Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ένα τετράδιο για το Στρυμονικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ένα τετράδιο για το Στρυμονικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Το ξωτικό του Στρυμονικού (Μια ιστορία του Στρυμονικού Σερρών) / Δημήτριος Γκόγκας


Μια ξεχασμένη ιστορία του Στρυμονικού Σερρών. Το ξωτικό του χωριού. 

 https://suno.com/s/VMfJHqRw8PQplybw
 
Σ΄ ένα χωριό του κάμπου, κει στο Στρυμονικό
Ύφαναν ιστορίες, σιμά στον αργαλειό.
 
Τούτη η ιστορία, που θα διηγηθώ
την έμαθα απ΄ πάππου, την λέω και εγώ.
 
Σ΄ ένα σπιτάκι ζούσε, άσχημη κοπελιά
τα δειλινά γυρνούσε, σε λόγγους και βουνά.
 
Παρέα με τους λύκους και τα λυκάκια της.
Τα ερπετά, τα φίδια, με τα φιδάκια της.
 
Για προσκεφάλι είχε, κοτρόνα* (μασαλά!) *
Βολτάριζε τα νύχτες στον πάνω μαχαλά.
 
Τ΄ αγόρια της σφυρίζαν στα μονοπάτια της
κι ανάβαν τα φιτίλια και τα γινάτια της.
 
Εκείνη μες στη τρέλα, αρπάζει δυο παιδιά.
Τα βρήκανε σφαγμένα κάπου στη ρεματιά,
 
Του Αι Χαραλάμπη*, σ΄ ένα κρυφό γκρεμό.
Ανάψανε κεράκια από βαθύ καημό. 
 
Οι χωρικοί καρτέρι, μέρα της στήνουνε.
Τη Κοπελιά να πιάσουν, να ανακρίνουνε.
 
Μα η κοπελιά συνήθως, γινόταν ζωτικό
και στοίχειωνε τα βράδια, στο έρημο χωριό.
 
Τρία σημάδια βάλαν, μες στα περάσματα,
Στο Πέγκο*, στη Μαγκίλα* και στα χαλάσματα.*
 
Και μια και δυό και πέντε και δεκατρείς φορές
τη φέραν στη πλατεία, μπροστά στους δικαστές.
 
Η άσχημη γυναίκα με δάκρυα και λυγμούς,
το έλεος ζητάει από τους χωριανούς.
 
Αν δεν με κοροϊδεύαν, αν δεν με σφύριζαν.
Αν δεν πετροβολούσαν, αν δεν με πείραζαν.
 
Εγώ θα ΄ μουν στο δάσος με τα φιδάκια μου
Κι οι νιοι, τα παλικάρια, τα παιχνιδάκια μου.
 
Μα οι δικαστές πεισθήκαν για μέγα φονικό
Κι ορθώς όπως μου είπαν βαρύ κατηγορώ.
 
Τη σύρανε δεμένη και με θηλιά πλεκτή
στη γέφυρα κρεμάσαν, που έχει γκρεμιστεί.
 
Κι αφού τη ρίξαν χάμω, λυγάει ο δοκός
Κι όλοι αναφωνήσαν «μεγάλος ο θεός»
 
Η άσχημη γυναίκα, με  ξωτική πνοή
Βγάζει απ΄ το λαιμό της, κειν΄ το τραχύ σχοινί.
 
Τα μάτια της σηκώνει, ψηλά στον ουρανό
και πέφτει μια αντάρα στο ξεροπόταμο*.
 
Οι χωριανοί τραπήκαν σε άτακτη φυγή
«Αθώωση» ζητούσαν από το Δικαστή.
 
Για να τελειώνω τώρα, να μη πολυλογώ,
η άσχημη γυναίκα, γίνηκε ξωτικό.
 
Αν πάτε στη πατρίδα μου, κει στο Στρυμονικό
αν ψάξετε τις νύχτες στο μαύρο ουρανό.
 
Θα δείτε ένα λαμπιόνι, η Πούλια να κρατά
έν΄ άσπρο χελιδόνι μονάχο να πετά.
 
Είναι η κοπελιά μας, το μόνο ξωτικό
που ζει μες στη καρδιά μας, σαν τρέμουλο καλό.
 
 
 
Και τώρα αν απορείτε, η γέφυρα γιατί
χρόνια που γκρεμισμένη, όλους μας, μας θωρεί.
 
Να πάτε να ρωτήσετε ποιοί είδαν ξωτικό
και χώρισε στα δύο, το έρημο χωριό.
 
