπρα σύννεφα της γης με κοιμίσανε.
Η ασημένια αγκαλιά τ΄ ουρανού μας
Με υποδέχτηκε.

Το πελώριο στόμα της με νανούρισε.
Μέσα από την στάχτη της ανθοφόρησε.
Κι όταν η θαλπωρή γίνηκε χάδι
μ΄ ερωτεύτηκε.

Μια ωραία άνοιξη την παντρεύτηκα.
Απ΄ του πόθου την πληγή πως γιατρεύτηκα!
Κι η ανείπωτη λαλιά πήρε σάρκα.

                                Ταίρι μου ακυβέρνητο.

ΔΥΟ ΩΡΕΣ ΜΠΡΟΣΤΑ/ Ποίημα από τη συλλογή: ΑΝΑΣΕΣ από την Καμπούλ / 2015 του Δημητρίου Γκόγκα

 14 Φεβρουαρίου 2003


ΔΥΟ ΩΡΕΣ ΜΠΡΟΣΤΑ


Πλίνθινα ανήλιαγα σπίτια.
Βολβοί.
Σκάει η ανθρώπινη μούχλα.
Μυρωδιά στερημένης ανδρικής συνουσίας.
Την μεταφέραμε.
Απ΄ τα κορμιά μας ξεχωρίζω τα πρησμένα χέρια.
Από την καρδιά μας, την αθώα σκουριά και το πυρωμένο σίδερο.
Πεθαμένες λέξεις τα σώματασε λάκκους εκατέρωθεν
Των βομβαρδισμένων περιθωρίων των εποχών.
Ο πόλεμος λένε οι μεγάλοι και μαθαίνουν οι μικροί,
Δεν τελειώνει ποτέ. Όσο ο χρόνος υπάρχει, ζει και ο πόλεμος.
Απέθαντος!
Όλα είναι πόλεμος.
Μεγαλώνουν με το παραμύθι και τους μύθους του.
Μεγαλώνουμε με τα παραμύθια και τους μύθους μας.
Ξεροπόταμοι τα χείλη.
Γέννησηζήσηθάνατοςούτε τριάντα χρόνια,
Δεν φτάνουν να μετρώ στα δάκτυλα.

Σκύβειςπιάνεις το χώμα,
Το κεντάς
Δικές σου είναι οι λέξεις δεν τις παίρνει κανείς,
δικός σου και ο πόλεμος
-μην φοβηθείς χαμένε ποιητή-
Στο τέλος είσαι ο κλέφτης;
Τι ντροπή και τούτη!
Να είσαι και να λέγεσαι ποιητής!
Έρχεσαι εδώ,
Καύχημα του ταξιδιού,
Πηγή που αναβλύζει ειρήνη και δημοκρατία
Μα κρατάς όπλο.
Ποια δημοκρατία δεν κρατά όπλο;
Αυτή που είναι όνειρο.

Ποια δημοκρατία δεν είναι δύο ώρες μπροστά;
Πως θα θέλανε και οι σοφοί της γης να είναι δύο ώρες πίσω;

Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2024

ΛΑΜΨΕΙΣ ΣΤΟΝ ΟΡΙΖΟΝΤΑ/ Ποίημα από τη συλλογή: ΑΝΑΣΕΣ από την Καμπούλ / 2015 του Δημητρίου Γκόγκα

 Αρχίζει ο Φεβρουάριος του 2003 




ΛΑΜΨΕΙΣ ΣΤΟΝ ΟΡΙΖΟΝΤΑ

Λάμψεις.
Λάμψεις μέσα στη αφέγγαρη νύχτα.

Είναι ο ρακοφορεμένος εχθρός που καιροφυλαχτεί
Και στην μεριά του απλώνει την πραμάτεια.
Στο παζάρι των ψυχών πάντα τοκίζεται ο άνθρωπος.

ΨΑΧΝΩ/ Ποίημα από τη συλλογή: ΑΝΑΣΕΣ από την Καμπούλ / 2015 του Δημητρίου Γκόγκα

 13 Ιανουαρίου 2003

 


ΨΑΧΝΩ


Τι να αξίζει άραγε,
Πιότερο από το χαμόγελό σου;

Ο ήλιος;         
Η πέτρα;
Ο άνεμος;

Ψάχνω να βρω το χαμόγελό σου.

Στον πέτρινο ήλιο.
Στην ηλιοκαμένη πέτρα.
Στον σκονισμένο άνεμο.