 
Επεξηγήσεις αναφορών στο ποίημα:
 
*Στρυμονικό: Χωριό του Ν. Σερρών
*Κοτρόνα: Μεγάλη πέτρα
*Μασαλά: (αφερίμ) μπράβο!
*Αι Χαράλαμπος: Ξωκλήσι στη περιοχή
*Χαλάσματα: Αναφέρομαι σε ευρήματα αρχαίου οικισμού στη περιοχή
*Πέγκο: Δασώδη περιοχή του Στρυμονικού
* Ξεροπόταμος: Το ρέμα της Κοινότητας
* Μαγκίλα: Λόφος

Το παλάτι των παιδιών του Δημητρίου Γκόγκα



Το 2018 εκδίδω την Ποιητική Συλλογή: Ένα τετράδιο για το Στρυμονικό. Στο γ΄μέρος της συλλογής υπάρχει το ποίημα : Το παλάτι των παιδιών (Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΙ Ο ΑΝΤΩΝΗΣ). Γραμμένο στη μνήμη του πατέρα μου Αντώνη και του παπού μου Δημήτρη, του οποίου το όνομα έχω. Φέτος αποφάσισα και έντυσα με μουσική (ΑΙ) αυτό το ποιηκοτράγουδο! Μπορείτε να το ακούσεται στον παρακάτω σύνδεσμο:

https://suno.com/s/9xKADDghoshQFssc

Όσο θυμάμαι το χωριό, θα λέω για τον Δημητρό και τον Αντώνη. Για του Δεκέμβρη τη δροσιά, της μάνας μου την αγκαλιά, που δεν παγώνει. Σε μια αυλή από πηλό, είχαν στη στέγη, είχαν στη στέγη πελαργό και χελιδόνια. Που ξενιτεύονταν θαρρώ, με της βροχής τον ερχομό τα πρώτα χιόνια. Κάθε πρωί, πριν το σκολειό απ’ το χέρι με κρατούσε
ο παππούς μου.
Κι ένα μπισκότο λιχουδιά, με ταξίδευε μακριά, θυμάται ο νους μου. Στο χωριό, στο χωριό, δεν παγώνει η καρδιά. Στο χωριό, στο χωριό με κρατάνε τα παλιά. Ο Δημητρός, ο Αντώνης κι ο παππούς μου Σ’ ένα παλάτι με φτερά και με χώμα! Ζεύει τα ζώα ο Δημητρός. «άσε, γυναίκα, ο αγρός
γεννά χορτάρι». Από τα βάσανα εγώ, δεν θα γλυτώσω,
κι αν ο χάροντας με πάρει.
Μες στο τσεμπέρι τ’ αργυρά, στην υφασμάτινη ποδιά, το χαρτζιλίκι. Βόλοι, κρυφτό και γλυτωμό και ένας ήχος ξύλινος απ’ το τσιλίκι. Και σαν ανοίγει ο ουρανός μοιάζει το χώμα να θυμάται Πάνω σε άτι, μ’ άσπρα φτερά ο Αντωνιός περνά κοντά κι όλα γυρνάνε. Κι απ’ των συννέφων τη δροσιά σαν από κάδρου ζωγραφιά έρχονται πάλι. Τα πρώτα χιόνια σιωπηλά και μια φωνή μες στα βαθιά λέει «μην ξεχάσεις».

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2025

ΠΡΑΞΗ ΑΠΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΕΝΟΣ ΓΛΑΡΟΥ: Ποίημα από την ποιητική συλλογή: Ένα τετράδιο για το Στρυμονικό: του Δημητρίου Γκόγκα που εκδόθηκε το έτος 2018 (ISBN 978-9925-7392-4-0) /(e-book)


 








Είχα ένα φίλο.
Καρδιακό;
Ίσως όχι.
Από τι στιγμή που έμαθα
για ερωτική ομόφυλη τάση προσευχόμουν γι αυτόν!
Ήταν άρρωστος,  του είχαν πει, μου το έφτασαν και σε μένα.
Ήταν άρρωστος είχε πει, 
προσπαθώντας να δικαιολογήσει την αδυναμία αποδοχής.
Προσευχόταν σχεδόν πάντα στα κρυφά.
Τα βράδια το εικονοστάσι δάκρυζε.
Έτσι εξάλλου μεγάλωσε. 
Με το εικονοστάσι να δακρύζει σε κάθε τι κακό.
Κι ενώ αγαπούσε, έπαψα ν΄ αγαπά, αυτούς που αγαπούσε.
 
Ήταν καλό παιδί.
Πριν αρρωστήσει ήταν ένα καλό παιδί.
Ο Δάσκαλος συνέστησε αποχή από το σχολείο.
«Να γίνει το παιδί καλά»
Ο Δήμαρχος συμφώνησε – απορίας άξιον;
Όχι με βάση τα ποιητικά δεδομένα.
Μετά ο γιατρός σήκωσε τα χέρια.
Πάντα στο μετά και μετά το μετά σηκώνουν τα χέρια.
«Ακόμα και ο γιατρός» κάποιοι είχαν δηλώσει «σήκωσε τα χέρια»
«Μονάχα ο θεός»
Ο ιερέας δεν έλεγε τίποτα.
Περίεργο!
Ο Θεός αγαπά όλους τους ανθρώπους,
ακόμα κι αυτούς που  έπαψε να τον αγαπούν. 
Ο ιερέας δεν έλεγε τίποτα!
Κάποια μέρα τον αφόρισε, μετά την ανάγνωση του ευαγγελίου.
Έσκισε και την Αγία Γραφή, οργισμένος.
Τα ιμάτια δεν ξέρει κανείς  και δεν ακούστηκε κάτι τέτοιο.
Δυνατός άνδρας.
Είχε και τρία παιδιά. (ποιητικά άσχετο).
 
Μια Κυριακή τον συνάντησα στον ξεροπόταμο.
Είχε χιονίσει.
Είχε ξαπλώσει στη πεζογέφυρα.
Να περάσουν έλεγε οι χωριανοί με τα κάρα.
Κάποιο θα τον πατούσε.
Είχε κλείσει εισιτήριο ήδη –πριν γεννηθεί-
στο περιθώριο της ζωής και το θανάτου.
Όμως δεν πέρασε ποτέ κανένας χωριανός να τον σκοτώσει.
Έκαμε τσουχτερό κρύο, κοπήκανε τα πήγαινε – έλα στην πλατεία.
 
Μετά από χρόνια τον συνάντησα στη θάλασσα.
Αυτός ήταν γλάρος και εγώ πότε ψαράς και πότε κυνηγός.
Τέτοια κατάντια.
Αυτός πουλί και εγώ πατούσα στης γης τα ερημονήσια.
Εκεί τον συνάντησα.
Στης γης τα Ερημονήσια.
Παρέα με άλλα πουλιά.
Κάθε που πλησίαζαν τους βράχους, ένα τόξο τα σημάδευε.
Κάθε που φιλούσε τον ουρανό, ένα σύννεφο έβρεχε.
 
Και καθάριζε το ερημονήσι.
Και ερήμωναν τα ερημονήσια.
Πώς να αποδεχτεί τον ομόφυλο γλάρο ένα ερημονήσι;
 
Στα χέρια του η πέτρα των γραφών, γινότανε λεπίδι.
 
Στη μάνα του δεν είπε τίποτα.
Ο πατέρας κάτι είχε καταλάβει και πνίγηκε σε μια γαβάθα ρακί.
Τα αδέλφια του μετοίκισαν.
Κι ο φίλος του, εγώ, κρύφτηκα βαθιά στις σκιές και τους  στίχους.
Να μη με βρει και κολλήσω την ασθένειά του.
Κόλλησε πάνω σ΄ ένα βράχο και δεν αναστήθηκε ποτέ του.
 
Εκείνος ο φίλος μου δεν άντεξε ποτέ το περιθώριο.
Μπήκε βαθύτερα στο σώμα του
κι αφέθηκε στην απλωσιά του στήθους  και της καρδιά του.
Όταν ταξίδευε στο μέσα του, έκλεινε θέσεις στον παράδεισο.
Κι όταν κούρνιαζε στο έξω του κόσμου, πάλι ένα τόξο τον σημάδευε.

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2024

ΓΡΑΜΜΑ ΑΠΟ ΤΑ ΞΕΝΑ: Από την ποιητική Συλλογή: Ένα τετράδιο για το Στρυμονικο / ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ



Γράμμα σου στέλνω μάννα μου, κι ας είσαι ο καημός μου
σ΄ όσους ρωτούν, να α
παντάς,είναι καλά ο γιός σου.

Μου τ
o λεγες δεν πίστευα, η ξενιτιά ειν΄ αγκάθι
κι ό
ποιος ποτέ δεν μάτωσε, ποτέ του δεν θα μάθει.

Αν το
 ριζώνεις όλο κλαις, αν το τραβάς ματώνεις
αν τ΄ ασ
παστείς μανούλα μου, μόνος σου ξημερώνεις.

Γράμμα σου στέλνω κι εύχομαι ο χρόνος να 
περάσει,
άλλος εδώ να μην μας βρει, δάκρυα να μας κεράσει.

Στου Αι Αντώνη την γιορτή, θα ρθώ μες στην αυλή μας
ν΄ αφουγκραστώ τις μυρωδιές, που ντύσαν την ζωή μας.

Κι αν δεν μ
πορέσω, άναψεένα κερί  για μένα
τ΄ αγκάθια 
πού χω στην καρδιά, νάναι ευωδιασμένα! 

Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΙ Ο ΑΝΤΩΝΗΣ*: Από την ποιητική ζωή : Ένα τετράδιο για το Στρυμονικό Σερρών / ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ

 



Όσο θυμάμαι το χωριό,
θα λέω για τον Δημητρό
και τον Αντώνη.
Για του Δεκέμβρη την δροσιά
της μάνας μου την αγκαλιά
που δεν παγώνει.

Σε μια αυλή από πηλό,
είχαν στην στέγη πελαργό
και χελιδόνια.
Που ξενιτεύονταν θαρρώ
με της βροχής τον ερχομό
τα πρώτα χιόνια.

Κάθε πρωί, πριν το σκολειό
από το χέρι με κρατούσε
ο παππούς μου.
Και με ταξίδευε μακριά

μ΄ ένα μπισκότο λιχουδιά,
θυμάται ο νους μου.

Ζεύει τα ζώα ο Δημητρός
«άσε γυναίκα ο αγρός
γεννά χορτάρι,

από τα βάσανα εγώ
δεν θα γλυτώσω, κι αν
ο χάροντας με πάρει»

Μες στο τσεμπέρι τ΄ αργυρά,
στην υφασμάτινη ποδιά,
το χαρτζιλίκι.

Βόλοι, κρυφτό και γλυτωμό
και ένας ήχος ξύλινος
απ' το τσιλίκι.

Και απ΄ των συννέφων την δροσιά
σαν από κάδρου ζωγραφιά
πάνω σε άτι,
μ΄ άσπρα φτερά ο Αντωνιός
και ο παππούς ο Δημητρός
σ΄ ένα παλάτι.

*Αφιερωμένο στον παππού ΔΗΜΗΤΡΗ και στον πατέρα ΑΝΤΩΝΗ

ΣΚΟΡΠΙΟΙ ΑΝΕΜΟΙ ΣΤΟ ΣΤΡΥΜΟΝΙΚΟ / από την ποιητική συλλογή : Ένα τετράδιο για το Στρυμονικό


Αλαφροΐσκιωτη ζωή
κι ο Γιάννης σπάει μια χορδή απ΄ την κιθάρα
με το ανέβασμα του φα
διώχνει απ΄ τα μάτια του, την γκρίζα αντάρα.
 
Κι η Γιάννα ρίχνει μια στροφή
σ΄ ένα ζεϊμπέκικο βαρύ, τα βήματά της
σπίθες μέσα από την κραυγή
μία χωμάτινη βροχή τα δάκρυά της.
 
Κι ο Μήτσος μπαίνει στην γραμμή,
είναι βαριά η προσοχή στην αρβυλιά του,
στον ξεχασμένο μαχαλά,
βρήκε ένα τρόπο να γλιστρά στα όνειρά του.
 
Ανοίγει η πόρτα και βαρύς,
μπαίνει αγέρας ο μπεκρής με το τσιγάρο.
Φεύγει ψηλά ο στεναγμός,
άντε στον πάτο οι τσικουδιές,και θα κρεπάρω.
 
Μια ανεπίδεκτη στιγμή,
βγαίνουνε σπίθες μέσα από την λαλιά τους,
στο χρυσαφένιο τους μυαλό
μάτσο ανεμώνες που ανθούν στην αγκαλιά τους.
 
Φίλοι του κάμπου μου καλοί
στίχοι της γλώσσα μου, ανθοί μες στον μπαξέ μου
ας ζούσαμε έστω μια στιγμή
όλο το χθες σε μια πνοή.Ο αμανές μου!
 
 
Στον Γιάννη, την Γιάννα, τον Δημήτρη,
τον άλλον Δημήτρη, τον μικρό Γιάννη,
και στους λοιπούς μικρούς φίλους του χωριού μου
που τώρα είμαστε άλλος εδώ και άλλος εκεί...
 

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2024

Πέντε (5) ποιηκοτράγουδα για το Στρυμονικό Σερρών: από την ποιητική συλλογή: Ένα τετράδιο για το Στρυμονικό: του Δημητρίου Γκόγκα που εκδόθηκε το έτος 2018 (ISBN 978-9925-7392-4-0) /(e-book)

 


ΠΑΕΙ ΚΙ ΑΥΤΗ Η ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ

 
Πάει κι αυτή η Πρωτομαγιά των Φεγγαριών.
Πάει κι αυτή η Πρωτομαγιά των λουλουδιών.
Πέρασες και συ και έφυγες, μονάχα ο χρόνος,
έμεινε εδώ συντροφιά του είναι ο πόνος.
 
Μες στα σοκάκια του χωριού και την πλατεία,
τότε που σου ΄λεγα την ίδια ιστορία,
για τα πουλιά στις ερημιές.
Αχ  να ΄τανε πολλές οι πρωτομαγιές!
 
Πάει κι αυτή η Πρωτομαγιά των Φεγγαριών 
μ΄ ένα λουλούδι στα μαλλιά και ένα δάκρυ.
Πάει κι αυτή η Πρωτομαγιά των λουλουδιών
μ΄ ένα αστέρι λαμπερό στου ουρανού την άκρη.
 
Και τώρα πού σαι εδώ κοντά στην άκρη των ματιών μου
Να λαμπυρίζεις να σε βλέπω ξαστεριά
όπως θυμάμαι στου χωριού το ποταμάκι
και να σου ψιθυρίζω σ΄ αγαπάω αληθινά
 
Πάει κι αυτή η Πρωτομαγιά των Φεγγαριών
Πάει κι αυτή η Πρωτομαγιά των λουλουδιών
 
**
ΠΟΙΟ ΝΑ ΝΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ
 
Ποιο νάναι αυτό το περιστέρι
που κάθεται στο ένα μου χέρι,
και περπατά πάνω στους ώμους
και  μ΄ οδηγεί σ΄ άγνωστους δρόμους.
 
Ποιο νάναι αυτό το περιστέρι
που μ΄ οδηγεί σ΄ άγνωστο θάμπο
και από την σκοτεινή την πόλη
σ΄ ένα χωριό μέσα στο κάμπο.
 
Ποιο νάναι αυτό το Περιστέρι
που κελαηδάει στο ένα χέρι.
Και βγάζει ήχους από μια λύρα
όσα του έδωσα,τα πήρα.
 
Ποιο νάναι αυτό το περιστέρι
που λέει κλαδί το ένα μου χέρι,
κι απ΄ την Ανατολή στην Δύση
δεν λέει ποτέ του, να μ΄ αφήσει.
 
Δείχνει νοτιά, δείχνει Βοριά
δείχνει μικρούλα εκκλησιά,
και μ΄  οδηγεί μ΄ ένα καημό
στο όμορφo Στρυμονικό.
 
***

ΈΛΑ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΤΟΠΟ ΜΟΥ

Έλα να δεις τον τόπο μου, που είναι μεταξένιος,
μακρό φυλλες καλαμ
ποκιές, πράσινο-φρουρημένος.
Ξερολιθιές στα μέσα του,μα όταν γερνούν τα όρη,

δέκα σκιές επάνω του και βγαίνει βόλτα η κόρη.


Δεν είναι φύση αλαργινού, πουλί ξενιτεμένου,
μα η καρδιά του στεναγμού, του χιλιο
πονεμένου,

που απ΄ τα ξένα έρχεται και στο Σιβρί ανεβαίνει,
ένα σταυρό στον Αι Λια κι ύστερα κατεβαίνει.


Το 
πονάμε,σας  στο λέω, το πονάμε,
τ ΄ αγα
πάμε, να ξέρεις μάνα, τ΄ αγαπάμε.
Τραγουδάμε!

Τρέχα να δεις την μάννα μου, που στο κατώφλι κλαίει,
βροχόνερο α
π΄ τα μάτια της, την μοναξιά της καίει.
Βούρκος α
πό λασπόνερα στον Αι Χαραλάμπη,
μια Εκκλησιά μετέωρη, ολόχρονα  που λάμ
πει.

Έλα να δεις τον τό
πο μου, της ξενιτιάς Πατρίδα.
Έχει ο κόσμος  ομορφιές, πιο όμορφη δεν είδα.

Μες στης καρδιάς το χτύπημα, ένα καρφί ακόμα
κι εγώ φιλί 
που της χρωστώ στο νοτισμένο χώμα! 

****

ΣΤΙΣ ΑΝΘΙΣΜΕΝΕΣ ΤΟΥ ΠΛΑΓΙΕΣ

Στις ανθισμένες του πλαγιές, πέρασα καλοκαίρια
στις χωματένιες γειτονιές, τρεχάματα στ΄ αστέρια.
Βαδίζω στην Μαγκίλα του, στου Αι Λια τα ύψη
στο 
πανηγύρι του Αντώνιου, που τόσο μου χει λείψει!

Και δίνω μια στον Ουρανό και δυο στα βήματά μου,
η τρίτη είναι μαχαιριά, που σ
πάει τα σωθικά μου.
Στρυμονικό μου όμορφο, της νιότης μου 
πετράδι.
Ας ήσουνα στην ζήση μου, το 
πιο στερνό μου χάδι.

*****

ΕΚΕΙ ΣΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥ ΤΙΣ ΓΩΝΙΕΣ ...
 
Εκεί στου κάμπου τις γωνιές, χτυπάει ο σφυγμός μου
στις γειτονιές που αγάπησα, στο Στρυμονικό μου.
Τι κ αν ταξίδεψα στο χθες, το χθες με αποφεύγει
καλώ το σήμερα εδώ,κι αυτό απλά κωφεύει.
 
Εκεί σε χιόνι και νερό, είν΄ οι πατημασιές μου.
Στις λάσπες στ΄ αγριόχορτα, π΄ ανθούν μες στις αυλές μου.
 
Ήλιε που βγαίνεις το πρωί, ανάστα το μυαλό μου
πιάσε, το στήθος μου πονά, για το Στρυμονικό μου.
Τι κι αν αυτό με γέννησε, αλλού θαρρώ θα ζήσω
θα σπείρω στη εικόνα του, μνήμες για να μυρίσω.


https://www.openbook.gr/ena-tetradio-gia-to-strymoniko/

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2024

ΕΨΑΧΝΑ ΜΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ: Ποίημα από την ποιητική συλλογή: Ένα τετράδιο για το Στρυμονικό: του Δημητρίου Γκόγκα που εκδόθηκε το έτος 2018 (ISBN 978-9925-7392-4-0) /(e-book)

 



 

Διάλογος.....
 
Πατέρα
 
Έψαχνα μια πατρίδα, στο μέσο  του ανέμου,
σε μίσχους ηλιαχτίδας, πατρίδα είδα καλέ μου!
Ανοίγω πόρτα και πατώ, το μουχλιασμένο χώμα.
Είναι πατρίδα; Ή θαρρώ, ένα κορμί σε κώμα;
 
Γιέ μου
 
Άνοιξε το παράθυρο, ένα κρινάκι ανθίζει,
κι ένα μικρό αετόπουλο, δίπλα σου πεταρίζει.
Με πόνο όλα τα μάζεψα, σε μια αγκαλιά. Ελπίζω.
Βουνά, πεδιάδες και νερά, Πατρίδα είναι νομίζω.
 
Πατέρα
 
Δες στο μυστρί ξεράθηκε, όλο το βιός που χτίζω,
μπήγω το όνειρο στην γη, πατρίδα δεν καρπίζω.
Και το κορμί που λύγισε, απ΄ τα όπλα μου στον ώμο,
φωνή όμως μάνας σίγησε, μα μ΄ οδηγεί στον δρόμο.
 
Κάθε τριγύρω που πατώ, ήλιος και καταιγίδα,
ξένη πατρίδα π΄ αγαπώ, η πέτρινη πατρίδα.
 

Γιε μου
 
Όλοι οι ανθοί που φύτεψες, σαν άνοιγες θεμέλια,
ρίζες οι λέξεις π΄ αγαπάς, φυτρώνουν Ευαγγέλια!
Σ΄ αφήνω γη κι έναν  θεό, εκτός αυτών ουκ είδα,
όπου ανάσες για να ζεις, είναι μικρή πατρίδα.
 
Όμως αυτή που άφησες, χρίζει το ριζικό σου,
κάθε σου δάκρυ και καημός, στον αναστεναγμό σου!
 
 
Πατέρα
 
Πήρα την γη που μου δωκες, την έπλασα προζύμι
και στην καρδιάς την πυροστιά, άπλωσα μια γαλήνη.
Ένωσα δρόμους, ποταμούς, μπόλιασα την ελπίδα,
βήμα στο βήμα έλιωσα μα βρήκα την πατρίδα!